Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα

Τα Σκόπια και η μαριονέτα, του Γιάννη Καραχισαρίδη

 

Οι ακραίες φωνές. Όπως είναι φυσικό σε ένα σοβαρό εθνικό θέμα ακούγονται  ακραίες φωνές και από τις δυο πλευρές. Και φυσικό είναι τα επιχειρήματα των ακραίων να βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη συναισθηματική φόρτιση. Από την μια οι ακραιφνείς εθνικιστικές που δεν σηκώνουν καμιά συζήτηση και από την άλλη οι ακραιφνείς εθνομηδενιστές που υποτιμούν τα εθνικά θέματα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι είναι πιο σοφοί και αξιοπρεπείς από τους άλλους.

Δεν είναι όλοι οι συμβιβασμοί ίδιοι. Υπάρχουν όμως και οι επιχειρηματολογίες που ξετυλίγονται από σοβαρούς ανθρώπους των δύο πλευρών. Προς το παρόν έχουμε στα χέρια μας μια καταγραμμένη συμφωνία, αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και ενός τελικού συμβιβασμού. Και είναι φυσικό σε έναν συμβιβασμό να υπάρχουν κέρδη και υποχωρήσεις. Αυτός είναι ο κανόνας. Πέρα όμως από τον αυτονόητο κανόνα, σημασία έχει να αξιολογηθεί τι χάθηκε και τι κερδήθηκε. Και αυτή τη στιγμή στην αξιολόγηση βρισκόμαστε. Στην πλευρά όσων αποδέχονται τη συμφωνία κυρίαρχο θέμα ήταν πάντα το όνομα. Αν συμφωνηθεί μια σύνθετη ονομασία, τότε όλα τα άλλα θεωρούνται ήσσονος σημασίας. Πιστεύουν ότι όλα θα λυθούν αν τα Σκόπια ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Γιατί αν αυτό συμβεί, τότε και τα Σκόπια αυτόματα θα ανήκουν στη Δύση μαζί με εμάς και αυτό από μόνο του θα θεμελιώσει την καλή γειτονία. Η άλλη πλευρά καταπιάνεται με τις λεπτομέρειες της συμφωνίας που πράγματι είναι σοβαρές και οφείλουν να γίνουν αντικείμενο συζήτησης. Και οι λεπτομέρειες, τα ψιλά γράμματα, σε πολλά σημεία διαψεύδουν τους ισχυρισμούς των κυβερνητικών. Αλλά αυτό που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει είναι ότι αφήνονται πολλές εκκρεμότητες για το μέλλον. Οι οπαδοί της συμφωνίας πιστεύουν ότι αρκεί η καλή προαίρεση, ώστε όλα τα μελλοντικά βήματα να γίνουν έγκαιρα και σωστά. Η άλλη πλευρά όμως, πέρα από τις σοβαρές διαφωνίες επί της ουσίας, θεωρεί ότι η τμηματική εφαρμογή της συμφωνίας ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Τελικά, αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι όσοι απορρίπτουν τη συγκεκριμένη συμφωνία δεν σημαίνει ότι απορρίπτουν οποιονδήποτε συμβιβασμό. Απορρίπτουν τον συγκεκριμένο. Και ένας συμβιβασμός γενικώς δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως πανάκεια. Μπορεί να κρύβει όλη τη γκάμα από τον θρίαμβο έως την ήττα.

