Ανοιχτή πόρτα

Θέλω να μιλάω για την αγάπη σαν να ήξερα, του Κωστή Α.Μακρή

Spread the love

Κωστής Α.Μακρής: Είναι ζωγράφος-γραφίστας και συγγραφέας και ασχολείται με το έντυπο, το κείμενο, τη διαφήμιση και την οπτική και λεκτική επικοινωνία.

Κωστής Μακρής

Πασαμουρδώνω μερικές κακοχωνεμένες αρχές και αξίες. 

Καλαμουραφιάζω κάμποσες αποσαθρωμένες ―και για τούτο άχρηστες πλέον― ιδεολογικές πλατφόρμες, νομίζοντας ότι μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται, έστω και ως παραπομπές σ’ ένα «τι είχαμε και τι καλά που το χάσαμε».

Τσιμεντώνω ή ματσακονιάζω πρόχειρα κάποια σκουριασμένα ύφαλα που κανονικά θα χρειάζονταν πέταμα, ανακύκλωση και αντικατάσταση.

Μπαλαφαρίζω σχετικά με όσα αγνοώ ή δεν κατανοώ. 

Κλέβω τα τσιτάτα και τα αποφθέγματα που με βολεύουν. 

Σπρώχνω στην λήθη λάθη και αμαρτίες μου.

Βαυκαλίζομαι με την ιδέα ότι όλος αυτός ο επηρμένος λόγος μου, μαζί και ο τίτλος που επέλεξα για το κείμενο αυτό, ως άρχων του παραδοσιακά προφανούς ―«Αλήθεια είναι η Αλήθεια μου», ένα ταυτολογικό ιδεολόγημα αντίστοιχο με το «Εγώ είμαι Εγώ»― θα γλιτώσει εμένα (μαζί με τους ομοϊδεάτες μου αλλά και τους ριζικά αντίθετους με εμένα και όσα πρεσβεύω) από την ανικανότητά μου να συλλάβω σε όλο το βάθος και την έκτασή τους τις ραγδαίες αλλαγές της εποχής μας και να διατυπώσω έναν λόγο απαλλαγμένο από τον φόβο μην τυχόν και με ρίξουν οι «όλα-τα-σφάζω-όλα-τα-μαχαιρώνω» Παντογνώστες στην Γέεννα της Παντελούς Άγνοιας. 

Εκεί δηλαδή που ―κατά τον Ενοιδαοτιουδενοίδα Σωκράτη― ανήκω. 

Το αν ανήκουν και άλλοι και άλλες εκεί ―στην Κόλαση της Άγνοιας, εννοώ― πού να το ξέρω; 

«Και τι προτείνεις; Τι να πούμε δηλαδή;» αναρωτιέμαι… 

Ή φαντάζομαι ότι με ρωτάς εσύ που με διαβάζεις.

Ότι ―μαμώ το στανιό μου μέσα― είναι πάρα πολλά αυτά που δεν ξέρω. 

Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνουν πάρα πολλές λέξεις που διαβάζω, ακούω και χρησιμοποιώ. Όπως ΗΘΙΚΗ, ΦΙΛΙΑ, ΕΙΡΗΝΗ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΙΣΟΣ, ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΛΟΓΙΚΗ, ΕΥΘΥΚΡΙΣΙΑ, ΓΝΩΣΗ, ΑΓΑΠΗ και πάρα πολλές άλλες. 

Δεν ξέρω τι πρέπει, οφείλω και είναι δέον να σκέφτομαι και τι να προτάσσω ως υπέρτατη αξία και ως “άριστο οιωνό”, πάνω από την επιβίωση (αν όχι και την καλοπέραση) εμού του ιδίου και των πολύ κοντινών μου προσώπων, δηλαδή της οικογένειάς μου. Και εννοώ να το κάνω αυτό στα καλά καθούμενα, εν ψυχρώ· και όχι σε καιρό πολέμου, σεισμού, λιμού, οικονομικής καταστροφής, καταποντισμού και άλλων δεινών που άλλους τους κάνουν ήρωες και άλλους τους αποκτηνώνουν. 

Και θέλω και να είμαι ειλικρινής· καθώς δεν γράφω προεκλογικό λόγο.

