Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Άι Βασίλης ή Αγιοβασίληδες;, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Spread the love
  • 4
    Shares

 

Αλέξανδρος Μπέμπη

 

 

 

Ξεκαθαρίζω τη θέση μου.

Όποιος με πει ότι δεν υπάρχει Άι Βασίλης του κόβω την καλημέρα (σχεδόν).

Αλλά…

Φέτος θα φτιάξω το νοστιμότερο στιφάδο, από κάθε άλλη χρονιά.

Όχι μόνο επειδή θα είναι ποτισμένο από το δάκρυ που θα χύσω καθαρίζοντας τα κρεμμυδάκια, αλλά και από δάκρυ αναμνήσεων, όση ώρα θα σκέφτομαι ταυτόχρονα πώς ήταν οι παραμονές των Χριστουγέννων των παιδικών μου χρόνων.

Την εποχή της αθωότητας, της δικής μου αλλά και της κοινωνίας μας.

Κάθε χρόνο το ίδιο παθαίνω, το ίδιο σκέφτομαι,τα ίδια λέω. Όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, έτσι και του χρόνου.

Χαίρομαι τα Χριστούγεννα κλαίγοντας. Από χαρά που θα φτιάξω νόστιμο στιφάδο, μόνο που εδώ και πολλά χρόνια προστέθηκε και η τσατίλα.

Τότε που πιασμένος από το παχουλό χέρι του παππού ξεκινούσαμε,παραμονή,από το σπίτι μας στην Πρασακάκη-πίσω από την Αγιασοφιά- με κατεύθυνση τα ”σκεπαστά” και τη Μοδιάνο.

Πρώτη στάση μας στην Ερμού, στο καφεκοπτείο του Λουμίδη.

Εκείνος στην ουρά για φρεσκοαλεσμένο καφέ και εγώ στεκόμουν και χάζευα την αλεπού που στριφογυρνούσε δαιμονισμένα στο γυάλινο κλουβί της στη βιτρίνα που την είχαν φυλακισμένη.

Την χάζευα, γιατί δεν ήξερα τι θα πει σκλαβιά. Ήταν ένας κράχτης της εποχής. Μιας εποχής που όμως σε τίποτε δεν φανέρωνε πώς θα εξελιχθεί.

Δεύτερη στάση στο τυροπωλείο των Αδελφών Πάκα από την Ελασσόνα, μέσα σε μια από τις στοές της Μοδιάνο (πατέρας και θείος του αγαπημένου Κώστα Μακεδόνα, είχαμε συμπεθεριό), όπου ξαπόσταινε ο παππούς με ένα ουζάκι απ’ τον Τύρναβο και ”κούντου Λούνα βίνι” με τον Σωτήρη και τον Μανόλη. Και τα εκλεκτά τυριά τους.

Συνέχεια ανηφορίζαμε για τα ”σκεπαστά”, όχι μόνο για τη μοσχαρίσια γλώσσα και τα μπουγαζλίκια που θα γινόταν το γιορτινό στιφάδο, αλλά και για κάτι ιδιαίτερο.

Τον αυθεντικό καμηλίσιο παστουρμά που έφερνε παιδικός φίλος του παππού από την Πόλη. Εκεί μέσα στα ”σκεπαστά”, έβρισκες και όλα όσα ήθελες από λαχανικά και φρούτα.

Η μόνη περιοχή της Θεσσαλονίκης μας που δεν την άλλαξαν τα χρόνια.

Παραδίπλα ήταν τα αχτάρικα της Βλάλη για μπαχαρικά και άλλα μυρωδικά.

Πανδαισία αρωμάτων και χρωμάτων.

Κάπου εκεί μέσα ήταν και τα ουρητήρια.Για να μην έχουμε ενοχλήσεις στη συνέχεια…

Με το διχτάκι γεμάτο ψώνια στο ένα χέρι του παππού και εμένα στο άλλο, ανηφορίζαμε την Αγίας Σοφίας.

Πριν την Εγνατία ήταν ένα στιλβωτήριο υποδημάτων, όπου καθισμένοι σε κάτι ψηλές πολυθρόνες, άντρες με σηκωμένα τα μπατζάκια και χαρτόνια γύρω από τους αστραγάλους-για να μη λερώνονται οι κάλτσες-έβαφε τα γιορτινά σκαρπίνια τους ο λούστρος, που δεν θυμάμαι το όνομά του.

Θυμάμαι όμως στο μεσοπάτωμα της οικοδομής το κυλικείο-ουζερί του Τρύφωνα και τα θεϊκά τηγανητά συκωτάκια του και τον παππού να μιλάνε για ιστορίες από τη κατοχή με τους άλλους θαμώνες.

