Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Πριν ανατείλει ξανά το Φώς (μέρος β’), του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη

Spread the love
  • 16
    Shares

Ο Κωνσταντίνος Μεϊντάνης  είναι Απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ,  καθώς και του Kings College και Birkbeck College του Πανεπιστημίου τού Λονδίνου. 

Θα το βρείτε: σε “Πολιτεία”, “Πρωτοπορία” Αθήνας-Θεσσαλονίκης-Πάτρας, “Ιανός” Αθήνας και Θεσσαλονίκης, και σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας και του εξωτερικού που θα ζητηθεί σε 2-5 ημέρες. β) ΗΠΑ μέσω του “Εθνικού Κήρυκα”. γ)στις εκδόσεις Φίλντισι on line, με μειλ ή τηλεφωνικά 210 65 40 170 – [email protected]

όλα τα συγγραφικά έσοδα θα διατεθούν σε οικογένειες με παιδικό καρκίνο.

ΠΡΙΝ ΑΝΑΤΕΙΛΕΙ ΞΑΝΑ ΤΟ ΦΩΣ

(Β’ μέρος)

     Η καλλιέργειά, η μόρφωσή του… Για σκέψου,… το χιούμορ, η αμεσότητα, το ήθος, όλες αυτές οι αρετές που τον χαρακτήριζαν… όλες αυτές οι ερίγδουπες αδολεσχίες, οι αερολογίες, δίχως αντίκρισμα… Πα…ρια! Να πάνε στον αγύριστο!

    Και τώρα, κρατώντας το κινητό στο χέρι του που σιγότρεμε, «ένιωθε» το ράγισμα στη φωνή της μητέρας. Το ένιωθε με έναν τρόπο που η τόσο εδραία και υδατοστεγής διανοητικότητά του αδυνατούσε να ελέγξει. «Μαμά, πες μου, είσαστε στο γνωστό νοσοκομείο; Σε λίγο, θα είμαι εκεί». Κρατούσε κι εκείνος τη φωνή του σε μικρές φράσεις, να μην φανεί η ένταση που τον κατέκλυζε, για να μην ανησυχήσει περισσότερο τη μάνα. «Ναι, Δημήτρη, εδώ είμαστε. Ο μπαμπάς είναι εντάξει, έλα, αλλά προσεκτικά και χωρίς βιασύνη».

     Από την ημέρα που ξέσπασε το Κακό, και έφερε τον φόβο, την απομόνωση, και την απόγνωση σε όλους, είχε συμφωνήσει με τη μητέρα του πως αν τύχαινε κάτι, οτιδήποτε, και οποιαδήποτε ώρα, την είχε βάλει να του δώσει τον λόγο της πως θα επικοινωνούσε πρώτα με εκείνον, όχι με τη Βασιλική, την αδερφή του που λάτρευε, τη Βάσια του, που ήταν, όπως την έλεγε, «το χαμόγελο της ζωής του». Εκείνη είχε τώρα οικογένεια, ενώ αυτός ήταν μόνος, και είχε άλλη ελευθερία κινήσεων. Τρόπος του λέγειν, αλλά έτσι ήταν, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο.

     «Εντάξει, μαμά, μην ανησυχείς. Μην πάρεις τη Βάσια, τώρα μέσα στη νύχτα, θα ξυπνήσουν και τα μικρά, άσε να έρθω εγώ και θα είμαστε εντάξει. Σύμφωνοι;» Μήτε που σκεφτόταν καθώς μιλούσε, ο νους είχε αναλάβει τα «διαδικαστικά». Προσπαθούσε να ακούγεται ήρεμος και έτοιμος. «Εντάξει, αγόρι μου. Πάρε την ηλεκτρονική Άδεια, και στείλε μου αν θες ένα μήνυμα για να ξέρω ότι είναι όλα OK, εντάξει;». «Μην ανησυχείς, ντύνομαι κι έρχομαι. Άδειοι θα είναι οι δρόμοι, δε θ’ αργήσω. Σε φιλώ…».

