Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Κλήδονας, η λαϊκή μαντεία, της Μαρλένας Σκουλά-Περιφεράκη

Spread the love
  • 25
    Shares

Η κα Μαρλένα Σκουλά-Περιφεράκη είναι Λογοτέχνης. Έχει παραχωρήσει τα ποιήματά της στην Πόρτα.

08035e6c-724d-4f8a-a19d-6c9670338cef.jpg

Οι παραδόσεις τού λαού είναι θησαυροί ανεκτίμητοι που δηλώνουν την ξεχωριστή ταυτότητα κάθε έθνους.

Η Ελλάδα διακρίνεται για τα ήθη και τα έθιμά της που τα διατηρούν όχι μόνο όσοι κατοικούν μέσα στη χώρα αλλά και όσοι ζουν σε άλλες χώρες. Κι αυτό οφείλεται στη μεγάλη προσπάθεια των λαογράφων να τα διατηρήσουν και να τα παραδώσουν στις νέες γενιές.

Ένα από τα ελληνικά έθιμα είναι και ο «Κλήδονας», ένα είδος λαϊκής μαντείας.

Σήμερα θα μεταφερθούμε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, του 1890.

Εκεί, η Μαράγια 16 ετών, μια νέα αριστοκρατικής οικογενείας, προσπαθώντας μαζί με τις φίλες της να μαντέψουν ποιον θα παντρευτούν, αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια του «Κλήδονα».

Η μαντεία γίνεται κάθε χρόνο στις 23 Ιουνίου, παραμονή τής γιορτής τού Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Την παραμονή τής γιορτής του Αγίου, συγκεντρώθηκαν τα κορίτσια στο σπίτι τής Μαράγιας, στις δέκα το πρωί, χαρούμενες και ελπίζοντας σε μια μαντική επιτυχία.

― Κορίτσια, είπε η Μαράγια, θα κατεβούμε στον κήπο του σπιτιού μου και χωρίς να μιλάμε θα γεμίσουμε ένα πιθάρι νερό. Μέσα στο πιθάρι, η κάθε μία θα ρίξει ένα αντικείμενο δικό της ή ένα λουλούδι. Θα κλείσουμε το πιθάρι που είναι ο κλήδονας και αύριο το πρωί θα έλθετε να το ανοίξουμε, πάλι χωρίς να μιλάμε.

Με μεγάλη περιέργεια τα κορίτσια ακολούθησαν τις συμβουλές τής Μαράγιας. Την επομένη το πρωί, που ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, συναντήθηκε η συντροφιά στο σπίτι τής Μαράγιας. Η μητέρα της καλοδέχτηκε τα κορίτσια και τους ευχήθηκε να έχουν επιτυχία στον σκοπό τους. Κατόπιν βγήκαν όλες στον κήπο.

Η Μαράγια κρατούσε μια κουτάλα και σιωπηλή άνοιξε το πιθάρι. Τα κορίτσια στάθηκαν γύρω της και εκείνη με την κουτάλα έβγαζε νερό που μέσα είχε ένα αντικείμενο ή λουλούδι. Το κάθε κορίτσι έπαιρνε αμίλητη το αντικείμενο ή το λουλούδι που ήταν δικό του, έβαζε στο στόμα του λίγο νερό από το πιθάρι και έφευγε.

Όταν έμεινε μόνη της η Μαράγια, έκανε και εκείνη το ίδιο. Βγήκε στον δρόμο και περπάτησε αρκετά. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά σε μια οικοδομή που χτιζόταν και άκουσε έναν εργάτη να φωνάζει έναν άλλον: «Μανώλη, ρε Μανώλη…».

Τότε, κατάπιε το νερό και άρχισε να σκέπτεται αν ήξερε κάποιον Μανώλη. Απογοητευμένη γύρισε στο σπίτι της και το είπε στη μητέρα της, που την παρηγόρησε λέγοντάς της πως σύντομα θα γνωρίσει έναν Μανώλη.

Σε λίγο την επισκέφθηκε η εξαδέλφη της η Φανή.

― Άκουσες ένα όνομα; τη ρώτησε η Μαράγια.

― Ναι, άκουσα «Δημήτρη» και όπως γνωρίζεις θα παντρευτώ τον Νίκο. Ψέματα λέει ο κλήδονάς σου.

Πέρασαν δέκα μέρες. Εκείνο το πρωί η Μαράγια δέχτηκε την επίσκεψη της φίλης της της Στάσας.

