Αναγνώστες

Το πορτραίτο του βλέμματος, του Παναγιώτη Δελλή

Spread the love

PANAYOTIS PAPADIMITROPOULOS
Le portrait du regard
par
Panagiotis Dellis
Thessalonique
2013


“Do not go gentle into that good night.
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light…”

Dylan Thomas






La notion de vérité me semble être un outil qui permet de créer des nouvelles approches, d’installer de nouvelles méthodes en ce qui concerne la poïétique de la photographie, la poïétique étant la focalisation sur ce qui se passe pendant la gestation de l’image, lorsqu’elle est en train de se faire.



Panayotis Papadimitropoulos

(Paris, 22 Août 2012)






Il ne faut pas dire que le passé éclaire le présent ou le présent éclaire le passé. Une image, au contraire, est ce en quoi l’Autrefois rencontre le Maintenant dans un éclair pour former une constellation. En d’autres termes: l’image est la dialectique à l’arrêt (Bild ist die Dialektik im Stillband). Car, tandis que la relation du présent au passé est purement temporelle, la relation de l’Autrefois avec le Maintenant est dialectique: elle n’est pas de nature temporelle, mais de nature figurative (bildlich). Seules les images dialectiques sont des images authentiquement historiques, c’est-à-dire non archaïques. L’image qui est lue – je veux dire l’image dans le Maintenant de la connaissabilité – porte au plus haut degré la marque du moment critique, périlleux (den Stempel des kritischen, gefährlichen Moments), qui est au fond de toute lecture.



Walter Benjamin
Paris, capitale du XIXe siècle. Le livre des passages,

éd. R.Tiedemann, trad. J. Lacoste, Paris, Le Cerf, 1989, P.479-480






Form? Spirit, spirit of forms, forms of forms? Form of forms, formalism, uniform? One form? Style-cycles, archaic, classic, late forms? Broken-forms, impressionism, empty forms? Bad form, good form, right, wrong form? Forms follow function-filthy-lucre? Form without substance? Without end? Without time?


A. Reinhardt


(texte reproduit dans Ad Reinhardt, Los Angeles-New York, The Museum of Contemporary Art-The Museum of Modern Art, 1991, p.124)






Lorsque je dis: Je vois telle chose, ce n’est pas une équation que je note entre je et la chose. (…) Mais, dans le rêve, il y a équation. Les choses que je vois me voient autant que je les vois.


Paul Valéry



Χώρος του βλέμματος, Χώρος του πνεύματος





Το υπαρκτό μάς υπερβαίνει-ο κόσμος μέσα στην καθημερινότητά του είναι το υπερβατό.



Η λεξιθεσία προβάλλει τον κόσμο στην οικειότητά του× η εικονοθεσία προβάλλει την οικειότητά της στον κόσμο.


Το πραγματικό αντικείμενο αντανακλά μόνο το όνομά του, το ωθεί στην λήθη× το πνευματοποιημένο αντικείμενο βρίσκει ενίοτε μέσα στο μάτι την πραγματικότητά του.


Το έργο του ζωγράφου είναι το υπόστρωμα της ζωγραφικής όπως η πραγματικότητα το υπόστρωμα του ορατού. Το έργο και η πραγματικότητα μυστικοποιούνται από την ορατότητα που δημιουργούν.


Το ορατό προσέρχεται ως ολότητα που ανακτά την αποσπασματικότητα του κόσμου και την ενοποιεί. Το μάτι βρίσκει την ανακτημένη πραγματικότητα ακινητοποιώντας κάποια σπαράγματά της.


















































Panayotis Papadimitropoulos
Clignacourt Paris




Η ζωγραφική προτάσσει την επιφάνεια της ψευδαίσθησης όπως η πραγματικότητα το ορατό.