Πώς μπορείς να γίνεις μαριονέτα χωρίς να το θέλεις. Ας φύγουμε όμως από την αξιολόγηση αυτής καθ’ εαυτής της συμφωνίας κι ας δούμε μια άλλη όψη του θέματος, που είναι εξ ίσου σοβαρή. Η συμφωνία από πλευράς του πρωθυπουργού αξιολογήθηκε ως ένα επείγον θέμα που θα έπρεπε να κλείσει εντός του Ιουνίου του 2018. Πάση θυσία. Ο στόχος ήταν περισσότερο ο Ιούνιος, παρά η ίδια η συμφωνία.  Και ο λόγος γνωστός. Η σύνοδος του ΝΑΤΟ και η πρόσκληση των Σκοπίων για ένταξη. Έχει αρκετά συζητηθεί η πίεση του ξένου παράγοντα για λύση τώρα κι όχι αργότερα. Έτσι η κυβέρνηση, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν – κάτι που θα ακύρωνε το επείγον του θέματος – κατέγραψε μια συμφωνία, αναζητώντας την περιβόητη «σύνθετη ονομασία», χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα τι προβλήματα μπορούν να κρύβονται πέρα από την ονομασία. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση βιαζόταν. Ο χρόνος μπήκε σε πρώτο πλάνο και η συμφωνία σε δεύτερο. Κατά την κυβέρνηση προείχε να δοθεί τώρα κι όχι αργότερα το πράσινο φως για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Κι αυτή η βιασύνη την οδήγησε να κουκουλώσει το θέμα σε μια συμφωνία που τελικά είναι ένας οδικός χάρτης που θα ξετυλιχτεί προσεχώς. Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: αφού τόσες και τόσες σύνοδοι του ΝΑΤΟ έχουν γίνει μέχρι σήμερα, γιατί αυτή η συγκεκριμένη σύνοδος του 2018 έγινε ένα υποχρεωτικό dead line και μεταμφιέστηκε σαν «η μοναδική ευκαιρία»; Η αριστερά από ιδρύσεως ήταν μια πολιτική δύναμη αντίστασης. Γιατί ξαφνικά αποδέχτηκε να γίνει ολοφάνερα η μαριονέτα ξένων δυνάμεων; Γιατί υποτάχθηκε χωρίς καμιά αντίρρηση, χωρίς δεύτερη κουβέντα, στα κελεύσματα της γραφειοκρατίας του ΝΑΤΟ; Ενώ θα μπορούσε να επεξεργαστεί καλύτερα τη συμφωνία, να δημιουργήσει με συνεννοήσεις ένα ευρύτερο εθνικό μέτωπο και να φτάσει σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα στους προσεχείς μήνες. Την απάντηση σε όλα αυτά την έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Οι δύο σκακιέρες. Στη συνάντηση του με τον κ. Ρέγκλινγκ, ο πρωθυπουργός είπε ότι παίζει σε δύο σκακιέρες. Προσφέρει δηλαδή άρον-άρον τη συμφωνία με τα Σκόπια, ελπίζοντας ότι ως αντάλλαγμα θα του δώσουν λύση στο χρέος και ανέφελη έξοδο από τα μνημόνια. Στο μυαλό του, αυτή η τακτική μοιάζει με win-win σενάριο. Χωρίς να εμβαθύνει και χωρίς να ακούσει τα αντίθετα επιχειρήματα, ξεμπερδεύει εύκολα με τη συμφωνία, χρίζοντας την εθνικά συμφέρουσα. Και ταυτόχρονα πιστεύει ότι οι δανειστές, μετά τα χειροκροτήματα, θα του κάνουν και τα χατίρια στο πεδίο της οικονομίας. Έτσι – πιστεύει – ότι θα ανακηρυχθεί σε εθνικό ηγέτη επειδή «έλυσε» ένα χρόνιο εθνικό θέμα και ταυτόχρονα η μεταμνημονιακή πορεία της χώρας θα γίνει περίπατος, επειδή θα έχει την πολιτική στήριξη των δανειστών. Οπότε το win-win σενάριο που έχει στο μυαλό του – η «νίκη» δηλαδή και στις δύο σκακιέρες – θα είναι η μεγάλη ρελάνς της κυβέρνησης. Αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν πιστεύει ότι θα ανακάμψει στις δημοσκοπήσεις, θα ξεφορτωθεί τους ΑΝΕΛ που είναι πλέον πολιτικό βαρίδι και θα προσελκύσει δυνάμεις από την κεντροαριστερά, δημιουργώντας μια καινούρια δυναμική εξουσίας. Ώστε με νέα φόρα να μπει στη τροχιά της στρατηγικής τής αριστεράς, που προσωρινά για λόγους τακτικής φάνηκε να εγκαταλείπεται. Και το ποια είναι η παραδοσιακή στρατηγική της αριστεράς είναι γνωστό. Ο απόλυτος έλεγχος του κράτους, της δικαιοσύνης και της πληροφόρησης, μια κυβερνητική εξουσία που θα ανανεώνεται στο διηνεκές, γιατί θα «εξυπηρετεί» τα λαϊκά συμφέροντα, ένας κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας με όλο και μεγαλύτερο κράτος και άσκηση της ελεύθερης οικονομίας με δικούς της ανθρώπους. Και ως επιτομή η ριζική μεταρρύθμιση της Ευρώπης, ώστε η ενοποίηση της να αποκτήσει αριστερή κατεύθυνση. Μια στρατηγική που φαινομενικά μπορεί να ξεκινήσει η εφαρμογή της, αλλά στο τέλος θα συναντήσει τοίχο δίχως άλλο. Γιατί οι εποχές άλλαξαν και οι κλειδαμπαρωμένες οικονομίες ανήκουν στο παρελθόν. Και τελικά η πραγματική αυταπάτη της αριστεράς είναι η ίδια η στρατηγική της κι όχι οι δήθεν «αυταπάτες» του πρώτου εξαμήνου του 2015. Γιατί ότι έγινε τότε δεν ήταν απόρροια αυταπάτης, αλλά μια στοχευμένη αναμέτρηση, κατά την οποία ζυγίστηκαν οι δυνάμεις της ρήξης, κρίθηκαν λιποβαρείς  και ανασυντάχθηκαν μετά το δημοψήφισμα.