     Πριν κλείσει το τηλέφωνο, άκουσε στο βάθος -η μητέρα του μάλλον δεν είχε ακόμα κλείσει τη δική της συσκευή, καθώς θα την κατέβασε από το αυτί της- μια φωνή γνωστή. Η Βάσια;  Ήταν ήδη εκεί;

     Έμεινε για δυο-τρία δευτερόλεπτα ακίνητος. Μετά, ακούμπησε το κινητό στο κομοδίνο και, καθώς ντυνόταν βιαστικά, έφερε στο νου του εκείνη τη φράση του Νίκου Καζαντζάκη που τόσο τον εμψύχωνε στα εφηβικά του χρόνια. «Τώρα θα δούμε τι αξίζει η ψυχή μας!» Κι αμέσως μετά, συνειρμικά, μέσα στην ολοένα και πιο φλογωμένη υπερένταση του νου και της καρδιάς του, σαν ανταπάντηση ήρθε, από μόνη της θαρρείς, συμπλήρωμα νοήματος άρρητου, η άλλη μεγάλη παραδοχή: «Αλάτι είν’ ο θάνατος και τη ζωή πολύ τη νοστιμίζει».

     Μήτε που τον ένοιαξε να στείλει μήνυμα για να λάβει την ηλεκτρονική Άδεια. Σχεδόν το ξέχασε. Έπρεπε να φτάσει το γρηγορότερο στο νοσοκομείο. Δεν υπήρχαν, ούτε κι αυτός τώρα θα δεχόταν, περιθώρια για συνθηκολόγηση με την επικυρίαρχη Διαστροφή του Ορθού και Επιβεβλημένου.

     Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, πριν ξεκινήσει, διστακτικά έκανε τον σταυρό του, αν και ένιωθε πως τον παρακινούσε περισσότερο μια φοβισμένη υστεροβουλία, παρά η τιμιότητα της εμπιστοσύνης στο ευγενικό πρόσταγμα της καρδιάς. Παρόλο που είχε φορέσει το πιο ζεστό μπουφάν του, αισθανόταν ένα σύγκρυο κατά ριπές σε όλο του το κορμί, και το μόνο που του επέτρεπε να μην τρέμει ήταν η επίγνωση, η διανοητικά επεξεργασμένη, του αναπόφευκτου αυτής της αίσθησης. Ήταν σαν να κρατούσε σε κάθε χέρι τη μια από τις δύο άκρες ενός καλωδίου, στο οποίο έρεε ένα παγωμένο ηλεκτρικό ρεύμα χαμηλής τάσης, με σποραδικές, μικρές αυξομειώσεις στην ένταση. Και μικρά τινάγματα.

     Στη μεγάλη λεωφόρο δεν υπήρχε κανένα άλλο όχημα, παντού ερημιά. Τα φανάρια μόνον κρατούσαν τη συνήθη εναλλαγή τους στα χρώματα. Τρεις φορές κόκκινο, σε τρία συνεχόμενα σημεία. Πώς τυχαίνει πάντοτε, όταν για κάποιον λόγο βιάζεσαι ή, χειρότερα ακόμα, όταν πνίγεσαι από την αγωνία, τον θυμό, την ένταση, τότε ακριβώς όλα γύρω σου να μοιάζουν πως συντονίζονται με τέτοιον τρόπο, με μιαν εμμονική συνέπεια, για να σε βαρύνουν ακόμα περισσότερο;

     Σκέφτηκε τον πατέρα του. Τον λάτρευε και αυτόν, κι ας ήταν τελείως αντίθετοι ως χαρακτήρες. Και μετά, τον παππού τον Δημοσθένη. Τον παππού του που, 19 χρονώ παλληκάρι, είχε πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία, κι είχε φτάσει μέχρι την ύστατη, καταδικασμένη μάχη κοντά στον Σαγγάριο.

    Κι ο πατέρας, άλλος μαχητής, στην Αεροπορία… Εκείνη τη φορά, με το ελικόπτερο σε αποστολή διάσωσης, στο Κάβο Ντόρο, μέσα στη νύχτα και σε καιρικές συνθήκες τόσο σφοδρές που μπορούσαν να προκαλέσουν «απώλεια στήριξης», ο πατέρας μαζί με τους άλλους αετούς του πληρώματος πέτυχαν το, με αντικειμενικά κριτήρια, σχεδόν ακατόρθωτο. Και η περίπτωση έμεινε μοναδική. Μηχανικά, στατιστικά, με όλα τα ισχύοντα δεδομένα, αυτό δεν θα μπορούσε να είχε γίνει. Ή όταν, πιο νέος, μαζί με τους άλλους πιλότους της αεροπορικής Μοίρας του, σε άσκηση «έσπασαν» το φράγμα του ήχου πετώντας με αεροσκάφη F86 E, που δεν ήταν τύπου υπερηχητικών.

