Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Μέγας ο πόθος της αναμονής, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 19
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Το καλοκαίρι για ‘σένα συνεχίζεται με την ίδια ανεμελιά, τους ίδιους ρυθμούς και στις ίδιες εντάσεις και συγκινήσεις που γεννά η εποχή λες κι αν μπήκαμε στο μέσον του Σεπτέμβρη καθόλου δεν σε ενδιαφέρει. Για δουλειές το πολύ μιας εβδομάδας μου μήνυσες πως πηγαίνεις φεύγοντας, κι εσύ ξεχάστηκες κάπου μεταξύ Χανίων και αρχής φαραγγιού Σαμαριάς όπου σε αναζήτησα  τις προάλλες εναγωνίως για να μάθω αν χρειάζεσαι κάτι, αν έχεις ανάγκη τι. Επειδή γνωρίζω από παλιά πόσο αξιοπρεπής είσαι, ο λόγος δεν ήταν αυτός που μου είπες στο τηλέφωνο, δεν σε πίστεψα να ξέρεις. Κάτι παραπάνω ήθελες να μου πεις αλλά συγκράτησες την ανάγκη σου όπως αντελήφθην. Δεν χάνει καλή μου κανένας την αξιοπρέπειά του που έτυχε να ξεμείνει από χρήματα ακόμα και όσα απαιτούνται για αυτά τα ναύλα του καραβιού. Το θυμάμαι, έτσι ήσουν από παλιά, δεν καταδεχόσουν σε καμία περίπτωση να δανειστείς ούτε για ένα καπέλο ψάθινο που πολύ θυμάμαι σου άρεσε στην ακρογιαλιά από εκείνον τον πλανόδιο που τα πωλούσε όταν τύχαινε να έχεις ξεχάσει το πορτοφόλι σου ή πάνω στην  πρωινή σου θολούρα και στη βιασύνη σου να προλάβεις να χτυπήσεις την κάρτα στη δουλειά σου ή για να προλάβεις το λεωφορείο το πρώτο, αρκετές φορές το ξεχνούσες. Ας είναι. Τα καλά νέα είναι – όπως με σημερινό σου τηλεφώνημα με ενημέρωσες – ότι το θέμα τακτοποιήθηκε και σήμερα από τα χαράματα  ξύπνησες παρά το βραδινό σου ξενύχτι για τα αποχαιρετιστήρια του νησιού και την κραιπάλη σου με τα ποτά να σου έχουν φτιάξει ένα κεφάλι σαν κολοκύθα άδεια, άρχισες να ψήνεις έναν καφέ στο γκαζάκι ξυπνώντας που κι αυτόν παράτησες στη μέση γιατί δεν πινόταν, πέταξες σε μια βαλίτσα δυο τρία τζιν και άλλα τόσα πουκάμισα και μπλουζάκια που είχες πάρει μαζί σου και κατέβηκες στο λιμάνι. Το πλοίο ήδη είχε κλείσει την είσοδο των επιβατών – μου είπες – κι εσύ έτρεξες να σκαρφαλώσεις από την άλλη είσοδο του γκαράζ μαζί με το τελευταίο φορτηγάκι που εκείνη τη στιγμή έμπαινε. Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η τελευταία στιγμή που πολλές φορές μας σώζει.

Άρχισα να σκέπτομαι τις ατελείωτες ώρες αναμονής σου στο κατάστρωμα, να αφήνεις πίσω περιγράμματα νησιών, κτιρίων και νησιώτικών ρυθμών, καθώς και τρούλων εκκλησιών και από την άλλη να φοβάμαι κι αυτό το σαπιοκάραβο της γραμμής Καστέλι- Καλαμάτα. Να μη φοβάσαι, μου είπες, το έχουν αντικαταστήσει εδώ και χρόνια, να είσαι ήρεμος.

