Βιβλίο

Διαβάζοντας: “Ο μαύρος οβελίσκος”, του Άγγελου Κουτσούκη

Spread the love
  • 612
    Shares

Βιβλιοπρόταση: Άγγελος Κουτσούκης: “Ο άνθρωπος που έμενε στον Φάρο” από τις εκδόσεις Φίλντισι

Ο  Άγγελος Κουτσούκης είναι Ραδιοφωνικός Παραγωγός και Δημοσιογράφος.

Λόγω lockdown διατίθεται προς το παρόν μόνο από τις εκδόσεις Φίλντισι on line, με μειλ ή τηλεφωνικά 210 65 40 170 – [email protected]

όλα τα συγγραφικά έσοδα θα διατεθούν σε οικογένειες με παιδικό καρκίνο.

 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΟΒΕΛΙΣΚΟΣ΄΄ του ΕΡΙΧ ΜΑΡΙΑ ΡΕΜΑΡΚ εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

΄΄Ο μαύρος οβελίσκος΄΄ είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο το 1956, από έναν συγγραφέα που πολύ νωρίς έγινε διάσημος με το πρώτο του μυθιστόρημα, το περίφημο΄΄Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό μέτωπο΄΄, που, όμως, εξ αιτίας αυτού,,κυνηγήθηκε όσο λίγοι από το χιτλερικό καθεστώς.

Από εργατική οικογένεια, επιστρατεύτηκε σε ηλικία 18 ετών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πολέμησε στο Δυτικό Μέτωπο. Τον Ιούλιο του 1917 τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου σε στρατιωτικό νοσοκομείο στη Γερμανία.

Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ έζησε τη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα πεδία των μαχών γι’ αυτό και η γραφή του είναι βιωματική, σπαρακτική. Ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα μέχρι το 1929, οπότε δημοσιεύτηκε το περίφημο μυθιστόρημά του Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο, ένα αντιπολεμικό έργο κλασικό στο είδος του, όπου περιέγραφε τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Το μυθιστόρημα αυτό, με το οποίο ο Ρεμάρκ έγινε διάσημος παγκοσμίως, μεταφράστηκε σε 45 γλώσσες και γυρίστηκε και κινηματογραφική ταινία..