Τί είναι το φόντο στην ζωγραφική, υπό τον όρο ότι δεν είναι φόντο αλλά ανεύρεση! Και ποιό είναι το φόντο της σκέψης, που στην ουσία της δεν έχει φόντο, αλλά ωστόσο αναπαρίσταται σε κάποιο σημείο! Καταδεικνύοντας την λειτουργία της σκέψης θα συνιστούσε αποσύνθεση της αναπαράστασής της προς όφελος της μοναδικής της προβολής, αλλά σε ποιόν χώρο! Απαιτείται η επιφάνεια του όγκου, η επιφάνεια της ψευδαίσθησης…



Την δεκαετία του ’60, πολλοί ζωγράφοι χρησιμοποιούσαν το επισκόπιο, που τούς επέτρεπε παράλληλα να είναι χειριστές της ψευδαίσθησης και απρόσωποι ρεαλιστές× ασκούνταν άμεσα στην σκιά των αντικειμένων: σκιά που ήταν προβολή της ορατότητας. Από την δεκαετία του ’70, οι περισσότεροι επέστρεψαν στο σχέδιο, άμεση ζύμωση του πνευματικού ειδώλου.



Οι τίτλοι των έργων μεταμορφώνουν τα ζωγραφισμένα αντικείμενα σε αντικείμενα ψευδαίσθησης, μόνο που οι ζωγραφισμένες λέξεις είναι αντικείμενα οι ίδιες× διανοητικά αντικείμενα με διπλή λειτουργία: της γραφής, που προσανατολίζεται στο φαντασιακό× του ορατού, που προσπίπτει στα μάτια.


Οι εικόνες της πραγματικότητας αποτελούν συχνά εικόνες εικόνων, ως εκ τούτου φασματικές. Τα επικοινωνιακά μέσα μάς «μπουκώνουν» με αυτές τις σκιές στο όνομα της πληροφορίας, η οποία τοιούτως είναι η ψευδαίσθηση της ψευδαίσθησης ως επί του πραγματικού προσφερομένη.



Ποιό είναι το νόημα της εικόνας; Το ορατό μπορεί να γίνει εικόνα, και η εικόνα με την πραγματικότητα συνδιαλέγεται την ίδια αναφορά που συντηρεί το βλέμμα. Η ομοιότητα με την πραγματικότητα μάς αρκεί. Εξάλλου, το αντικείμενο ορίζεται από την χρήση του, και παύεται κάθε διερώτημα για την εικόνα του αντικειμένου. Η αναπαράσταση είναι παιγνίδι, που λειτουργεί άψογα ακόμα και αν λησμονούμε ότι η ένθεση περιέχει την αναφορά μας προς τον κόσμο.

Το ορατό υπάρχει στον βαθμό που μάς μετατοπίζει!


Ο Έτερος οφείλει να είναι το όμοιό μου για να τού αναγνωρίσω το Έτερο. Η ετερότητα έχει χρείαν από την οθόνη της ομοιότητας.


Ήταν η στιγμή που η σκέψη του ζωγράφου διαπέρασε το αντικείμενο που ο ζωγράφος αναπαριστούσε× μα το αντικείμενο ήταν ήδη μέσα στην σκέψη. Προς το οποίο η σκέψη τονώνει το ορατό, και προς το οποίο η σκέψη επινοεί επιπλέον το ορατό, έτσι που από την άγνοια του αισθητού να αναδύεται μέσα μας το υλικό που διεγείρεται αδιόρατα προς το φως.



Οι εικόνες γίνονται παρουσιάσεις από το βλέμμα, όχι από την πραγματικότητα.



Η όραση δεν είναι εξακρίβωση, είναι ανάγνωση.


Το βλέμμα διαπερνά το τζάμι χωρίς να το βλέπει. Αν αντιληφθείτε το τζάμι και το γεγονός ότι, μέσα στο βλέμμα, το τζάμι παρεμβάλλει πυκνότητα, ανακαλύπτετε επιπλέον την πυκνότητα της διαφάνειας που συσφαιρεί το βλέμμα και το συνιστά.



