Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Αφορμή: η είδηση ενός θανάτου, του Κωστή Α. Μακρή

Spread the love

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κωστής Α. Μακρής

 

 

 

 

 

 

c8cb73fac3a2c7cac22d37e9b285ca4a_XL.jpg

 

Και μετά, η είδηση άλλου θανάτου.

Ανθρώπων που δεν μπορώ να τους πω φίλους κι ας ήπιαμε (με τον έναν) κάποτε ένα κρασί. Ανθρώπων όμως που ήταν αγαπημένοι φίλων

μου.

 

Και στην «πραγματική» ζωή και στην ηλεκτρονική.

Τι ξεχωρίζει τη μια από την άλλη; Δεν ξέρω.

Όπως δεν ξέρω πόσο πολύ αγαπάω τον Παπαδιαμάντη που γνώρισα μέσα από τα γραφτά του και δεν συναντηθήκαμε ποτέ.

Και πολλούς και πολλές…

Αλλά τώρα είμαι στο διαδίκτυο. Είναι εικονική η ζωή σ’ αυτό;

Πόσο πιο εικονική από τις «δια ζώσης» συναντήσεις που γίνονται για σκοπούς άλλους από τη χαρά της συνάντησης, άλλους από τη χαρά

τού να είμαι ΜΑΖΙ με τον άλλον;

Πόσο πιο εικονικές είναι οι συζητήσεις στο διαδίκτυο που υποκαθιστούν μια «έξοδο» –για καφέ ή φαΐ— εμποδισμένη από τις συνθήκες;

 

Και τώρα, έτσι που βρίσκομαι στο διαδίκτυο, αυτή τη δια-τοπική και δια-χρονική «πλατέα ρούγα», σκέφτομαι τους ανθρώπους που έχασαν το

«αγαπημένο άλλο».

Και σαν άνθρωπος που κι εγώ έχω χάσει «αγαπημένους άλλους», τους νιώθω πάλι να έρχονται, ακούω φωνές –όχι, σαν την Ζαν Ντ’ Αρκ!—

βλέπω ξανά εικόνες, θυμάμαι τραγούδια, εκδρομές, ακόμα και καβγάδες. Και εκεί που κάποιοι συνηθίζουν να λένε θυμόσοφα: «Τι είμαστε,

ένα τίποτα είμαστε, μια κακία μένει…» εγώ αρνούμαι αυτό το «Ένα τίποτα είμαστε».

Και μπορεί να έχω μάθει να λέω όχι στο εσαεί πένθος, αλλά πάντα το καλοδέχομαι σαν άσκηση αγάπης και σαν προετοιμασία.

Όπως καλοδέχομαι και τον πόνο. Σαν μια μεζούρα κι ένα πατρόν για να κόβω και να ράβω τα φορέματα της χαράς μου.

 

Γεννήσεις, γιορτές, νέα βιβλία, γκρίνιες, κουτσομπολιά, επιτυχίες, αποτυχίες, χαρές, λύπες, αρρώστιες, θάνατοι… Ο Θάνατος! Ο Μεγάλος

Θάνατος. Όχι πάντως ο δικός μου…

 

Γιατί ο μεγάλος Θάνατος, ο πραγματικά οδυνηρός θάνατος δεν είναι ο δικός μας, είναι ο Θάνατος του Αγαπημένου Άλλου.

Αλλά και μέσα απ” αυτόν, η ζωή συνεχίζεται.

Με τεχνάσματα λογικής –»όσο ζω ο θάνατος δεν υπάρχει κι όταν έρθει ο θάνατος εγώ δεν θα είμαι πια εδώ»– και ταχυδακτυλουργίες

παρηγοριάς.

Και με το πρώτο γεύμα ή δείπνο.

Ναι. Η πρώτη μπουκιά που τρως μετά την απώλεια, για να θρέψεις τον μέσα σου λύκο της πείνας –που ζει μαζί σου–, είναι η πρώτη μικρή

νίκη της ζωής (σου) απέναντι στον μεγάλο ξένο που είναι ο φίλος θάνατος.

