Βιβλίο ΕΥ ΖΗΝ

«Γάλα Μαγνησίας» του Κώστα Ακρίβου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, του Άγγελου Κουτσούκη

Ο Κώστας Ακρίβος είναι πολυγραφότατος αλλά για κάποιους λόγους που αγνοώ, δεν έτυχε μέχρι τώρα να διαβάσω κάποιο δικό του βιβλίο.

Διάβασα το «Γάλα Μαγνησίας» και ανακάλυψα έναν λογοτέχνη μεγάλου διαμετρήματος.Το τελευταίο μυθιστόρημά του είναι από τα καλύτερα μυθιστορήματα ελληνικής λογοτεχνίας που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.

Καταφέρνει να αναπαραστήσει την δεκαετία του ΄70 χωρίς να γίνεται γραφικός περιγράφοντας κουραστικές λεπτομέρειες, αλλά χρησιμοποιώντας καίρια σημεία που παραπέμπουν στην εποχή.Περιγράφει το δύσκολο πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση με συγκλονιστικό τρόπο.

Η εποχή και ο τόπος. Μέσα της δεκαετίας του ΄70 στον Βόλο. «Νεανικοί έρωτες, ποδόσφαιρο στις αλάνες, τσιγάρα στα κλεφτά, φάρσες σε καθηγητές και συμμαθητές, πολιτικές ανησυχίες, σχέδια και όνειρα για το μέλλον είναι οι καθημερινές έγνοιες μιας παρέας εφήβων που μεγαλώνουν εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου της δεκαετίας του ΄70.», αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

«Συνέχεια κοίταζα έξω να δω αν θα ξανοίξει ο καιρός, επειδή το βράδυ ήταν να δώσει συναυλία στο γήπεδο της Νίκης ο Μίκης Θεοδωράκης και είχα κανονίσει με τον Ζαφλέκη να πάμε.

Αυτή δεν ήταν συναυλία, πανηγύρι ήταν. Τόσος κόσμος, τέτοιος ενθουσιασμός. Όταν βγήκε στο γήπεδο ο Μίκης και ανέβηκε στη σκηνή, απ΄όλες τις κερκίδες άφησαν εκατοντάδες περιστέρια να πετάξουν στον ουρανό, ενώ πολλά σωματεία πήγαν και του χάρισαν ανθοδέσμες με κόκκινα λουλούδια. Κάποια στιγμή η συναυλία επιτέλους άρχισε. Είχαμε πάει από τους πρώτους, γι΄αυτό είχαμε πιάσει καλή θέση και τα βλέπαμε όλα.Ο Ζαφλέκης μου εξηγούσε ποια τραγούδια είναι του Ρίτσου, ποια του Νερούντα και ποια αντάρτικα. Όταν ήρθε μετά τον Καλογιάννη και τον Πανδή η σειρά της Φαραντούρη να τραγουδήσει, έγινε το σώσε.Ο κόσμος που ήταν έξω από το γήπεδο έσπασε τις πόρτες και όρμησε μέσα.Μέχρι να καθίσουν όλοι, σταμάτησαν τα τραγούδια και πήρε το μικρόφωνο ο Θεοδωράκης. Είπε για τη Χούντα, τον αγώνα που έδωσε ο λαός για τη δημοκρατία όμως είπε και κάτι άλλο που δεν το κατάλαβα καλά. Πως δηλαδή οι δηλώσεις που έκανε την προηγούμενη μέρα στη Λάρισα δεν αποδόθηκαν σωστά. Ότι ποτέ δεν είπε πως η Αριστερά πρέπει να πάρει τα όπλα και να φτιάξει ένοπλες ομάδες. Δηλαδή τι θα είχαμε ξανά εμφύλιο πόλεμο;΄΄

Για όποιον έχει ζήσει κάποια από τις συναυλίες της μεταπολίτευσης, το κλίμα ήταν ακριβώς αυτό. Ο συγγραφέας περιγράφει κάτι βιωμένο και αυτό φαίνεται. Όπως φαίνεται και η περιγραφή του Βόλου εκείνης της εποχής. Καρτάλη, Ιωλκού, Πλατεία Ελευθερίας, Λιμάνι, Δον Δαλεζίου, Τοπάλη, Σπυρίδη, Γήπεδο Μαγνησιακού, Αγριά, Γορίτσα, Πλάκες, Εθνικό Στάδιο Βόλου , κάποια από τα ονόματα που οριοθετούν την πόλη και την δράση των μικρών πρωταγωνιστών,που μεγαλώνουν στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου.

Αστεία και σοβαρά της ζωής αυτών των παιδιών περιγράφονται με έναν τρόπο που σε κάνει να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Από τις πλάκες που κάνουν μεταξύ τους μέχρι το ”μπούλιγκ” που υφίσταται ο Βαγγελάκης, που τον έχουν πάρει υπό την προστασία τους.