Δεν ξέρω πού πάει ο κόσμος μας και δεν ντρέπομαι να το παραδεχτώ και δεν έχω πρόταση να κάνω. Δεν έχω συνολική πρόταση για χρηστή διακυβέρνηση της Ελλάδας και του Κόσμου, δεν ξέρω καμιά πανάκεια για το πλήθος των ασθενειών μας, δεν έχω λύσεις για τα προβλήματά μας, δεν έχω συνθήματα που να συσπειρώνουν τα πλήθη, δεν είμαι “ινφλουένσερ” και ούτε ζητάω να με ψηφίσετε. 

«Και τότε γιατί μας τα κάνεις τσουρέκια και γαρδούμπες και όλο γράφεις και γράφεις αφού δεν έχεις τίποτα σπουδαίο να πεις;» ίσως πει κάποιος/κάποια ευθαρσώς. Εγώ βέβαια δεν θα το ακούσω αλλά οφείλω να το προβλέψω ―ακόμα και ως πιθανή σκέψη― και να δώσω και την απάντησή μου η οποία είναι έτοιμη από καιρό: 

Γράφω διότι η γραφή είναι το δικό μου “άουτπουτ” (output=«έξοδος», παραγωγή) σε όλα τα ίνπουτς (inputs=εισροές) με τα οποία με τροφοδοτεί η καθημερινότητα, το περιβάλλον και η ζωή. 

Γράφω έτσι τώρα επειδή όπου να ’ναι θα φτιάξουμε κουραμπιέδες στο σπίτι μας και θα γεμίσει μυρωδιές γιορτινές και μνήμες και παιδικές φωνές και γέλια παιδιών και γέλια ενηλίκων (ελπίζω) το σπίτι μας και θα θυμάμαι πολλά και ό,τι θυμάμαι θα χαίρομαι και μπορεί και να κλαίω γιατί όσο και να είναι πολλές και πολλοί αυτές και αυτοί που κουβαλώ εντός μου, έξω μου μού λείπουν πολλοί και πολλές και ξέρω ότι έχω ανέσεις και προνόμια που λείπουν από πολλές και πολλούς. Κι αυτό μπορεί να με θλίβει αλλά δεν με κάνει και εντελώς υποκριτή.

Και δεν μπορώ δίχως “έξοδο” και “παραγωγή” γιατί αλλιώς θα πάθω διανοητικό ειλεό και θα σκάσω και θα πλαντάξω και θα μουρλαθώ και εκτός όλων αυτών που μπορεί να πάθω, μου αρέσει να γράφω, να επικοινωνώ και να εκφράζομαι. 

Είναι κάτι που αγαπάω να κάνω. 

Κι ας μην ξέρω τι ακριβώς είναι η αγάπη και τι σημαίνει κατά βάθος αυτή η λέξη και τι σημαίνει «αγαπάω». Σημαίνει «μου αρέσει πολύ»; Και πόσο πολύ; Σημαίνει «το θέλω πάρα πολύ»; Και τι σημαίνει «το θέλω πολύ»; Το θέλω για μένα; Την θέλω για μένα την Αγάπη; Ή θέλω ―κάτι άπιαστο δηλαδή― να νιώθω την Αγάπη να υπερισχύει σε όλο τον Κόσμο; Πώς μπορώ να θέλω κάτι τόσο πολύ όταν δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει Αγαπάω, τι ακριβώς σημαίνει και είναι το Μίσος και τι σημαίνει και είναι η Ζωή;

Ε, λοιπόν, ναι… Είναι πολλά αυτά που δεν ξέρω… 

Το μόνο που ξέρω, είναι ότι όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσω ή να γράψω για κάτι πολύ πολύ σοβαρό και άξιο λόγου, κάτι που να ξεπερνάει τον εφήμερο σχολιασμό της επικαιρότητας, μόνο για την αγάπη θέλω να μιλάω και να γράφω. 

Αυτό θέλω: να μιλάω για την αγάπη σαν να ήξερα ακριβώς για ποιο πράγμα μιλάω.

Σαν μπακαλιάρος που την ώρα που ψυχομαχεί και τον ετοιμάζουν για το τηγάνι, εκείνος ονειρεύεται την θάλασσά του. 

