Πόρτα στην Πολιτική

Διαφθορά και εξουσία, του Γιάννη Πανούση

-thetoc.gr_1-777x437.jpg
Spread the love

-thetoc.gr_1-777x437.jpg

 

* Ο Καθηγητής Γιάννης Πανούσης είναι τέως Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης

 

 

  

Επειδή τελευταία γίνεται πολύς λόγος για την πάταξη της διαφθοράς (λίστα Λαγκάρντ, Καθαρά Χέρια κ.λπ.) θεωρώ σκόπιμο να καταθέσω ορισμένες σκέψεις.

 

• Η διαφθορά είναι ένα φαινόμενο τόσο διαδεδομένο που δικαιολογημένα αισθάνεται κανείς ότι είναι ενδημικό σε κάθε κοινωνία, σε κάθε περίοδο, σε κάθε θεσμό. Διαφθορά στην πολιτική, στον συνδικαλισμό, στους δήμους, στη Δικαιοσύνη, στην Αστυνομία, στις φυλακές. Διαφθορά, διαπλοκή, σκάνδαλα. Και οι αντιδράσεις; Νόμοι επί νόμων, πειθαρχικά επί πειθαρχικών, ανεξάρτητες αρχές, υπουργικά χαρτοφυλάκια. Αποτέλεσμα: σχεδόν μηδενικό (τόσο θεσμικά όσο και στις νοοτροπίες και στάσεις).

 

Διεφθαρμένοι εξουσιαστές αλλά και «λαϊκοί επαναστάτες» χρησιμοποιούν τη διαφθορά στα πολιτικά τους παιχνίδια αλλοιώνοντας και υπονομεύοντας τη δημοκρατία.

 

Το πολιτικό σύστημα «χαρακτηρίζεται» από την έκταση και το βάθος της διαφθοράς που κινείται εκτός των νόμων και της ηθικής τάξης. Η κοινωνική νοσηρότητα και ανομία ως αναπόφευκτη συνέπεια της άναρχης ανάπτυξης, της άνισης διανομής του πλούτου και του «αχόρταγου» ιδιωτικού κέρδους διευρύνουν συνεχώς τον κύκλο των εμπλεκόμενων.

 

Η αυτονόμηση και φετιχοποίηση των αγορών, τα εντός και εκτός Ελλάδας κερδοσκοπικά κυκλώματα προκαλούν ρωγμές στο θεσμικό οικοδόμημα.

 

Η ανταποδοτική, συναλλακτική ή η υπό διαπραγμάτευση δημοκρατία και η ιδιοτελής κοινωνία αφήνουν πολλά περιθώρια για εξωθεσμικές λειτουργίες. Συμβιβασμοί, συμψηφισμοί και σκοπιμότητες θολώνουν (αν δεν εξωραΐζουν) το τοπίο και οδηγούν ή σε εκ του πονηρού «ερμηνείες» των νόμων ή σε ατιμωρησία των ενόχων.

 

Η διαφθορά γίνεται «παράδειγμα». Βαθαίνει και διακτινίζεται. Η κρίση δεν την σταματάει. Αντίθετα την επαυξάνει και εντέλει την «νομιμοποιεί». Και δεν αναφέρομαι μόνο στη διαφθορά «από πάνω» (πολυεθνικές κ.λπ.) αλλά και «από κάτω» (της παρέας).

 

• Η ολική χρέωση της διαφθοράς στους πολιτικούς χωρίς καμιά σχεδόν αναφορά στη «λαϊκή διαφθορά» μπορεί να είναι μονομερής, όμως οι νοσούντες πολιτειακοί, πολιτικοί και κοινωνικοί οργανισμοί είναι αυτοί που γεννούν και τα σκάνδαλα.

 

• Ως αντίδοτα έχουν κατά καιρούς προταθεί η δομημένη πολιτική συμμετοχή των κοινωνικών ομάδων, η διοικητική μεταρρύθμιση ή η αποτελεσματική δράση των ελεγκτικών θεσμών.

 

Το πώς όμως εξαρτάται από το γιατί, δηλαδή από το αν η πολιτική βούληση κάθαρσης είναι πραγματική, σχεδιασμένη και σταθερή, αν δηλαδή υπερβαίνει τον κίνδυνο της απονομιμοποίησης της εξουσίας.

Κι αυτό για δύο κυρίως λόγους:

 

α) Οι ιεροκήρυκες της ηθικής (κάθε μορφής «αδιάφθοροι») είναι εξίσου επικίνδυνοι με τους διεφθαρμένους, καθώς ιστορικοί συμψηφισμοί και ιστορική λήθη καλούνται να κλείσουν αμφισβητήσεις και πληγές προσώπων και θεσμών, αφήνοντας όμως ανοικτή την πόρτα στους επικυρίαρχους του παιχνιδιού (οι οποίοι και ορίζουν τους χειριστές της αποκάθαρσης).

 

β) Ο αδιάφθορος εκκαθαριστής που επικαλείται την ηθική είναι κι αυτός εξίσου «δίκοπος», αφού –πέραν της πολιτικής εκμετάλλευσης– οδηγεί σε μια αμφισβήτηση και αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών (δίκες – εξπρές, παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας).

