Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα

Οι 10 εβδομάδες που συγκλόνισαν τη χώρα: Εβδομάδα 1η: Δευτέρα 22 – Σάββατο 27 Ιουνίου 2015, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Spread the love

Γιάννης Καραχισαρίδης

Οι 10 εβδομάδες που συγκλόνισαν τη χώρα

Εβδομάδα 1η Δευτέρα 22 – Σάββατο 27 Ιουνίου

 

Πλησιάζει το τέλος της παράτασης. Επιτέλους φτάσαμε στο άγνωστο. Λίγο νωρίτερα από την 30η Ιουνίου που έληγε το πρόγραμμα. Τώρα πλέον όλα τα στοιχήματα είναι υπό αίρεση. Οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις θα είναι πολλές και αντικρουόμενες, καθ’ ότι αυτό που έρχεται δε θα μοιάζει με ότι έχουμε συνηθίσει. Το ευχάριστο είναι ότι ξεμπερδέψαμε με την τεχνητή αισιοδοξία. Την χωρίς νόημα. Ξεμπερδέψαμε και με την αόριστη ελπίδα, που πολλοί εύκολα εμπιστεύτηκαν. Τώρα πλέον μπήκαμε στο πιο αυθεντικό σκοτάδι. Χωρίς φωτάκια στο βάθος του τούνελ κι άλλες τέτοιες εξασφαλίσεις. Και για την ώρα μπορούμε να ποντάρουμε μόνο στην αντοχή και την ανθεκτικότητα.

Το δημοψήφισμα είναι μια υπεκφυγή. Το δημοψήφισμα έχει ως αντικείμενο το αποτέλεσμα της μέχρι τώρα διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι η επίσημη διατύπωση. Αλλά η ανεπίσημη, αυτή που συζητιέται παντού είναι ένα άλλο δίλημμα. Παραμονή στο ευρώ ή εθνικό νόμισμα. Γιατί την 30η Ιουνίου τελειώνει το πρόγραμμα και η δανειακή σύμβαση. Δηλαδή τελειώνει το μνημόνιο. Για όσους δεν κατάλαβαν καλά, την 1η Ιουλίου δε θα υπάρχει μνημόνιο. Δηλαδή θα έχει επιτευχθεί ο μεγάλος στόχος των οπαδών της ρήξης. Τέρμα τα μνημόνια. Αλλά χωρίς μνημόνιο είναι αδύνατο να λάβουμε δανεικά από οπουδήποτε. Και χωρίς δανεικά η χρεοκοπία είναι δεδομένη. Και μάλιστα η άτακτη χρεοκοπία, ότι πιο οδυνηρό δηλαδή μπορεί να συμβεί σε μια χώρα. Οπότε το ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι μια υπεκφυγή. Μια ακόμα πράξη τακτικής της κυβέρνησης. Κι αυτό γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι διχασμένος. Θέλει να είναι στην Ευρώπη, αλλά με τους δικούς του όρους. Και επειδή αυτό δε γίνεται, τα μέλη και οι ψηφοφόροι του είτε γέρνουν προς τη δραχμή, είτε πορεύονται με την ελπίδα ότι θα φέρουν την Ευρώπη στα μέτρα τους. Τελικά αυτό ακριβώς που ζούμε είναι ο ορισμός του αδιέξοδου. Κι επειδή ο χρόνος κυλάει και δε καταλαβαίνει από αδιέξοδα, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τι υπάρχει μετά. Μετά το «αδιέξοδο» που μόνοι μας έχουμε υφάνει στο μυαλό μας.

Ο ακατανόητος καπιταλισμός. Η χώρα μας είναι ένα από τα τελευταία καταφύγια της αριστερής παράδοσης της Ευρώπης. Και μπορεί πολλοί να κατηγορούν την αριστερά ότι έχει ξεμείνει στο παρελθόν. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένας πολιτικός και κοινωνικός χώρος που συνεχίζει να ονειρεύεται έναν κόσμο όπου η αδικία θα εξαλειφθεί δια παντός. Αυτά τα όνειρα όμως κατάληξαν να είναι οι παρωπίδες, που την εμποδίζουν να ταξινομήσει τα πολλά και περίπλοκα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Το μόνο που βλέπει είναι η εκμετάλλευση, η αδικία και η άνευ όρων έφεση για κερδοφορία. Κι εδώ αρχίζει το μπλέξιμο. Γιατί ο καπιταλισμός δεν είναι μόνον αυτό. Ταυτόχρονα ευνοεί και την ατομική πρωτοβουλία. Και την επιχειρηματικότητα. Και τη καινοτομία. Και συνοδοιπορεί με τον εκπολιτισμό, εδώ και αιώνες. Γιατί στον καπιταλισμό δεν είναι όλα απάτη. Και το πρόβλημα της αριστερής σκέψης και κατά συνέπεια και του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ακριβώς αυτό. Δε μπορεί να ξεχωρίσει σε ποιους θύλακες του καπιταλισμού κατοικοεδρεύει η απάτη και η απανθρωπιά και σε ποιους η πρόοδος και η ανάπτυξη.