Σαν κακοποιημένο παιδί που έχει γκώσει από μίσος, αηδία και πόνο αλλά δεν παύει να ονειρεύεται ότι θα μπορούσαν να είναι αλλιώς τα πράγματα και να βρεθεί σε μια αγκαλιά που θα το νοιάζεται και θα το φροντίζει και θα το αγαπάει. 

Σαν κλοτσημένη γάτα που δεν ξέρω αν αναστοχάζεται τον πόνο της ή απλά δεν ξέρει άλλον κόσμο, έναν κόσμο δηλαδή όπου οι γάτες δεν κινδυνεύουν από κλοτσιές αλλά το μόνο που φοβούνται είναι να μην κατσιάσουν από τα πολλά χάδια και γι’ αυτό τα δέχονται και τα αποζητούν μόνο όταν τα θέλουν εκείνες και εμπιστεύονται τον χαϊδευτή. 

Μόνο για την αγάπη θέλω να μιλάω. Και να γράφω για την αγάπη.

Μπας και μάθω κάποτε πώς να μιλάω και να γράφω για την αγάπη.
Μπας και μάθω κάποτε πώς να διακονώ και να υπηρετώ και να υπερασπίζομαι την αγάπη. 

Μπας και μάθω κάποτε με τι μοιάζει η αγάπη. Γιατί το τι ακριβώς είναι η αγάπη, μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ και αυτό καθόλου δεν με στεναχωρεί αλλά μου δίνει μια πολύ ισχυρή ένδειξη ότι η αγάπη θα είναι μέχρι το τέλος (μου) ένα διαρκές ζητούμενο. Ένας σκοπός δηλαδή· ότι σημαίνει και η αρχαία λέξη “τέλος”. 

Και βεβαιότητα δεν έχω. 

Καμία!

Μα καμία, σας λέω! 

Μόνο ένα μικρό φωτεινό σημαδάκι ελπίδας. Μικρό. Τόσο, όσο… 

Μια μικρή ελπίδα ότι κάποτε θα μάθω να μιλάω και να γράφω και να υπερασπίζομαι έμπρακτα την αγάπη. 

Μικρή ελπίδα.

Σαν το συγκρατημένο χαμόγελο παιδιού την ώρα που παίρνει ένα απρόσμενο δώρο, σε μέρα γιορτής άλλων. 

Σαν το χαμόγελο της αγαπημένης μου την ώρα που διαπιστώνει ότι όλα είναι καλά ετοιμασμένα για μια γιορτή στο σπίτι μας και ανακαλύπτει ότι την κοιτάζω με θαυμασμό.

Κωστής Α. Μακρής

Δεκέμβριος 2022, 

(Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα)

Γλωσσάρι: 

Πασαμουρδώνω = οικογενειακό ιδιόλεκτο που (μπορεί να) σημαίνει τακτοποιώ ή αποθηκεύω κάτι πρόχειρα, διορθώνω κάτι επιπόλαια και φτιάχνω κάτι χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια.

Καλαμουραφιάζω = επιδιορθώνω ή φτιάχνω κάτι πρόχειρα, ερασιτεχνικά, χωρίς επαγγελματισμό. 

Ματσακονιάζω = αφαιρώ την σκουριά από μια μεταλλική επιφάνεια με ματσακόνι (= ειδικό σφυρί με πεπλατυσμένα άκρα)

Μπαλαφαρίζω = χρησιμοποιώ λόγο με χοντροκομμένο χιούμορ, υπερβολές και σαχλαμάρες. 

Βαυκαλίζομαι = παραμυθιάζομαι (από το ελληνιστικό “βαυκαλάω”= αποκοιμίζω, νανουρίζω)

SHARE
RELATED POSTS
181f88054488236c2679da41b7cf6faf_XL_1.jpg
Η ψυχή δεν έχει φύλο, της Αλεξάνδρας Καρακοπούλου-Τσίσσερ
“Bumper Boats”! (συγκρουόμενα βαπόρια), του Γιώργου Σαράφογλου
Πολυθρησκευτική Κοινωνία, του π.Μάξιμου Παναγιώτου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.