Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Στη χώρα της βροχής -από τις εμπειρίες της φυλής μας, του Χρήστου Μαγγούτα

Spread the love

 

Οι Φωκείς δεν είχαν ανάγκη να μεταναστέψουν, να ιδρύσουν αποικίες. Η γη τους ήταν καρπερή, οι κάμποι τους φορτωμένοι λιόδεντρα, οπωρικά. Και τα γύρω βουνά, ψηλά και απόκρημνα, τους προστάτευαν από τις επιδρομές των νέων φυλών που κατέβαιναν από το βορρά.

Αλλά ήταν η εποχή που όλοι έφευγαν για νέες πατρίδες. Η Ελλάδα γύρευε να βγει απ’ τον εαυτό της, είτε από τις δυσκολίες του παρόντος, είτε από το φόβο του μέλλοντος, και σχεδόν ένιωθε ντροπή όποιος έμενε.

Έτσι κι αυτοί θέλησαν ν’ ακολουθήσουν το ρεύμα που τους παράσερνε όλους προς το άγνωστο. Ναυπήγησαν καμιά εικοσαριά καράβια για μακρινά ταξίδια – (ως τότε τους αρκούσαν οι ψαρόβαρκες), μαζεύτηκαν σχεδόν χίλιοι νομάτοι, οι πιο φτωχοί, οι πιο δυνατοί, οι πιο ριψοκίνδυνοι για να δοκιμάσουν την τύχη τους μακριά απ’ τις γυμνές κορφές του Παρνασσού, το στενό κάμπο της Ιτιάς, τα ρηχά νερά του Κορινθιακού.

Κι ως ήταν συνήθεια απαράβατη όλων των Ελλήνων πριν απ’ το μισεμό, έπεψαν ανθρώπους στο Μαντείο να ρωτήσουν για τις βουλές του θεού για τη μελλοντική τους πατρίδα. Οι ιερείς του Λοξία, άκουσαν προσεχτικά τους προσκυνητές, μέτρησαν τα λόγια της Πυθίας, ανασκάλεψαν παλιές μνήμες κι εμπειρίες, κούνησαν το κεφάλι τους αγναντεύοντας τον κάμπο που λαμποκοπούσε κάτω απ’ το πόδια τους.

– «Να πάτε να χτίσετε την αποικία σας στη χώρα της βροχής», αποφάνθηκαν. «Είναι μακρινή γης, όπου βρέχει όταν είναι ασυννέφιαστος ο ουρανός. Εκεί να πάτε».

Τέτοια ήταν η βουλή του θεού. Τα καράβια ξεκίνησαν κι ούτε ήξεραν πού πήγαιναν. Άραξαν σε πλούσια νησιά και σε ξερονήσια, σε καυτές αμμουδιές και σε καρπερές παραλίες, αλλά πουθενά δεν είδαν να βρέχει με ασυννέφιαστο ουρανό.

Κάποτε – θάχε περάσει ένας χρόνος στη θάλασσα – βρέθηκαν σε κάποια ακτή της Σικελίας. Το μέρος ήταν γνωστό: οι γείτονές τους οι Λοκροί είχαν χτίσει μια αποικία εκεί πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, κι απ’ ό,τι φημολογιόταν η πόλη πλούταινε και πρόκοβε.

Αποφάσισαν λοιπόν να πιάσουν στεριά, να ξεκουραστούν λιγάκι από το μεσημεριάτικο λιοπύρι ανάμεσα σε παλιούς γνωστούς, να πάρουν τίποτα προμήθειες για το ταξίδι και να ρωτήσουν άμποτε άκουσαν κάτι γι’ αυτή την παράξενη χώρα της βροχής που έψαχναν να βρουν.

Στην ακρογιαλιά αντίκρισαν δυο γυναίκες, πούχαν ανέβει σ’ ένα βράχο, αγνάντευαν κατά την ανατολή κι έκλαιγαν.

Τις έδωσαν γνώρα κι αυτές άρχισαν να κλαίνε πιο πολύ καθώς ρωτούσαν για την πατρίδα και για τους γνωστούς και για τον κάμπο με τις ελιές και για το ιερό βουνό και για τη θάλασσα της Ιτιάς και τα βουνά της Πελοποννήσου όταν γυρίζει ο ήλιος. Κι όλο έτρεχαν βροχή τα δάκρυά τους.

Οι Φωκείς κατάλαβαν. Ούτε ρώτησαν τίποτα. Είχαν φτάσει στη γη της βροχής και του ασυννέφιαστου ουρανού που τους είχε πει ο Λοξίας – κι ήξερε αυτός απ’ τον πόνο της Φυλής.

Τώρα έμενε να σκεφτούν αν άξιζε να πληρώσουν το τίμημα…

 

[Καθώς εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς τα τελευταία χρόνια, σκέφτηκα να βάλω ένα παλιότερο κείμενό μου από το βιβλίο μου «Η σοφία των λαών», εκδόσεις Gutenberg, το οποίο έχει εξαντληθεί, συνεπώς δεν το κάνω για διαφημιστικούς λόγους !]

 

 

Χρήστος Μαγγούτας

SHARE
RELATED POSTS
Ονειρεύομαι ένα καθαρό σεντόνι, του Κωστή Α. Μακρή
Όταν η διάψευση κρίνεται ύποπτη…, του Γιώργου Αρκουλή
Τελετές φωτός, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.