Χαμένος στη μετάφραση. Ο ΣΥΡΙΖΑ με καλές προθέσεις, επιδιώκει τη κοινωνική δικαιοσύνη και αναζητεί τον πλούτο για να τον φορολογήσει. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη ανακοινώνει τη φορολογία των κερδοφόρων επιχειρήσεων, νομίζοντας ότι φορολογεί τον πλούτο. Να όμως μια απάντηση που ήρθε από τον ΣΕΒ. «Σε κάθε περίπτωση, η φορολογία των επιχειρήσεων δεν φορολογεί τον πλούτο αλλά αντίθετα την δημιουργία του, και ουσιαστικά φορολογεί την εργασία, καθώς αποθαρρύνει την επενδυτική δραστηριότητα και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας».

Και τώρα τι κάνουμε; Η κυβέρνηση κατέθεσε τη περίφημη πρόταση των 47 σελίδων σαν βάση για μια συμφωνία. Αποφεύγοντας βεβαίως να χρησιμοποιήσει την επάρατη λέξη «μνημόνιο». Η κυβέρνηση θεώρησε ότι οι προτάσεις των 47 σελίδων ήταν ένας λογικός συμβιβασμός. Γιατί περιείχαν υποχωρήσεις που θα ικανοποιούσαν τους δανειστές, αλλά υπερασπίζονταν και τις κόκκινες γραμμές που είχε ορίσει. Κι έμεινε με τη βεβαιότητα ότι οι 47 σελίδες θα γίνονταν αμέσως αποδεκτές. Και τώρα δε μπορεί να καταλάβει γιατί αυτό δε συνέβη. Ίσως να χρειάζεται κι άλλος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι προσήλθε στις διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντας το αδύνατο. Να συνεννοηθεί δηλαδή με ανθρώπους που λειτουργούν με βάση τους κανόνες του καπιταλισμού, ενώ η ίδια τον απορρίπτει στο σύνολο του, μαζί με τη λογική και τις διαδικασίες του. Με άλλα λόγια οι δυο πλευρές μιλούν τελείως διαφορετική γλώσσα. Τώρα πια η κυβέρνηση έχει παγιδευτεί. Ο χρόνος τελείωσε, δεν έπεισε τους δανειστές για το δίκιο της και οι σκληρές διαπραγματεύσεις δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα όπως αρχικά το υπολόγιζε. Τι έμενε λοιπόν; Η επιστροφή στις ρίζες. Επιστροφή στις αφετηρίες της αριστερής κοσμοαντίληψης. Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα του δημοψηφίσματος. Να μιλήσει ο λαός. Ανασύρεται από το σεντούκι το μεγάλο φετίχ της αριστεράς. Με την ελπίδα ότι η ακατάλυτη ισχύς της λαϊκής ετυμηγορίας θα κάμψει τις αντιστάσεις των ευρωπαίων. Είναι κατά τη γνώμη τής κυβέρνησης το τελευταίο όπλο και το πιο ισχυρό. Σύντομα όμως θα αποδειχθεί ότι τα πυρά είναι άσφαιρα. Γιατί τα διλήμματα είναι δικά μας κι όχι των ευρωπαίων εταίρων μας. Αυτοί το έχουν ξεκαθαρίσει το θέμα. Δανεικά χωρίς συμφωνία δεν πρόκειται να δοθούν, όσα δημοψηφίσματα κι αν κάνουμε. Δυστυχώς τα πράγματα είναι τόσο απλά.