     Σαρανταπέντε χρόνια στον αέρα, στην Πολεμική και, μετά, στην Πολιτική Αεροπορία, πετούσε μέχρι και την τελευταία μέρα της επιτρεπόμενης για ενεργό πιλότο ηλικίας του. Τα γενέθλιά του, τότε, «έκλειναν» με τον πιο τίμιο τρόπο μια πορεία ενός ανθρώπου που από νωρίς είχε μάθει πόσο σκληρή ήταν η ζωή, ειδικά για τη δική του γενιά. «Όπου ισιάζουν οι αετοί, οι γλάροι δεν πετούνε»… 

     Η μητέρα του… Ο Άνθρωπός του. Πόσο αληθινή στην αγάπη της, και για εκείνον και για την Βάσια του. Στα μαγικά παιδικά τους χρόνια, στην εφηβεία του με όλα όσα έχει αυτή η ηλικία και σε κάνει είτε εξωστρεφή είτε να βυθοσκοπείς τα τραντάγματα μέσα σου… Και μετά, πάντα σε όλες τις στιγμές, και τις φωτεινές και τις ασήκωτες, η Μάνα ήταν δίπλα του, ακόμα κι όταν η γεωγραφική απόσταση, και οι προσωπικές του διαδρομές σε τόπους και τοπία που έδεσαν, που έγιναν ένα, με την καρδιά και τον νου του, τον έπαιρναν μακριά, η φωνή και η ψυχή της μητέρας, φύλακας-άγγελος, διακριτικός με μιαν τρυφερότητα και ευγένεια πέρα από κάθε ανταμοιβή.

    Ήταν σχεδόν δέκα ετών, στην 4η τάξη του Δημοτικού, όταν η μητέρα τού διάβασε για πρώτη φορά την «Ιθάκη» του Κ.Π.Καβάφη. Τότε, είχανε στο σχολείο μάθημα για τους Ελληνικούς Μύθους, και η μορφή του Οδυσσέα, είχε κάνει την παιδική του φαντασία να «βλέπει», δίχως επίγνωση λογικής επεξεργασίας, αλλά με την απτή αίσθηση της καρδιάς, τη χαρά και την δοκιμασία, την σαγήνη και τον φόβο μιας άλλης θάλασσας μέσα του, άγνωστης, μα τόσο ερωτικής.

    Και οι στίχοι του Ποιητή, τι παράξενοι που τού είχαν φανεί… «… ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν». Οι «Ιθάκες»; Πώς μπορεί να έχει πληθυντικό το όνομα ενός μόνο νησιού, δεν είναι λάθος, αφού στο σχολείο μαθαίνανε πως τα κύρια ονόματα είναι πάντα στον ενικό; Κι όμως, είχε μιαν βαθιά αρμονία, σαν το άγγιγμα της Μάνας, αυτό το παράδοξο «οι Ιθάκες». Λίγα χρόνια μετά ήταν που θ’ άρχιζε να καταλαβαίνει πως άλλη, και τόσο πιο αληθινή, είναι η Αλήθεια της Ποίησης. Ο «Καβάφης» της μητέρας του, θα του άρχιζε από κάποια στιγμή κι έπειτα «τ’ ωραίο ταξείδι». Μήτε φτωχικό, μήτε ψεύτικο. Αλλά νοτισμένο με ελπίδα και πίκρα. Όπως συμβαίνει τελικά με τις «Ιθάκες», όλων μας.

     Κι εκείνος; Η δική του μοίρα φαινόταν διαφορετικά να τα είχε ορίσει. Και τού έδωσε άλλα όπλα στα χέρια. Τις λέξεις. Από παιδί είχε μιαν ιδιαίτερη ικανότητα στον λόγο. Και από εκείνα τα χρόνια της άχαρης εφηβείας, των πρώτων μοναχικών του αναζητήσεων, συνειδητά πια αγάπησε τη Γλώσσα με πάθος. Αυτήν την οδό γνώσης, τον τρόπο σκέψης, την ανεξάντλητη δυναμική έκφρασης.