Ένας από τους πρώτους που γνώρισε στον πόλεμο ήταν ο νεαρός Αδόλφος Χίτλερ. Οι σχέσεις τους από την αρχή ήταν ψυχρές, γιατί όπως ανέφερε ο Ρεμάρκ, δεν υπήρχε κανένα κοινό σημείο αναφοράς. Τα κίνητρα τους ήταν εντελώς διαφορετικά. Η μοίρα όμως θα ένωνε ξανά τους δρόμους τους και όχι για καλό. Μετά το τέλος του πολέμου, είχε αποκομίσει τόσες πολλές και ουσιαστικές εμπειρίες που θέλησε να τις μοιραστεί με τον κόσμο. Έτσι οι αναγνώστες διαβάζοντας το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», μπορούσαν να γνωρίσουν τη φρίκη του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός απλού στρατιώτη. Το αντιπολεμικό μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1929. Το ύφος του βιβλίου ήταν τόσο έντονο και ρεαλιστικό που ο συγγραφέας άλλαξε το επίθετο του σε Paul, που ήταν της μητέρας του. Μέσα σε λίγες μέρες έγινε μπεστ σέλερ. Περισσότερα από 20.000 αντίτυπα είχαν πουληθεί. Πολύ γρήγορα, κέντρισε και το ενδιαφέρον των σεναριογράφων της εποχής, που θέλησαν να το μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη. Η επιτυχία του θορύβησε τον Χίτλερ, ο οποίος μαζί με τον Γκέμπελς θεώρησε ότι δείχνει τον γερμανικό στρατό αποδυναμωμένο και φοβισμένο.  Οι φίλοι του Ρεμάρκ τον ενημέρωσαν για την αναστάτωση που προκάλεσε το βιβλίο του. Μέχρι το 1933, ο ηγέτης των ναζί προσπάθησε να αγοράσει όλα τα αντίτυπα για να τα ρίξει στην πυρά. Ο Ρεμάρκ, φοβισμένος από το κακό κλίμα που είχε δημιουργηθεί αποφάσισε να διαφύγει στις ΗΠΑ, μέσω Ελβετίας το 1939. Η φυγή του εξόργισε τον Γκέμπελς ο οποίος τον κατηγόρησε ανοιχτά για δειλία και ζήτησε δημόσια την τιμωρία του. Η οικογένεια του έμεινε πίσω και πλήρωσε βαρύ τίμημα Φεύγοντας, άφησε πίσω την οικογένεια του. Οι Γερμανοί συνέλαβαν την αδελφή του Ελφρίντε. Μια φιλήσυχη γυναίκα, που διέμενε στη Γερμανία με τα δυο παιδιά και τον σύζυγό της. Δικάστηκε για υπονόμευση του γερμανικού λαού, μια κατηγορία που ήταν εντελώς ψευδής. Έγινε εν γνώση της ο αποδιοπομπαίος τράγος, προκειμένου να σωθεί η ζωή του αδερφού της. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Την εκτέλεσαν στις 16 Δεκεμβρίου 1943. Η είδηση της εκτέλεσης της αδελφής του, δεν ώθησε τον Ρεμάρκ να γυρίσει πίσω. Έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα μεταξύ Ελβετίας και Γαλλίας, όπου συνέχισε να γράφει. Απέκτησε χρήματα και δόξα. Δεν μίλησε ποτέ για την αδερφή του. Στη μνήμη της αφιέρωσε δεκαετίες αργότερα ένα μυθιστόρημα με το πραγματικό του όνομα. Ο Ρεμάρκ πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 1970, σε σε ηλικία 72 ετών στην Ελβετία….

Μέχρι τον θάνατό του ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ είχε τη φήμη του κατεξοχήν ειρηνιστή, χάρη στο αντιπολεμικό του αριστούργημα. Ωστόσο ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του «μη πολιτικό ον».

Νομίζω ότι πρίν μιλήσουμε για το ββλίο, έπρεπε να πούμε μερικά λόγια για τον συγγραφέα. Σε αντίθεση με τον νεαρό ήρωα του βιβλίου του, ο Ρεμάρκ δεν ξαναγύρισε στην Γερμανία. Αυτό  λέει πολλά.

Στον ΄΄Μαύρο Οβελίσκο΄΄  γυρνάμε στο 1923. Οπως γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε ξανά στα ελληνικά σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη από τις εκδόσεις ΄΄Κέδρος΄΄,το 1923 ΄΄ήταν η χρονιά του μεγάλου πληθωρισμού. Η εποχή των κερδοσκόπων και των κομπιναδόρων, των δημοσίων υπαλλήλων και των μεγάλων εμπόρων, των φτωχών συνταξιούχων και των αναπήρων πολέμου – μιάς κοινωνίας σε αποσύνθεση. Μια ολόκληρη γενιά έμαθε να επιβιώνει χωρίς μέλλον και όραμα. Όπως τόσοι άλλοι, ο Λούντβιχ έχασε τα νιάτα του στον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο και δεν ξέρει πιά που ανήκει.   Με αυτό το μυθιστόρημα, που διαπραγματεύεται μιά αργοπορημένη νιότη, ο Ρεμάρκ γίνεται ο  χρονικογράφος της άγριας και πολυτάραχης δεκαετίας του 1920, με τις οικονομικές σπέκουλες και τα πρώτα εθνικιστικά έκτροπα – μιάς εποχής που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο μεγάλες καταστροφές του 20ου αιώνα΄΄.