Οι κανόνες. Αν μελετήσουμε με νηφαλιότητα τους πέντε μήνες των διαπραγματεύσεων μπορούμε να κάνουμε μια διαπίστωση. Τελείως αντίθετη με όσα πιστεύουμε. Θα δούμε δηλαδή, ότι από την αρχή μέχρι το τέλος, οι δανειστές, οι θεσμοί, οι εταίροι μας στην Ευρώπη ποτέ δεν άλλαξαν τη στάση τους. Δεν έπαιξαν κανένα παιχνίδι, δεν είχαν καμιά τακτική στις διαπραγματεύσεις, δεν έκαναν συμμαχίες ή οτιδήποτε άλλο φαντάζεται η πρόθυμη φαντασία μας. Μπορεί σε κάποιους – στους περισσότερους – να μην αρέσουν οι θέσεις τους. Όμως κανένας τακτικισμός δεν υποκρύπτεται. Ενώ αντίθετα εμείς πάντα ασχολούμασταν με τη τακτική και ποτέ με την ουσία. Οι θεσμοί το μόνο που κάνουν είναι να μένουν απόλυτα προσηλωμένοι στους κανόνες. Κάτι που είναι ακατανόητο για το δικό μας τρόπο σκέψης. Γι αυτό και συνεχώς προσπαθούμε να διακρίνουμε στους συνομιλητές μας σκοτεινούς τακτικούς ελιγμούς. Κι όταν εξαντλούμαστε μ’ αυτή την προσπάθεια το μόνο που μας απομένει είναι να παραφράζουμε τις διάφορες ανακοινώσεις τους. Όπως συνέβη για παράδειγμα με την τελευταία ανακοίνωση του ΔΝΤ. Από την οποία αυτό που καταλάβαμε ήταν ότι η μη καταβολή της δόσης στις 30 Ιουνίου δεν θα είναι ακριβώς ένα πιστωτικό γεγονός. Κι έτσι εύκολα πανηγυρίσαμε. Γιατί στη δική μας κουλτούρα μια αναβολή σημαίνει ματαίωση. Αλλά στο τέλος πάντα έρχεται η στιγμή να καταλάβουμε ότι οι κανόνες είναι κανόνες. Και μπορεί να είμαστε χαρούμενοι που η επίσημη χρεοκοπία πήρε αναβολή για ένα μήνα, αλλά η χρεοκοπία αξιοπιστίας είναι βέβαιο ότι θα συμβεί στις 30 Ιουνίου.

Το νόημα της αυτοκριτικής. Είναι σαφές ότι προοπτική εθνικής συνεννόησης δεν υπάρχει. Και πώς να υπάρξει όταν όποιος κυβέρνησε ή κυβερνάει ισχυρίζεται ότι τα έκανε όλα τέλεια, ενώ όλοι οι άλλοι τα έκαναν όλα στραβά. Όλοι φοβούνται ότι η αυτοκριτική θα έχει πολιτικό κόστος. Γι’ αυτό και την αποφεύγουν. Απλά δεν μπορούν να καταλάβουν ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όταν αποφεύγουν την αυτοκριτική τότε έχουν πολιτικό κόστος. Όταν τα πράγματα δε πάνε καλά, οι πολίτες για να δείξουν εμπιστοσύνη θέλουν να καταλάβουν ποια λάθη έγιναν και ποιες παραλείψεις. Και μετά να ακούσουν πώς θα διορθωθεί η πορεία. Και φυσικά όταν λέμε αυτοκριτική δεν εννοούμε την υπεκφυγή με ένα σκέτο mea cupla.

Όλοι έχουν δίκιο και όλοι έχουν άδικο. Έπειτα στον περίπλοκο κόσμο που ζούμε ισχύει κάτι που φαίνεται παράδοξο, αλλά τελικά είναι λογικό. Αριστεροί, φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές όλοι έχουν δίκιο. Αλλά και όλοι έχουν ταυτόχρονα και άδικο. Μοιάζει αντίφαση αλλά δεν είναι. Γιατί τελικά ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε δεν είναι και τόσο μονοδιάστατος, όπως συχνά τον αντιλαμβανόμαστε. Οπότε η εθνική συνεννόηση δεν πρόκειται να ξεκινήσει πριν ο καθένας να είναι σε θέση να αφουγκραστεί το δίκιο του άλλου. Κάτι πολύ δύσκολο, τουλάχιστον για την ώρα. Γι’ αυτό και βλέπουμε γύρω μας μόνο σκληρές αντιπαραθέσεις.