Μαριονέτα τώρα, μελλοντική δύναμη αύριο. Ο πρωθυπουργός δέχθηκε να γίνει μαριονέτα στο θέμα των Σκοπίων επειδή το θεωρεί ασήμαντο. Κι επειδή το θεωρεί ασήμαντο, τον κάνει να μη νιώθει μαριονέτα. Ανάλογη συμφωνία ποτέ δεν θα έκανε για την επίλυση του Κυπριακού. Συμπεριλαμβάνοντας το εθνικό θέμα στην ατζέντα της τακτικής του, προσδοκά τώρα οικονομικά οφέλη και πολιτική υποστήριξη από τους συμμάχους, πιστεύοντας ότι τους παγίδεψε. Το μεγάλο πρόβλημα της αριστεράς όμως είναι ότι πιστεύει ότι όλα είναι πολιτική και μάλιστα κοντοπρόθεσμη. Δεν μπορεί να κατανοήσει ότι το παρελθόν παρήλθε και ότι σήμερα η πολιτική δεν μπορεί να τιθασεύσει την οικονομία με το έτσι θέλω. Οι αγορές δεν δανείζουν με βάση πολιτικές προτιμήσεις. Δανείζουν μόνο αν νιώθουν ασφάλεια. Κι αυτό το πρόβλημα θα το συναντήσει σύντομα, όταν ολοκληρωθεί το μνημόνιο. Και τότε τα όποια χειροκροτήματα των ευρωπαίων και των νατοϊκών θα σβήσουν. Ταυτόχρονα όμως θα έχει ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου με τη συμφωνία με τα Σκόπια και σχετικά σύντομα θα καταλάβει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία – ακόμα κι αν του φέρει προσωρινά πολιτικά οφέλη – στο τέλος θα γυρίσει μπούμερανγκ.

Γιάννης Καραχισαρίδης

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Ο νέος Διαφωτισμός, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Όταν ο Σαίξπηρ και ο Θερβάντες μας αποχαιρέτισαν, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Η συγκυρία, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Leave Your Reply

*