Οπως γράφει στο επίμετρο του βιβλίου ο  Tilman Westphalen : «Η φασιστική Γερμανία και τα εγκλήματα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου έχουν τις ρίζες τους στην ίδρυση του Γερμανικού Ράιχ το έτος 1871, το οποίο γεννήθηκε από την υπεροψία τού γερμανικού εθνικισμού και τη φιλοδοξία του να εδραιώσει τη θέση της Γερμανίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, ίσως και από μία λανθάνουσα τάση προς την καταστροφή, στην οποία ρέπει ο στρυφνός, φλεγματικός και αιθεροβάμων γερμανικός λαός, γνωστός για τη μεγαλομανία του, την προσκόλληση στη μεταφυσική, την έλλειψη συμβιβαστικότητας και την απροθυμία να αποδεχτεί την πραγματικότητα».

O Eριχ Μαρία Ρεμάρκ στον “Μαύρο Οβελίσκο” καταγράφει, εκ των  υστέρων βέβαια.την εποχή της εμφάνισης και της ανόδου του φασισμού στην Γερμανία. Αμέσως μετά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο  η ηττημένη Γερμανία βρίσκεται βυθισμένη στην οικονομική κρίση –αποτέλεσμα της ήττας της στον πόλεμο. Ο συγγραφέας περιγράφει συγκλονιστικά την εποχή μέσα από την ματιά του νεαρού ήρωά του. Μια ματιά νεανική, σχεδόν ανάλαφρη, σαρκαστική, επιφανειακά τουλάχιστον. Ο Λούντβιχ δουλεύει σε ένα γραφείο κηδειών, σε ένα γραφείο που κατασκευάζει ταφικά μνημεία. Είναι σχεδόν κυνικός σε ότι αφορά τον θάνατο, αλλά σχεδόν  έφηβος όσον αφορά  όλα τα υπόλοιπα, κυρίως στον έρωτα. Ερωτεύεται  την Ιζαμπέλ, που είναι ψυχικά άρρωστη και φιλοξενείται στο τοπικό ψυχιατρείο. Δεν είναι τυχαίο που, στο τέλος του βιβλίου, όταν ο ήρωας ξαναγυρνά στη γενέτειρά του, μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου πολέμου, τα μόνα κτίρια  που δεν έχουν γκρεμιστεί από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, είναι το ψυχιατρείο και το μαιευτήριο.

΄΄Στα χρόνια του πολέμου ,το Βερντενμπρίκ χτυπήθηκε από τους βομβαρδισμούς τόσο σφοδρά,που σχεδόν κανένα κτίριο δεν έμεινε ανέπαφο. Η πόλη ήταν σιδηροδρομικός κόμβος,με αποτέλεσμα να γίνεται συχνά στόχος. Εναν χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου,περαστικός από εκείνα τα μέρη, ξαναβρέθηκα για μερικές ώρες στα παλιά μου λημέρια.  Δοκίμασα να σεργιανίσω στους γνώριμους δρόμους, μα σύντομα χάθηκα, κι ας είχα ζήσει τόσα χρόνια σ΄αυτή την πόλη. Ο πόλεμος δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο πέρα από  ερείπια και συντρίμμια. Ούτε και βρήκα κάποιον από τους αλλοτινούς γνωστούς μου. Κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, σε ένα μαγαζάκι που στεγαζόταν σε μιά προχειροφτιαγμένη σανιδένια παράγκα, αγόρασα  μερικές καρτ ποστάλ με απόψεις της πόλης από τα προπολεμικά  χρόνια. Ήταν όλο κι όλο ότι είχε απομείνει. Σε άλλες εποχές, όταν κάποιος ήθελε να θυμηθεί τα νιάτα του, επέστρεφε στον τόπο όπου είχε περάσει τα νεανικά του χρόνια. Στη σημερινή Γερμανία, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Όλες οι ερειπωμένες πολιτείες έχουν μεν ξαναχτιστεί πάνω στα συντρίμμια τους, αλλά μοιάζουν ξένες. Μονάχα οι παλιές καρτ ποστάλ έχουν μείνει να θυμίζουν το αλλοτινό τους πρόσωπο. Τα μοναδικά κτίρια που έμειναν ανέπαφα από τους βομβαρδισμούς είναι το ψυχιατρείο και το μαιευτήριο-προπάντων χάρη στην ευνοϊκή θέση τους, λίγο παραέξω από την πόλη. Μετά τον πόλεμο ξαναγέμισαν αμέσως από τρελούς και ετοιμόγεννες γυναίκες. Μάλιστα χρειάστηκε να γίνουν σημαντικές επεκτάσεις και να δημιουργηθούν νέες πτέρυγες.΄΄.