Η αυριανή μέρα. Οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες. Αλλά θα αργήσουν να δώσουν στη συγκυρία τη τελική της μορφή. Θα ζήσουμε γεγονότα ενδιαφέροντα και πρωτόγνωρα. Το δημοψήφισμα δε θα λύσει κανένα πρόβλημα. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν απαντάει στο αγωνιώδες ερώτημα για το πού πάει η χώρα. Είναι η μελαγχολική συνέχεια του εμμονικού διλήμματος μνημόνιο ή ρήξη. Που είναι η μεγαλύτερη παγίδα από τότε που ξεκίνησε η κρίση. Είναι σαν να ρωτάμε αν θέλουμε να μας αποκεφαλίσουν με τσεκούρι ή με σπάθα. Και δυστυχώς νομίζουμε ότι αυτό το παράλογο ερώτημα είναι και το μόνο διαθέσιμο. Θα χρειαστεί πολύς χρόνος και κόπος για να το ακυρώσουμε στη συνείδηση μας. Δυστυχώς αυτό το αδιέξοδο δίλημμα θα φιγουράρει και στα ψηφοδέλτια της Κυριακής. Τσεκούρι ή σπάθα. Αυτές θα είναι οι δύο επιλογές μας. Με δική μας ευθύνη. Γιατί μόνοι μας διατυπώσαμε αυτό το έωλο δίλημμα. Γιατί έχουμε έφεση στα τραγικά διλήμματα κι υποτιμούμε τις απλές ερωτήσεις. Όπως για παράδειγμα «πώς θα βγούμε από την κρίση;». Ευτυχώς που η Ευρωπαϊκή Ένωση μας παρατηρεί υπομονετικά. Ευτυχώς που έχει μια άλλη αντίληψη του χρόνου. Κι έτσι παρ’ όλες τις δραματικές αναταράξεις που έρχονται, δε φαίνεται ότι τελικά θα βρεθούμε έξω από την Ευρώπη.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Το θαυμαστό Μουντιάλ, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Τετράδιο σημειώσεων και μελέτης 30η σελίδα – Αύγουστος 2019, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Ανεπίκαιρα 14ο άρθρο: Λαός ή πολίτες;, του Γιάννη Καραχισαρίδη
3 Σχόλια
  • Υπατία
    3 Ιουλίου 2015 at 11:32

    Παρακολούθησα με προσοχή τον συλλογισμό σας, με τον οποίο κατά βάση συμφωνώ, ο οποίος όμως έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το τελικό σας συμπέρασμα “τσεκούρι ή σπάθα”. Σύμφωνα με όσα επιχειρήματα αναπτύξατε το διακύβευμα δεν είναι το ίδιο και στις δύο επιλογές. Αν σκοπός έξωθεν είναι η ανατροπή της αριστεράς, η οποία όμως είναι ανώριμη, ανίκανη και προσφέρει κακές υπηρεσίες στην πατρίδα μας σύμφωνα με όσα αναφέρατε, τότε εγώ προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’αυτό διότι δεν με ενδιαφέρει η υπεράσπιση της αριστεράς τουλάχιστον σε αυτή της την έκφραση, αλλά η προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων. Άρα το Όχι είναι άνευ νοήματος. Το Ναι από την άλλη θα έδειχνε την σταθερή θέση της λύσης εντός ευρώ και εντός Ευρωζώνης και θα άνοιγε δρόμο σε διαπραγματεύσεις σίγουρα πιο σκληρές, με αυτό το προηγούμενο. Αν θεωρήσω ότι επιλέγω τον λύκο ή την αρκούδα, τότε θα πρέπει να δεχτώ ότι το διακύβευμα είναι το ίδιο και άρα ότι δεν υπαρχει διακύβευμα και ότι το δίλημμα είναι καθαρά κομματικό για το ποιος θα το εφαρμόσει και σε αυτή την περίπτωση ότι οι πολιτικές παρατάξεις αλλά και οι γνωρίζοντες δημοσιογράφοι με εμπαίζουν με τον πιο αναίσχυντο και ανήθικο τρόπο. Θα εκτιμούσα την απάντησή σας.

  • MANOS
    29 Ιουνίου 2015 at 10:05

    Παρακολουθώ ανελλιπώς τις αναρτήσεις και αναλύσεις σας και χαίρομαι που τώρα θα σας διαβάζουμε κάθε εβδομάδα. “Δυστυχώς” επιβεβαιώνεστε στις προβλέψεις σας! Μου γεννιέται λοιπόν το ερώτημα πως επιλέξατε ως όριο τις δέκα εβδομάδες. Γνωρίζετε κάτι περισσότερο;
    Με εκτίμηση
    ΜΑΝΟΣ

  • Κοσμάς Μπίθας
    29 Ιουνίου 2015 at 03:58

    ο αγαπημένος, αναγνωστικός δρόμος του Γιάννη Καραχισαρίδη είναι αυτός που πρέπει να βλέπουν οι πολιτικοί καθημερινά, προτού ξεκινήσουν τη μέρα τους, επιμένοντας να λένε αμπελοφιλοσοφίες και παχιά λόγια.
    Εύγε για την λογική και την εις βάθος σκέψη σας.
    Από τις λίγες φωνές που αξίζουν ανάγνωσης.
    Συγκινούμαι που αρκετές από αυτές τις φωνές είνaι μαζεμένες σε ένα site

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.