― Μαράγια, το απόγευμα θα πάω στο χρυσοχοείο του κ. Κωνσταντινίδη να πάρω ένα βραχιόλι που έχω παραγγείλει. Θέλεις να έλθεις μαζί μου; Έχει πολύ ωραία κοσμήματα, μπορεί κάποιο να σου αρέσει.

― Θα έλθω, είπε η Μαράγια.

Συναντήθηκαν το απόγευμα. Όταν έφθασαν στο μαγαζί του Κωνσταντινίδη, η Μαράγια κοίταξε τη βιτρίνα και εντυπωσιάστηκε από τα ωραία σχέδια των κοσμημάτων. Μετά πέρασαν στο κατάστημα.

Ένα ψηλός άντρας, όμορφος, τις καλοδέχτηκε.

― Κύριε Μανώλη, ήλθα να πάρω το βραχιόλι μου, είναι έτοιμο; ρώτησε η Στάσα.

― Βέβαια, της απάντησε εκείνος.

Άνοιξε μια βιτρίνα και της έδωσε το βραχιόλι.

Η κοπέλα το φόρεσε στο χέρι της και κοίταξε τη Μαράγια.

― Πολύ ωραίο είναι, της είπε εκείνη. Με γεια σου!

Στο άκουσμα του ονόματος του Μανώλη, η καρδιά τής Μαράγιας χτύπησε δυνατά. Κοίταξε εκείνον τον ωραίο άντρα και σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν το ταίρι τής ζωής της.

Η Στάσα τής τον σύστησε.

― Έχετε πολύ ωραία κοσμήματα, κατάφερε να πει η Μαράγια και συνέχισε: Θα έλθω μια μέρα να διαλέξω μερικά.

― Να έλθεις όποτε θέλεις, της απάντησε ο κοσμηματοπώλης.

Τα δυο κορίτσια φύγανε. Στον δρόμο η Μαράγια ρώτησε τη φίλη της αν τον ξέρει καιρό τον Μανώλη.

― Από αυτόν η μητέρα μου έχει αγοράσει πολύ ωραία κοσμήματα, είναι η καλύτερη πελάτισσά του.

Η Μαράγια, την επομένη το πρωί, επισκέφθηκε το μαγαζί τού Μανώλη.  Τον βρήκε μόνο του και άρχισε να τον ρωτάει για τη δουλειά του, θέλοντας να πιάσει κουβέντα.

― Κύριε Μανώλη, θα ήθελα να δω το βραχιόλι με τα φίδια.

― Αμέσως! Θα το βγάλω από τη βιτρίνα, να το βάλεις στο χέρι σου να το δεις.

― Η Στάσα μού είπε πως όλα αυτά τα ωραία αντικείμενα τα κατασκευάζετε εσείς.

― Είναι αλήθεια. Νιώθω μεγάλη χαρά όταν κάνω κάτι που μου αρέσει.

― Σας καταλαβαίνω. Η δημιουργία είναι ένα πολύτιμο αγαθό γι’ αυτόν που έχει το ταλέντο να το κάνει. Σας θαυμάζω γι’ αυτή σας την επιτυχία.

Ο επιχειρηματίας κολακεύτηκε από τα λόγια τής Μαράγιας και της ζήτησε να βγουν την Κυριακή περίπατο.

Η καρδιά τής Μαράγιας χοροπήδησε χαρούμενα και συμφώνησε.

Έτσι, την Κυριακή το πρωί, η Μαράγια και ο Μανώλης, μ’ ένα αμαξάκι, έκαναν μια μεγάλη βόλτα στα περίχωρα της Σμύρνης, κουβεντιάζοντας.

Εκείνη τον ρώτησε για την οικογένειά του και έμαθε πως μονάχα η μητέρα του ζούσε κι ότι εκείνος από μικρό παιδί δούλευε σε μεγάλα χρυσοχοεία όπου, παρατηρώντας τους τεχνίτες, έμαθε την τέχνη τής χρυσοχοείας.

Η Μαράγια αναφέρθηκε στη δική της οικογένεια λέγοντας πως ήταν από πλούσια οικογένεια και οι θείοι της ήταν τραπεζίτες και υπουργοί.