Ο Ρεμάρκ κάνει και κάτι άλλο σε αυτό το μυθιστόρημα. Περιγράφει στο τέλος την ατιμωρησία όλων αυτών που υποστήριξαν το ναζιστικό καθεστώς,σε αντίθεση με αυτούς που το πολέμησαν που,λίγο πολύ πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Θα μπορούσαμε να γράψουμε σελίδες επί σελίδων για το τί συμβολίζει ο ΄΄Μαύρος Οβελίσκος΄΄ του τίτλου,πράγμα που αναφέρεται στο επίμετρο του βιβλίου που έγραψε ο Tilman Westphalen. Θα το διαβάσουν όσοι αποφασίσουν να διαβάσουν το βιβλίο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ την πατρίδα του και τους συμπατριώτες του γιά την υποστήρηξή τους στον ναζισμό. Γι’ αυτό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Γερμανία μετά το τέλος του πολέμου. Επειδή είχε ζήσει από πρώτο χέρι το πόσο εύκολο είναι μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης ενός λαού,να επωασθεί το αυγό του φιδιού. Κάτι που στην Γερμανία συνέβη και οδήγησε σε δύο παγκόσμιους πολέμους.

Και όπως έγραψε για το βιβλίο ο Αγγελος Πετρουλάκης : ” Το μεγάλο πλεονέκτημα του Ρεμάρκ είναι ότι κατορθώνει να περνά από το μαύρο χιούμορ στον βαθύ ανθρωπισμό με την ίδια ευκολία που ένα ανοιξιάτικο αεράκι αλλάζει κατεύθυνση. Οι βαθιές πληγές που του άφησε ο πόλεμος, όταν 18χρονο παιδί βρέθηκε στα χαρακώματα της περιοχής τού Βερντέν, του άνοιξαν μεγάλα παράθυρα στην ουσία τής ζωής, βιωματικά και όχι μυθοπλαστικά. Άλλωστε, το «Ο Μαύρος Οβελίσκος» είναι και αυτοβιογραφικό κάποιων χρόνων του…… Η Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε τον μεσσία της στο πρόσωπο του Χίτλερ. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολλά χρόνια.

Η Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε τον μεσσία της στο πρόσωπο της Μέρκελ. Χρειάστηκαν πολλά περισσότερα χρόνια, γιατί είχε διδαχτεί κάτι επί πλέον: ότι θα πρέπει να υποδουλώσει την Ευρώπη οικονομικά, πρώτα.”

Ο ΄΄Μαύρος Οβελίσκος΄΄ είναι ένα εμβληματικό μυθιστόρημα. Περιγράφει μια από τις πιό δύσκολες εποχές της ανθρωπότητας και διαβάζοντας το σήμερα ,εξήντα πέντε σχεδόν χρόνια μετά, καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί όποιος δεν γνωρίζει ιστορία, μοιραία θα ξαναβρεθεί να κάνει τα ίδια λάθη που έκαναν και άλλοι πριν από αυτόν.

  • 612
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Γιάννης Μακριδάκης: “Αντί Στεφάνου”, του Τάσου Γέροντα
Ηλίας Κόλλιας: Ο τελευταίος Μεγάλος Μάγιστρος-Βαγγέλης Παυλίδης: δρόμοι παράλληλοι, του Νίκου Νικολάου
“Φένια, η αγαπημένη των ήχων”, του Μάνου Κοντολέων

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.