 

Η διάχυση της εξουσίας σε κέντρα ισχύος εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, η αναζήτηση μεγαλύτερης εξουσίας και κυριαρχίας και η μετατροπή της (πολιτικής) δύναμης σε πλούτο και του πλούτου σε (πολιτική) δύναμη, η κουλτούρα και η σημειολογία της διαφθοράς (ποιοι και πώς συμμετέχουν), ο συνολικός εθισμός της κοινωνίας έχουν δώσει άλλη διάσταση στο φαινόμενο.

 

Ορισμένοι αποδίδουν το φαινόμενο σε στρεβλή αντίληψη των πολιτών για τον ρόλο του κράτους, ενώ άλλοι το αποδίδουν στην αποικιοποίηση του Δημοσίου από ιδιωτικά συμφέροντα.

 

Για πολλούς πρόκειται κυρίως για «εγκλήματα ψηλού καπέλου» (criminalité des gros bonnets), δηλ. για παράνομες πράξεις που τελούν άτομα τα οποία συμμετέχουν στην πολιτική ή κατέχουν δημόσια αξιώματα. Οι εν λόγω φορείς εξουσίας εκμεταλλεύονται αυξημένες ευκαιρίες και προβαίνουν σε πράξεις ευνοιοκρατίας, κατάχρησης εμπιστοσύνης και αξιοποίησης inside information (με τη βοήθεια συχνά δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων).

 

Κινούμενοι στην γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη νομιμότητα και την εγκληματικότητα αφενός αποκτούν μια αίσθηση ατιμωρησίας και αφετέρου επικαλούνται ένα ιδιαίτερο καθήκον που εξουδετερώνει –κατ’ αυτούς– τον παράνομο ή ανήθικο χαρακτήρα των πράξεών τους (π.χ. το συμφέρον του κόμματος, η ασφάλεια του συστήματος κ.ο.κ.).

 

Ορισμένοι εκλαμβάνουν τη διαφθορά ως απλή ηθική απάτη ή συνήθη παρεκκλίνουσα συμπεριφορά (deviant behavior), επιχειρώντας έτσι να απεγκληματοποιήσουν τις σχετικές ενέργειες. Πρόκειται δηλ. για ένα σφάλμα και όχι για ένα έγκλημα, γι’ αυτό πρέπει να ψάχνουμε για υπευθύνους και όχι για ενόχους. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης διατείνονται ότι και η διαφθορά δεν είναι τίποτ’ άλλο από μία εκτροπή των ισχυρών, συμπεριφορά δηλ. που αφορά το πολιτικό ήθος και όχι την εγκληματικότητα.

 

• Η πολιτική διακυβέρνηση (governance) και τα media καθιστούν σήμερα τη διαφθορά «περισσότερο ορατή».

 

Η διαφάνεια, όπως άλλωστε και η διαφθορά, στερούνται σαφούς εννοιολογικού περιεχομένου και γι’ αυτό επενδύονται με μύθους, οι οποίοι όμως είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και την ενίσχυση της δημοκρατικής αρχής.

 

Στον άτυπο, υπόγειο, μυστικό δρόμο της διαφθοράς/διαπλοκής μόνο με την ορατότητα του δημοκρατικού ελέγχου μπορούμε ν’ απαντήσουμε. Το δίλημμα δεν είναι διαφθορά ή αντιδιαφθορά, αλλά εξάρτηση ή ανεξαρτησία από κάθε μορφή μη δημοκρατικά νομιμοποιημένων και διαφανώς λειτουργούντων μηχανισμών (παρα)εξουσίας.

 

Κανένα κομματικό συμφέρον και καμία ασφάλεια του συστήματος δεν δικαιολογούν τη λευκή σιωπή των οπαδών, την γκρίζα αδιαφορία των φοβισμένων πολιτών και τη μαύρη προπαγάνδα των εγκεφάλων. Η διαφθορά μάς αφορά όλους γιατί καθορίζει τη ζωή όλων μας. Η διαφθορά είναι διαθεσμικό φαινόμενο, άρα πρέπει να παρέμβουμε πρωτίστως στην ποιότητα της δημοκρατίας μας.

 

Γι’ αυτό δηλαδή η πάταξή της είναι καθήκον ισοδύναμο με το άρθρο 120 παρ. 2, 4 του Συντάγματος, δηλαδή «επαφίεται στον πατριωτισμό (εκείνων) των Ελλήνων» που είναι ακόμα αφοσιωμένοι στην πατρίδα και τη δημοκρατία.

 

 

 Πηγή: Καθημερινή

 

SHARE
RELATED POSTS
“Η Ζυγαριά”!, του Γιώργου Σαράφογλου
Ορισμένες σκόρπιες μετεκλογικές σκέψεις, του Στάθη Παναγιωτόπουλου
Από πού πάνε στο Μπάαρλε, πατριώτη;, του Γιώργου Πίτσου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.