― Όμως, όλα αυτά δεν δίνουν την ευτυχία γιατί δημιουργούν προβλήματα και έριδες μεταξύ των ανθρώπων. Εγώ, κύριε Μανώλη, ονειρεύομαι να ζήσω μια ήρεμη ζωή σε μια όμορφη οικογένεια, του είπε.

― Παρά τη μικρή ηλικία σου, είσαι ένας προσγειωμένος άνθρωπος κι αυτό είναι μεγάλο προσόν. Μπράβο σου! Θα ήθελες, Μαράγια, να ξανασυναντηθούμε; Μπορείς την ερχόμενη Κυριακή;

― Όχι, γιατί αρραβωνιάζεται μια εξαδέλφη μου, η Φανή, και με παρεκάλεσε να πάω από το πρωί να την βοηθήσω.

― Ποιον παίρνει;

― Έναν Έλληνα, αξιωματικό τού Ναυτικού. Είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του.

― Να σας ζήσουν!

― Ευχαριστώ.

 

Πέρασαν τρεις ημέρες και η Φανή συναντήθηκε με τον αγαπημένο της.

― Θέλω την Κυριακή να έλθεις στο σπίτι να κάνουμε τους επίσημους αρραβώνες μας, του είπε.

― Την Κυριακή δεν θα μπορώ γιατί είμαι βάρδια στο καράβι.

― Να αλλάξεις τη βάρδια σου με κάποιον συνάδελφό σου. Θα έλθουν και συγγενείς μου από την Ελλάδα.

― Θα προσπαθήσω αλλά δεν είμαι σίγουρος, της απάντησε.

Εκείνη την Κυριακή η μέρα ήταν συννεφιασμένη και η θάλασσα είχε κύμα. Οι καλεσμένοι τής Φανής είχαν φθάσει στις οχτώ το βράδυ, όμως ο γαμπρός δεν είχε φανεί.

― Θα ετοιμάζεται, σκέφτηκε η κοπέλα.

― Έχει θάλασσα απόψε, της ψιθύρισε στο αυτί η Μαράγια. Πώς θα ταξιδέψει ο Νίκος;

― Θα τα καταφέρει, μην ανησυχείς.

Όμως οι ώρες περνούσαν και ο Νίκος δεν φαινόταν. Τότε όλοι άρχισαν να ανησυχούν.  Η Φανή έστειλε τον αδελφό της τον Αντώνη στο λιμάνι, να δει τι έγινε. Εκείνος είδε από μακριά πολλούς ανθρώπους συγκεντρωμένους στην προβλήτα και ρώτησε κάποιον τι συμβαίνει.

― Ένας άνθρωπος πνίγηκε μέσα στο λιμάνι και προσπαθούν να τον βγάλουνε, είπε εκείνος.

Ο Αντώνης έμεινε άφωνος.

«Λες να είναι ο γαμπρός μας;» σκέφτηκε.

Στάθηκε σε μια γωνιά ενώ η αγωνία έπλεκε δίχτυ γύρω από την ψυχή του. Ήθελε να δει με τα μάτια του τον άτυχο άνθρωπο που νικήθηκε από τη θάλασσα. Ήταν ο Νίκος. Έτσι άδοξα και θλιβερά ματαιώθηκε ο αρραβώνας της αδελφής του, που βύθισε στο πένθος όλη την οικογένεια.

Την επόμενη Κυριακή, συναντήθηκαν ο Μανώλης με τη Μαράγια και πήγαν πάλι με αμαξάκι μια βόλτα.  Η κοπέλα διηγήθηκε τον θάνατο του Νίκου.

― Πολύ λυπηρό να χαθεί ένας νέος άνθρωπος, είπε εκείνος. Φαντάζομαι τη στενοχώρια της εξαδέλφης σου και της οικογένειάς της. Όμως, επειδή η ζωή συνεχίζεται, μπορούμε να μιλήσουμε για πιο ευχάριστα θέματα που δυναμώνουν την αισιοδοξία μας και μας μεταφέρουν στον κόσμο τής χαράς.

― Έχεις δίκιο, Μανώλη. Πες μου πώς πέρασες την εβδομάδα που πέρασε.

― Με τη σκέψη σου. Από τη μέρα που σε γνώρισα, κάτι μου λέει μέσα μου πως οι ζωές μας θα δεθούν για πάντα. Εσύ τι λες;

Το κορίτσι κοκκίνισε.

― Νομίζω πως έχεις δίκιο, απάντησε σε λίγο.