Και στον λίγο χρόνο που προλαβαίνεις να στοχαστείς για το πριν και το μετά, όσο ο πόνος είναι ακόμα τραγανός, κάνεις ασυνείδητα σχέδια.

Μπορεί και να ισιώσεις ένα πετσετάκι, να μαζέψεις με τα δάχτυλα ένα ψίχουλο που βρέθηκε σε λάθος θέση, να ρωτήσεις κάποιον αν θέλει

κι άλλο φαΐ. Και λες μέσα σου, καθώς μηχανικά κάνεις τέτοια πράγματα, «Τι είναι αυτό που κάνω;»

Η ζωή είναι.

Με πολλή ή λίγη αγάπη. Με πολλή ή λίγη ματαιοδοξία. Με μικρές ή μεγάλες προσδοκίες. Με οράματα ή όνειρα που σαν τροχιοδεικτικά

οδηγούν τις κινήσεις μας, μέσα από μια ψευδαίσθηση ελευθερίας επιλογών.

Και επειδή είμαι με δυο χέρια, δυο μάτια, δυο αυτιά… Ψηλαφίζω, βλέπω, ακούω, γεύομαι.

 

Και βρίσκομαι τώρα στο διαδίκτυο.

Δεν τρώω παξιμαδάκια και δεν πίνω κονιάκ μαζί με τις εικόνες του πένθους, της φροντίδας, του τελικού στολίσματος. Δεν βλέπω δάκρυα

και δεν βλέπουν οι άλλοι τα μάτια μου. Δεν σφίγγω χέρια, δεν αγκαλιάζω. Κι αυτό είναι μια στέρηση.

Ίσως στάξω τρεις σταγόνες στη γη απ’ το επόμενο κρασί μου. Μια σπονδή. Έτσι με μάθανε να κάνω και κουβαλάω αιώνες μέσα μου μ’ αυτή

την αγιασμένη κίνηση.

Και αν και τόσο αρχαίος, με σπονδές και σκέψη με κήδος για τον οριστικά μετανάστη, αυτά τα γράφω στο διαδίκτυο, το τόσο νέο, που με

αρχαία ήθη και γλώσσα θέλω να με προικίζει κι όσο μπορώ κι εγώ να το μπολιάζω.

 

Πολλά απ’ όσα γίνονται και κοινοποιούνται σ” αυτή τη μεγάλη ή μικρή λεωφόρο (Τι λέξη, ε; Λεωφόρος. Κάτι που φέρει λαό… Και τον πάει,

πού;) των φίλων, Φίλων και «φίλων» και γνωστών, έχουν μέσα τους το σπέρμα τής θανατερής ματαιότητας.

Υπάρχουν όμως και εκείνα που κουβαλάνε μέσα τους την παντοδύναμη αγάπη, την αιώνια άνοιξη που κάθε χειμώνας νοσταλγεί και την

αγωνία χαράγματος ενός ίχνους που να βοηθήσει εαυτούς και αλλήλους να πλησιάσουν το κορυφαίο δημιούργημα τού ανθρώπου: τον

Άνθρωπο που μπορεί να πλάθει θεούς αγάπης.

 

23 Νοεμβρίου 2014

 

SHARE
RELATED POSTS
Δημοσιογράφοι επαρχίας. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, του Γιάννη Σιδέρη
Ποιες είναι οι καλύτερες προτάσεις που κατατέθηκαν στην 1η Διημερίδα Καινοτομίας του Στρατού Ξηράς
Ο αγράμματος τέως ΥΠΕΘΑ, του Μάνου Στεφανίδη
1 Comment
  • Χρήστος Μαγγούτας
    24 Νοεμβρίου 2014 at 06:14

    Κωστή,
    Το μεγαλύτερο νεκροταφείο είναι αυτό που FB. Άτομα που ανοίχτηκες και ανοίχτηκαν και είπατε όλα τα μυστικά της ζωή σας ακόμα και τα πιο απόκυφα, και ζήτησες τη γνώμη τους και ζήτησαν τη δική σου, ξαφνικά πεθαίνουν από άγνωστη αρρώστια.
    R.I.P.

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.