Σήμερα, η πλειονότητα των οπτικών έργων αναζητούν την πληρότητα της όρασης. Καλλιεργούν την αίσθηση του αμφιβληστροειδούς, όχι την ενέργεια του πνευματικού. Προσδιορίζουν την όραση αντί να την μεταδίδουν. Δεν είναι βλέμμα μέσα στο βλέμμα, μα σκηνογραφία, ιδέα. Και τίποτε δεν εξαντλείται πιο γρήγορα από την ιδέα, γιατί μόλις καταστεί έργο τέχνης, εκκρίνει πλέον μόνο το ήδη-ιδωμένο.



Σημείο αφετηρίας του αοράτου είναι το μάτι.



Το οραματικό παρακολουθεί την όρασή του και, μέσα στην κίνηση του οράματος, δεν ταπεινώνει πλέον την εικόνα στον ρεαλισμό, προς το αναφερόμενό της, αλλά τής παραχωρεί ιδιότητα αντικειμένου και την μεταμορφώνει σε σκέψη της πραγματικότητας.





Η πρισματική επιφάνεια εισάγει στον χώρο του βλέμματος έναν χώρο αναλογίας και η ανακάλυψή του συνιστά αποκαλυπτική χειραφέτηση. Μα το πρισματικό είναι εξίσου, μέσα στην πυκνότητά του, το «εντός» που αντιλαμβανόμαστε στον «εκτός» χώρο: διαφάνεια του «εντός» χώρου που ορίζει και υπεκφεύγει ταυτόχρονα.



Το τζάμι, που αίρεται και επαληθεύεται μέσα στην διαφάνειά του, δημιουργεί την συνύπαρξη, αντιφατική μέσα του, ενός χώρου όμοιου προς αυτόν εντός του οποίου τα μάτια αντιστρέφουν το βλέμμα. Έτσι, το τζάμι είναι χώρος εσωτερικός και χώρος εξωτερικός. Μπροστά του, θα λέγαμε το εξής: το ορατό πηγάζει από την πιθανοφάνεια του νοερού!


Ανάμεσα στην σκέψη που διερωτάται αυτό που είναι η πραγματικότητα και την ίδια την πραγματικότητα, βρίσκεται το ορατό.














































Panayotis Papadimitropoulos
Autoportrait Salonique


Μέσα στην ταυτοχρονότητα της όρασης και του οράν βρίσκεται ταχύτερη από την συνείδηση η αμεσότητα.


Δεν κάνουμε λόγο για το προφανές: αυτό έχει την δική του επάρκεια. Εντελώς όπως έχει την δική του επάρκεια το ορατό, που και αυτό ανασύρεται από το προφανές. Δεν θα συμπεραίναμε εύκολα ότι, όντας η πραγματικότητα ορατή, καθετί πραγματικό είναι ορατό, και καθετί ορατό πραγματικό. Ωστόσο το ορατό δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράστασή του. Εξου η εξορία του παραδείσου.



Όλα είναι εδώ, ενώπιόν μου, καθετί πραγματικό υπό το πρίσμα του ορατού× όλα είναι εδώ, ενώπιόν μου, απουσιάζει όμως το σώμα μου.



Το ορατό είναι ο φωτεινός θάλαμος, όπου όλα ανοίγονται στην όραση, μέσα στο φως. Το αόρατο, είναι ο σκοτεινός θάλαμος που, μέσα του, μεταμορφώνει ό,τι βρίσκεται έξω από μένα υπό την μορφή του ορατού.


Το μάτι είναι προσανατολισμός, απόλυτα.


Η οπτική αντίληψη μεταμορφώνει την εικόνα της πραγματικότητας σε εικόνα ομοιότητας, και από δω παράγεται η οπτική σκέψη.