― Για να σου φτιάξω τη διάθεσή σου καλύτερα, θα παίξω κιθάρα και θα σου τραγουδήσω ένα Σμυρνέικο τραγούδι.

― Αλήθεια; Παίζεις όργανο και τραγουδάς;

― Έχω πολλές κρυφές χάρες…, της είπε γελώντας.

Ο Μανώλης έβγαλε μια κιθάρα από τη θήκη που είχε μαζί του, και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει: «Σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία, σ’ αγαπώ γιατί είσαι εσύ…». Η φωνή του σκόρπιζε τις αισθαντικές μελωδίες του τριγύρω και χάιδευε τα αυτιά της κοπέλας που, ασυναίσθητα, έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, ανασαίνοντας τα αρώματα της αγάπης.

Όταν γύρισε στο σπίτι της, η Μαράγια ήταν πολύ χαρούμενη και εξομολογήθηκε στη μητέρα της τα αισθήματά της για τον Μανώλη.

― Το όνομα του κυρίου Μανώλη δεν είναι γραμμένο στην εγκυκλοπαίδεια, της είπε εκείνη. Γι’ αυτό, να τον αποτρέψεις να έλθει να σε ζητήσει σε γάμο.

― Μα τον αγαπώ!

― Καημενούλα μου, αυτός ο κύριος θέλει να περάσει στην αριστοκρατία κι επειδή μόνο με τα λεφτά του δεν γίνεται, θέλει να μπει από το παράθυρό σου…

― Ο Μανώλης δεν θέλει να μπει πουθενά. Είναι ένας ακέραιος άνθρωπος και με αγαπάει.

― Κόρη μου, έχε υπόψη σου πως αν δεν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου, αυτός ο κύριος δεν έχει να πάρει δραχμή από την περιουσία μας.

Η Μαράγια στενοχωρήθηκε πολύ με τα λόγια και τη συμπεριφορά τής μητέρας της. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το σπίτι της.

Βρήκε τον Μανώλη την ώρα που έκλεινε το μαγαζί και του διηγήθηκε τον διάλογο με τη μητέρα της.

― Μην στενοχωριέσαι κοριτσάκι μου. Εγώ τώρα χτίζω μια βίλα, θα την επιπλώσω και θα παντρευτούμε. Κι άσε τη μητέρα σου να ασχολείται με τις εγκυκλοπαίδειες.

Η Μαράγια ηρέμησε. Αυθόρμητα τον αγκάλιασε και τον φίλησε κι εκείνο το φιλί ήταν το συμβόλαιο για μια ευτυχισμένη ζωή που ακολούθησε, παρά τις πολλές αναποδιές που τους έφερε η μοίρα.  Και η πιο μεγάλη απ’ αυτές, ήταν η καταστροφή τής Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922, που τους ανάγκασε να πάνε στην Ελλάδα, ως πρόσφυγες.

Η Φανή είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα για να ξεχάσει τον Νίκο. Εκεί γνώρισε έναν δικηγόρο που τον λέγανε Δημήτρη και παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Όσο για τη Στάσα, έμεινε ανύπαντρη γιατί η μητέρα της δεν της βρήκε γαμπρό που να είναι το όνομά του στην εγκυκλοπαίδεια και εκείνη δεν είχε τη δύναμη να αντιδράσει στα «πρέπει» της μητέρας της.

Η Μαράγια μεγάλωσε και έγινε η γιαγιά μου. Ο Μανώλης Κωνσταντινίδης ήταν ο παππούς μου.

Η γιαγιά μου η Μαράγια, μού διηγήθηκε την ιστορία τής ζωής της. Κι εγώ, με τη σειρά μου, όταν μεγάλωσα αρκετά, ζήτησα τη μαντεία τού κλήδονα για να μάθω το όνομα του άντρα που θα έκανα ταίρι μου και πήρα την απάντηση «Γιώργος». Και έτσι έγινε…

Η λαϊκή μαντεία τού κλήδονα συνεχίζεται και σήμερα και οι προβλέψεις του έχουν κάνει πολλές κοπέλες ευτυχισμένες.

03 Μαρτίου 2019

  • 25
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Ποιητής της εικόνας, του Γιώργου Αρκουλή
Πικρές διαπιστώσεις, του Γιώργου Αρκουλή
Γιώργος Αρκουλής
Μαυρογυαλούρος σε κίνδυνο…, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.