Μετά από εννιάμιση ώρες ταξιδιού παρεμβαλλομένων και των Κυθήρων φθάνεις στην Καλαμάτα και μου λες να έρθω στο λιμάνι να σε πάρω. Μπαίνω με το αυτοκίνητο ανάποδα σε όλα τα στενά για να συντομεύσω τη διαδρομή. Εξ άλλου, σκέφτομαι ότι τα απαγορευτικά επινοήθηκαν να τοποθετηθούν εκεί για να ανάβουν και να σβήνουν σε γιορτές του Δήμου, να όπως μεθαύριο από 21-24 τρέχοντος μηνός όπου ο Δήμαρχος θα προσκαλέσει παιδιά και κόσμο για να τους δείξουν οι φουρνάρηδες το πλάσιμο και την τέχνη του ψωμιού. Σε δουλειές να βρίσκονται … Θέλω να πιστεύω ότι θα παρίσταται και ο πρώην βουλευτής του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ  Πέτρος Κωνσταντινέας ο οποίος με καμάρι δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα και είναι υπερήφανος για τις λαγάνες του καθώς και την προσφορά του σε ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα και στερούνται ακόμα κι αυτού του βασικού αγαθού. Για τοιούτου είδους φωτοχυσίες μόνο τοποθετήθηκαν φώτα και φανοστάστες όπως δείχνουν και τα αποτελέσματα με τα ατυχήματα που συμβαίνουν τακτικά, ειδικά στην παραλιακή οδό.

Προοριζόμαστε για το σπίτι με μεγάλη ανυπομονησία έχοντας κατά νου να κάνουμε όλα εκείνα που δεν μας παρείχε η θάλασσα μπαίνοντας σφήνα και εμπόδιο ανάμεσα φλογισμένων ματιών και χρόνου καθώς και σε ένα απαγορευμένο τσιγάρο που τριγυρίζει από χέρι σε χέρι έτσι και μόνο για μια ρουφηξιά κάνοντάς μας να νοιώσουμε ευτυχείς που καταλάβαμε επιτέλους ότι δεν απαιτείται κι ένας  ολόκληρος αιώνας προκειμένου να έχουμε έστω και για λίγο, έστω και για πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα συμπυκνωμένης απόλαυσης καύλας μεταξύ μουσικής κι ενός ρυθμιστικού λικνίσματος που παίζει στο πικάπ. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι. Από όσο ήμουν σε θέση πρόχειρα να υπολογίσω βγάζοντας το ρολόι μου και τοποθετώντας το στο κομοδίνο σου ούτε καν χρειάστηκε μία ώρα για να έρθω ξανά στα ίσα μου και ν’ αρχίσω να συνηθίζω το σώμα σου, να με τραβά κοντά σου η εικόνα σου έτσι νωχελικά που κάθεσαι στον καναπέ όμορφα προκλητική και ταυτόχρονα ζεστή, το μπρίκι να παρασκευάζει δυο καφέδες τώρα αντί ενός για πάρτι μας, τα ρούχα μας που είναι σκορπισμένα στο πάτωμα έτσι όπως τα κοιτάζω να μοιάζουν απόλυτα τακτοποιημένα και καλύτερα από κάθε άλλη φορά που τόσο πολύ σε άγχωναν.

Μέσα από ένα άδειο σπίτι που βρισκόμαστε τα φώτα που έχουν ξεχασμένα ή επίτηδες αναμμένα οι ιδιοκτήτες στα παρακείμενα μπαλκόνια για τυχόν αποφυγή κλεφτών φωτίζουν το οικόπεδο και χαλάνε την ατμόσφαιρα που έχουμε δημιουργήσει και η οποία απαιτεί σκοτάδι ή άντε στην χειρότερη των περιπτώσεων ημίφως. Και όπως χαμηλώνουμε την ένταση των ηχείων ίσα ίσα που σε εμάς μόνο να γίνεται αντιληπτή, ανακατεύουμε κι απομονώνουμε στίχους του Leonard Cοηen φέρνοντάς τους στα μέτρα και στα γούστα μας για να νοιώθουμε πάντα ανεβασμένοι και ποτέ απομονωμένοι από τα δρώμενα.

Κι ύστερα αρχίζουν εκείνες οι εναποθέσεις στην πλάτη με κλειστά μάτια, βουβούς αναστεναγμούς και τα μην φύγεις ποτέ αγαπημένε μου, δεν σε αλλάζω με τίποτα ακριβέ μου…

  • 19
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Όπου γάμος και χαρά…, του Κωστή Α.Μακρή
Για ποιον χτυπά η καμπάνα;, του Χρήστου Χωμενίδη
Η γιαγιά και ο κυρ Θάνατος, του Κωστή Α.Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.