Η συνείδηση τέμνει το οπτικό του νοητού: μάς ωθεί στην λήθη της διάρκειάς τους: της ομοιότητάς τους.


Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο εξολοκλήρου διατυπωμένο από την αρχή. Αυτό δεν είναι λοιπόν το απόκρυφο σχέδιο της τέχνης! Όταν καταστήσει την πραγματικότητα στην εικόνα της, δεν θα βρίσκεται πλέον σε κατάσταση διλήμματος, ούτε θα είναι αναπαράσταση, αλλά το ίδιο το αντικείμενο. Ως εκ τούτου, το πνευματικό και το πραγματικό θα είναι ταυτισμένα× και θα σημάνει το βασίλειο μίας άλλης συνύπαρξης…


Η ανάγκη ύπαρξης του ίδιου του αντικειμένου κατευθύνει σήμερα το οπτικό σε δύο υποθέσεις εργασίας, που είναι οι δύο αντιθετικοί πόλοι της σύγχρονης τέχνης. Από την μία, η παραστατική υπόθεση, που παρουσιάζει αντικείμενα ή αποσπάσματα του κόσμου, παραγράφοντας την σχέση τους ως προς το αναφερόμενό τους× από την άλλη, η αφηρημένη υπόθεση, που επιχειρεί να αφαιρέσει καθετί το ανεκδοτικό, και μάλιστα κάθε μορφή, έτσι που θέμα της ζωγραφικής να είναι η ζωγραφική. Στις δύο περιπτώσεις, η αναπαράσταση είναι γονιμοποιημένη, παραλυμένη× ο πίνακας δεν είναι πλέον οφθαλμαπάτη μέσα στην διαφάνεια του οποίου το βλέμμα διέφευγε μπροστά του και βυθιζόταν στην πνευματικότητα: είναι αδιαφανής, στερείται περιγράμματος, έχει όγκο, και παράγει το νόημά του αντί ν’ αποδίδει σημασία. Το βλέμμα καθηλώνεται στο όριό του. Και επιστρέφοντας το βλέμμα σε εκείνο το σημείο, ανακαλύπτει στο αντικείμενο, που παραμένει πίνακας, αλλά πρωτίστως ένα πνευματικό αντικείμενο, την ιστορία του.



Ο χώρος είναι ελευθερωμένος: αντιλαμβανόμαστε τον όγκο του, το πεδίο του. Ο πίνακας δεν υποβάλλεται πλέον στην όραση, αλλά στην σκέψη.



Το βλέμμα εξετάζει την αναπαράσταση ως αυτοάσκηση ερωτημάτων για το ίδιο, αρνούμενο έτσι την φυσική απόσπαση της όρασης.



Πριν γίνω σκέψη για την όρασή μου, ήμουν η όρασή μου.


Χώρος του βλέμματος, χώρος του πνεύματος, αντανακλώμενοι στην μεταξύ τους αναλογία. Υφή σωμάτων αόρατη όπως αόρατος μέσα στην όραση ο αέρας.



Κατά διαστήματα αυτό που βλέπουμε είναι ο αέρας. Τον αισθανόμαστε εκεί όπως το νερό του βλέμματος. Το στοιχείο του. Το συστατικό του!


Βλέμματα σ’ εκκρεμότητα: στο εσωτερικό τους βλέπουμε τον αέρα.


το περιεχόμενο του βλέμματος
το βλέμμα περιέχον
το περιέχον περιεχόμενο σημείο της όρασης





Το εστιακό σημείο: ενίοτε αισθανόμαστε μέσα στην όραση την περισυλλογή του εστιακού-το σημείο του εστιακού της όρασης.

SHARE
RELATED POSTS
Μια σύντομη ιστορία, του Άγγελου Κουτσούκη
«Σε βρήκα», της Μαριάννας Βασιλείου
black-shadow-wallpaper-picture-6ya.jpg
Ταξίδια στον κυβερνοχώρο, της Μαρίνας Μέγα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.