Βιβλίο

«Το κορίτσι του Αλεσάντρο», για να δικαιώσω την ηρωΐδα μου μέσα από ένα βιβλίο, της Τίτσας Πιπίνου

ΗΤίτσα Πιπίνου είναι Λογοτέχνης

 

Το να γράψω ένα βιβλίο που η υπόθεση του θα διαδραματιζόταν στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κατόπιν του πολέμου και της Κατοχής ήταν κάτι που το γυρόφερνα στο μυαλό μου καιρό, ίσως και χρόνια. Στο μεταξύ έγραφα άλλα. Έχω σκεφθεί ότι ένα βιβλίο δεν γράφεται μόνο κατά τη διάρκεια της γραφής του, αλλά και πριν όσο ωριμάζει στο μυαλό ενός συγγραφέα. Το ανέβαλα λόγω της έρευνας που έπρεπε να κάνω. Ούτε μπορούσα να γράφω σε ταξίδια, όπως καμιά φορά κάνω, γιατί έπρεπε να είμαι κοντά σε βιβλιοθήκες για να ψάχνω πληροφορίες που χρειαζόμουν. Πολλά μπορείς να τα βρεις μόνο εκεί, καθώς αυτά τα βιβλία είναι εξαντλημένα και δεν υπάρχουν στα βιβλιοπωλεία.

Βέβαια τα περισσότερα βιβλία μου αναφέρονται σε αυτά τα χρόνια, αλλά αυτή τη φορά θα ήταν ένα καθαρά ιστορικό βιβλίο όπου η Ιστορία θα είχε άμεση επίδραση στη ζωή των ηρώων μου.

Δεν ήταν βέβαια υπερβολικά δύσκολο γιατί μιλάμε για τη νεώτερη ιστορία μας –απλά ήθελε υπομονή. Δεν υπάρχουν ζώντες σήμερα εν έτη 2019, γιατί θα πρέπει να είναι πάνω από 100 ετών, αλλά υπάρχουν βιβλία, μαρτυρίες απογόνων, υπάρχει και το διαδίκτυο όπου μπορούσα να αντλήσω πληροφορίες. Επίσης θυμήθηκα και όσα άκουγα από τη μητέρα μου να διηγείται για την κατοχή και τον πόλεμο στην Κάρπαθο που ζούσε τότε. Όχι πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η αλήθεια, γιατί πίστευα ότι αυτά δεν με αφορούσαν καθόλου. Άλλωστε είχα την πεποίθηση ότι αυτά ανήκαν στο πολύ βαθύ παρελθόν. Κάτι σαν Αρχαία Ελληνική Ιστορία. Μέχρι που όσο μεγάλωνα και το δικό μου παρελθόν μεγάλωνε ταυτόχρονα συνειδητοποίησα ότι αυτά συνέβησαν λίγα χρόνια πριν γεννηθώ. Ότι ακόμη και το μικρό ξενοδοχείο του πατέρα μου που μεγάλωσα, και τα άλλα δύο που  ήταν στον ίδιο δρόμο, στην οδό των Ξενοδοχείων των Ξένων, ή όπως την γνώρισα εγώ και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα, οδός Ιωάννου Καζούλη, αρχικά είχαν ιταλικά ονόματα. Το Διοικητήριο του Ντε Βέκκι δεν ήταν παρά εκατό-διακόσια βήματα από εκεί, μόνο που τώρα τα γράμματα στην πρόσοψη του ήταν ελληνικά και έγραφαν κάτι άλλο. Η Καζέρμα Ρεγγίνα που στο Δημοτικό επισκεπτόμουν μια δασκάλα μου, δεν υπήρξε πάντα μια ειρηνική, λαϊκή περιοχή με γεράνια σε ντενεκέδες παρά ένας αυστηρός στρατώνας, όπως τα περισσότερα κτήρια της φασιστικής περιόδου, και αργότερα φυλακή, που μάλιστα βομβαρδίστηκε ανελέητα, και κάποιοι κρατούμενοι βρήκαν φρικτό θάνατο. Ότι εκείνος ο Ιταλός στρατιώτης, που μου αφηγήθηκε η μητέρα μου, που μετά έναν βομβαρδισμό είδε να κρατά σφιχτά την κοιλιά του για να μη χυθούν τα έντερα του ήταν μια τραυματική μνήμη και όχι μία σκηνή από σινεμά. Και πρέπει να υπήρξε και για μένα το  ίδιο τραυματική, για να μην την έχω ξεχάσει και να την αναφέρω σήμερα εδώ. Ήταν ένας πόλεμος που μας τραυμάτισε όλους, ακόμη και όσους δεν τον ζήσαμε. Άφησε την ανθρωπότητα ρημαγμένη και κατακερματισμένη και δεν είναι τυχαίο ότι και σήμερα διαρκώς γράφονται βιβλία και γυρίζονται ταινίες για εκείνα τα χρόνια. Έτσι θέλησα να βάλω την μικροιστορία, δηλαδή την ιστορία της Ρόδου και των Δωδεκανήσων, μέσα στην Παγκόσμια ιστορία αφηγούμενη τις ζωές των ηρώων μου.

Όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Λώρενς Ντάρελ «Θαλάσσια Αφροδίτη» που γράφει για την παραμονή του τη διετία από το ’45 έως το ’47 και περιγράφει εικόνες της Ρόδου αμέσως μετά τον πόλεμο και το χάος που ακολούθησε μου φάνηκε απίστευτο ότι εκείνους τους δρόμους που εγώ γνώριζα ειρηνικούς και με σκιερές δενδροστοιχίες πλατάνων δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά υπήρξαν βομβαρδισμένοι και σκοτεινοί. Το λιμάνι και το Μανδράκι με πυροβολεία, σιδερένια παλούκια και σκουριασμένα συρματοπλέγματα και την επιφάνεια τους καλυμμένη από πλοία και βάρκες που εξόκειλαν στη ξηρά . Η Ρόδος ήταν ένα νησί κατεστραμμένο γεμάτο νάρκες, όπως είναι μία πόλη αμέσως μετά από έναν πόλεμο. Με τον πληθυσμό να πεθαίνει από πείνα και σε αγωνία για την τύχη του, αφού ακόμη δεν ήταν σαφές που θα ανήκει! Στην Ιταλία; Στην Τουρκία; Στην Αγγλία ή επιτέλους στην  Ελλάδα; Κι αυτό που διάβαζα δεν ήταν μυθιστόρημα που ο συγγραφέας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του για να εντυπωσιάσει, παρά μια ακριβής καταγραφή κάτι σαν υπηρεσιακές αναφορές προς την Αγγλική Διοίκηση του Καΐρου της οποίας ήταν επιτετραμμένος. Το σπίτι που έμενε το γνώριζα καλά, στην άκρη του μουσουλμανικού νεκροταφείου, αν και τότε δεν είχα ακούσει ούτε το όνομα Λώρενς Ντάρελ, καθώς ήταν λίγα βήματα από εκεί που έμενα, γιατί σαν παιδιά περιφερόμασταν σε εκείνα τα λημέρια. Σήμερα είναι η έδρα της Στέγης Γραμμάτων Δωδεκανήσου.

Γιατί κάποια θέματα με εμπνέουν και θέλω διακαώς να γράψω γι’ αυτά  και κάποια όχι, δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Υπάρχουν πράγματα θαμμένα στα πιο βαθειά στρώματα της μνήμης, στο ασυνείδητο ίσως, που με κάποια αφορμή ξεπηδούν και μεταμορφωμένα γράφονται όταν έρθει η ώρα τους.

Ένας λόγος λοιπόν για να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν για να μιλήσω για τότε που τα γεγονότα ήταν πυκνά, μια εποχή δύσκολη στο να τη ζεις, ενδιαφέρουσα όμως στην αφήγηση. Καμιά φορά σκεπτόμουν πως ήταν κρίμα που δεν έζησα εκείνα τα χρόνια, γιατί ίσως θα μπορούσα να τα περιγράψω αλλιώς, ωστόσο όσο η έρευνα έφερνε στην επιφάνεια το τι συνέβη, ακόμη και εδώ σε μια απομακρυσμένη επαρχία από τα κέντρα λήψης αποφάσεων ένιωσα τυχερή που η τύχη με έκανε να γεννηθώ σε μια ειρηνική εποχή. Η αλήθεια είναι δεν είναι σίγουρο αν θα είχα επιζήσει για να τα περιγράψω.

Τέλος, ο άλλος λόγος ήταν για να μιλήσω για ένα θέμα όπως αυτό της τρίτης κόρης σε κάποια νησιά. Όλοι γνωρίζουμε ότι και εδώ στη Ρόδο, ειδικά στα χωριά, ίσχυε αυτό μέχρι πριν κάποια, όχι πολλά, χρόνια. Μου έλεγε φίλη, ότι στην Ιαλυσό, όταν ζήτησε από τη θεία της που ήταν η πρωτότοκη  ένα εικόνισμα της Αγίας που είχε το όνομα της, εκείνη της αρνήθηκε. Το θεώρησε και αυτό δικαιωματικά δικό της, αν και ήδη πάρει όλη σχεδόν την οικογενειακή περιουσία. Μιλάμε για ένα ασήμαντο παράδειγμα ας φανταστούμε τι γινόταν με όσα είχαν μεγαλύτερη αξία.

Όχι ακριβώς να μιλήσω, αλλά να ξαναμιλήσω γιατί και το πρώτο βιβλίο μου η «Γυναίκα της Σκιάς» περιστρέφεται γύρω από αυτό το φαινόμενο. Την πρώτη φορά που άκουσα για την τύχη αυτών των γυναικών συγκλονίστηκα. Καταδικασμένες και στα αζήτητα απλά και μόνο λόγω της σειράς γέννησης τους και για κανένα άλλο λόγο. Καθαρά θέμα τύχης.  Κανείς δεν έμπαινε ποτέ στο κόπο να προσέξει, ούτε και είχε σημασία, αν ήταν όμορφες ή άσχημες, έξυπνες ή είχαν κάποια κλίση. Έτσι κι αλλιώς αυτά δεν θα είχαν καμία χρησιμότητα.  Ήθελα λοιπόν να μιλήσω για μια τρίτη κόρη και τη μοίρα που της επεφύλασσε η ίδια της η οικογένεια, αλλά κυρίως για να την αναστρέψω. Αυτό βέβαια μόνο στη φαντασία μου, καθώς η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Έστω να τη δικαιώσω μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

28.09.2019

SHARE
RELATED POSTS
Η συγγραφέας Τίτσα Πιπίνου και «ο Ιππότης με το τριαντάφυλλο», της Τζίνας Δαβιλά
«Το δακτυλίδι της Θεάς». Κεφάλαιο 4ο: Ο κόσμος όλος ένα ψέμα, του Νίκου Βασιλειάδη
Μια ιστορία για πεζούς, της Άντας Γανώση

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.