Στιγμιότυπα μιας κοινωνίας που, όπως πάντα, προσπαθεί να κουκουλώσει όλα όσα δεν πρέπει να φαίνονται.

Ο Κώστας Ακρίβος έχει γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που χωρίζεται σε δύο μέρη. Την δεκαετία του 70 και το σήμερα. Το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Που είναι δύσκολο. Και τις χωρίζει ένας θάνατος, που θα γίνει καθοριστικός για τις ζωές όλων. Ένα δυστύχημα θα γίνει η αφορμή να επανακαθοριστούν οι ανθρώπινες σχέσεις σαράντα χρόνια μετά. Και από τον ανέφελο Βόλο εκείνης της εποχής, η συνάντηση στις γκρίζες ημέρες μας δεν είναι εύκολη για κανέναν από τους -τότε-μικρούς πρωταγωνιστές.

΄΄Ούτε απάντησε ούτε καν χαμογέλασε. Δεν ήταν ο Αχιλλάκος που ήξερα. Δίπλα μου καθόταν ένας σκουντούφλης μεσήλικας που βιαζόταν να πάει σπίτι του, στη δουλίτσα του, που φοβόταν μη βγει έξω από το ωράριο της καθημερινής του ρουτίνας. Έπρεπε να ξεχάσω τον Αχιλλάκο με το κόκκινο ποδήλατο και τα ερυθρόλευκα όνειρα. Τέτοια η ζωή΄΄, γράφει κοντά στο τέλος του βιβλίου ο Κώστας Ακρίβος.

Τέτοια η ζωή, λοιπόν και από μια ηλικία και μετά το γνωρίζουμε όλοι. Η επιστροφή στο παρελθόν, τις πιο πολλές φορές είναι οδυνηρή. Και αυτό παθαίνει ο αφηγητής του βιβλίου όταν επιστρέφει στον Βόλο σχεδόν σαράντα χρόνια μετά.

΄΄Στο οικοτροφείο έπαθα το μεγάλο σοκ. Εντάξει, είχα μάθει πως σταμάτησε εδώ και χρόνια να λειτουργεί, αλλά να έχει γίνει Mega Stores Ηλεκτρονικών ήταν το τελευταίο που περίμενα να δω. Αφίσες με πλυντήρια, ηλεκτρικές σκούπες, μίξερ και απορροφητήρες είχαν καλύψει εξωτερικά τα παράθυρα στους θαλάμους. Στο ισόγειο, εκεί όπου βρισκόταν η τραπεζαρία -αναγνωστήριο, ήταν τώρα η έκθεση των προϊόντων του καταστήματος. Άλλο δεν ήθελα να δω, έκανα μεταβολή. Ούτε καν ο ευκάλυπτος δεν βρισκόταν στη θέση του΄΄.

Το τέλος του βιβλίου είναι συγκλονιστικό. Θα το ανακαλύψει όποιος διαβάσει το βιβλίο. Αφού έχει περάσει καλά διαβάζοντάς το. Το ΄΄Γάλα Μαγνησίας΄΄ είναι ένα μυθιστόρημα που στοχεύει στην ουσία της ζωής, χωρίς να είναι δήθεν, χωρίς να αντιγράφει από αλλού, με μια γραφή απλή και κατανοητή από όλους.

΄΄Έχοντας ένα τόσο λεπτό θέμα στα χέρια του, δύσκολο, έτοιμο να τον ρίξει στην επανάληψη, στα κενά, στα χάσματα, επιτυγχάνει όχι μόνο να μην πέσει στην παγίδα αλλά, το αντίθετο, να μας παραδώσει ένα κείμενο άκρως απολαυστικό, χωρίς ν’ αφήνει τίποτα να πέσει στο έδαφος.

Ο Κώστας Ακρίβος είναι αληθινά ένας υπέροχος δημιουργός. ΄΄, έγραψε για το βιβλίο ο Χρίστος Παπαγεωργίου στο «Διάστιχο».

Θα συμφωνήσω ανεπιφύλακτα μαζί του.

Και επειδή οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω την καταπληκτική φωτογραφία του εξωφύλλου τραβηγμένη από τον Δημήτρη Λέτσιο.

ΟΆγγελος Κουτσούκης είναι Ραδιοφωνικός παραγωγός και Δημοσιογράφος

SHARE
RELATED POSTS
Σπύρος Σακελλαρόπουλος: «Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα» .
Σάν σήμερα: Παῦλος Μελᾶς, τοῦ Τάσου Γέροντα
Βιβλιοκριτική από την Χαρά Νάστου*: «Στην σκιά των αιώνων», (εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ)

Leave Your Reply

*