(Καθισμένος εγώ στα γόνατά του, έδινε ένα σε μένα, ένα έτρωγε εκείνος λέγοντας ”μη το πεις στη γιαγιά”).

Πώς, κλεισμένος στο υπόγειο του σπιτιού, άκουγε BBC από το παράνομο ραδιόφωνο και η γιαγιά επάνω να σταυροκοπιέται.

Πώς ένα βράδυ κόντεψε να πεθάνει από τον φόβο της, όταν ένας δυνατός φακός έπεσε στο παράθυρο που ήταν καλυμμένο με χοντρό σκούρο μπλε χαρτόνι για τη συσκότιση.

Μπορεί και μαύρο, στα μαύρα χρόνια της κατοχής.

Μετά, περνούσαμε τη διασταύρωση με Αγίας Σοφίας απέναντι στην Εγνατία.

Στο κέντρο της διασταύρωσης ήταν ένας τροχονόμος, ανεβασμένος σε ένα βάθρο σαν μεγάλο βαρέλι που κουνώντας τα χέρια έδινε εντολές στα αυτοκίνητα.

Τριγύρω του δεκάδες χαρτοκιβώτια με δώρα τα προϊόντα τους που άφηναν οι εταιρείες. Τα διαφημιστικά ήθη της εποχής.

Με πορεία προς την Καμάρα, λίγο παρακάτω ήταν ο φούρνος του Αλμπάνη. Για κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Μοσχοβολούσε βούτυρο και κανέλα.

Στρίβοντας δεξιά στην Παλαιών Πατρών Γερμανού λίγο πριν βγούμε στην Πολωνίας, ήταν χωμένο σε στενάκι το εργαστήριο του κυρ Νίκου ή κυρ Δήμου (κάπως έτσι, τι σημασία έχει) που με κάτι περίεργα χειροκίνητα μηχανήματα έφτιαχνε φύλλο κρούστας και τρίχα για καταΐφι. Τέχνη που την έφερε από την Προύσσα.

Επιστρέφαμε στο σπίτι,μεσημέρι πια παραμονής Χριστουγέννων και μετά το νηστίσιμο γεύμα, αναλάμβανε δράση η γιαγιά.Για το γιορτινό της επόμενης μεγάλης μέρας.

Πουθενά στα μαγεμένα παιδικά μάτια, πλαστικοί αγιοβασίληδες. Ούτε ζωντανοί αγιοβασίληδες με στολισμένα δύσμοιρα πόνυ που να σε τραβούν απ’ το μανίκι ή να πλακώνονται στο ξύλο για μια φωτογραφία.

Πουθενά αγιοβασίληδες έξω από τα μαγαζιά με κουδούνες και ”χοχοχο” σαν πονηρές αλεπούδες, ανάμεσα σε εκκωφαντικά τζινγκλμπέλς και μονότονες εκνευριστικές κινέζικες μουσικούλες.

Πουθενά αυτή η χυδαία οπτική και ηχητική ρύπανση, ένα μπούκωμα που δεν αφήνει χώρο στη φαντασία. Σύντομα θα ενσκήψουν και οι αγιοβασίλισσες που θα είναι γυμνόστηθες.

Που μας πειθαναγκάζει να γιορτάσουμε, θύματα όμως αλλά και θύτες μιας ανούσιας και υστερικής κατανάλωσης.

Μόνο γκυ και ρόδια και τον Άι Βασίλη λαχτάρα και οπτασία στα παιδικά όνειρα, που συντηρούσαν την κρυφή ελπίδα ότι κάποιο πρωί θα γινόταν πραγματικότητα.

Θα είχε κατέβει το βράδυ από την καμινάδα…

Δεν ήταν όνειρο σε λέω αφού (Σαλονικιώτικη σύνταξη).

Αφού θα χαιρόμουν το δώρο του όλη τη χρονιά. Κι’ ας μη τον είχα δει. Όρος απαράβατος. ”Πρέπει να κοιμάσαι, μπέμπη, για να βρει την καμινάδα μας και να σε το φέρει”.

Κάθε Χριστούγεννα παιδί.

Που ξέρει ότι αν δεν κλάψεις δεν τρως νόστιμο στιφάδο.

Τις καλύτερες ευχές μου σε όλους σας.

 

  • 4
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Με ρωτάει γιατί την αγαπώ, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Τα φιλιά είναι η καλύτερη δουλειά, του Χρήστου Χωμενίδη
Δεν υπάρχουν χαμένοι παράδεισοι, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.