    Με τις λέξεις ήταν που θα πάλευε και τα κατοπινά χρόνια, με όλο και περισσότερο πείσμα, και ό,τι σμίλευε συλλαβή-συλλαβή, το έκανε φυλλομετρώντας το αλφαβητάρι του νου και της καρδιάς, για να αποκωδικοποιήσει ή και να ξορκίσει τους γρίφους και τις παραδοξότητες του κόσμου και του ανθρώπου. Ή να «πει» την Ομορφιά. Με τις λέξεις, πάνω στην μαλακή, κέρινη επιφάνεια της σιωπής. Σιωπής που με τον καιρό, όλο και ωρίμαζε, όλο και πιο σκληρή γινόταν. Κι απαιτούσε όλο και πιο πολλή δύναμη για να τη χαράξεις.

     Μετά το τρίτο φανάρι, αύξησε ταχύτητα, σε πέντε με επτά λεπτά το πολύ θα έφτανε στην πύλη του νοσοκομείου, κι εκεί ανέμενε μια μικρή καθυστέρηση μέχρι να τον αφήσουν να περάσει. Στην αμέσως επόμενη διασταύρωση, δύο οχήματα και τρεις μοτοσυκλέτες του «Ελέγχου και Επιβολής της Ασφαλείας Πολιτών» ήταν σταματημένα, και οι υπάλληλοι του Κράτους, με πλήρη αντιτρομοκρατική εξάρτυση, στέκονταν κοντά ο ένας στον άλλον, και μεταξύ τους συνομιλούσαν αμέριμνα. Μόλις είδαν το αυτοκίνητο να πλησιάζει, ένας από δαύτους τού έκανε αμέσως νόημα, ανάβοντας και κουνώντας το κόκκινο ματσούκι που κρατούσε στο χέρι, να σταματήσει για έλεγχο.

     Ο Δημήτρης κατέβασε προσεκτικά ταχύτητα με τον λεβιέ, τέταρτη-τρίτη-δεύτερη-πρώτη, άναψε ταυτόχρονα τα φώτα «alarm» και, στρίβοντας ελαφρά το τιμόνι, σταμάτησε σχεδόν δίπλα στο ένα όχημα της Αρχής. Έβγαλε τη ζώνη, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε ο ίδιος κάτω, πριν προλάβει ο υπάλληλος του Κράτους να πλησιάσει στο παράθυρο και να του μιλήσει.

     Απολύτως ψυχρός και ευγενέστατος, με ελάχιστα λόγια, εξήγησε ποιος ήταν, δείχνοντας την παλιά του ταυτότητα, πού πήγαινε, και τι συνέβαινε. Και, ευθύς ζήτησε συγγνώμη για το ότι δεν είχε λάβει ηλεκτρονική Άδεια, καθώς έφυγε εσπευσμένα από το σπίτι για να πάει στο νοσοκομείο -το κτήριο ήδη φαινόταν λίγο μετά την επόμενη κάμψη της λεωφόρου.

     «Και θέλεις να σε πιστέψουμε;», του απάντησε ο υπάλληλος Ελέγχου Ασφαλείας Πολιτών. Αυτός ο συνήθης ενικός που πάντοτε χαρακτηρίζει την κοινωνική αγραμματοσύνη, την αδιαφορία προς τον επαγγελματισμό, και τώρα πια την αυτοηδονιστική φρεναπάτη της διεστραμμένης εξουσιαστικής ισχύος. «Κρατήστε, σας παρακαλώ, την ταυτότητά μου, και αυτή…», έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του, «… αυτή είναι η επαγγελματική μου κάρτα με όλα τα στοιχεία μου».

     Προς στιγμήν, ο υπάλληλος του Κράτους έμοιασε να ήρθε σε αμηχανία. Ο Δημήτρης συνέχισε. «Πηγαίνω στο νοσοκομείο», και έδειξε με το χέρι προς το κτήριο, «ο πατέρας μου είναι άρρωστος και η κατάστασή του σοβαρή, θέλω…», εκεί πια η φωνή του έσπασε, και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν ασταμάτητα από τα μάτια του, δίχως όμως κανέναν λυγμό, απολύτως σιωπηλά, «… πρέπει να πάω κοντά του. Η μητέρα μου και η αδερφή μου είναι ήδη εκεί, αν θέλετε μπορείτε να με βρείτε αμέσως, έχετε όλα τα στοιχεία μου, και θα υποστώ τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος για όλους μας…». Δίστασε για μια στιγμή, «… ίσως, ένας από τους συναδέλφους σας με μηχανή μπορεί να με ακολουθήσει μέχρι εκεί, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία…».

     Τον διέκοψε αμέσως ο υπάλληλος του Ελέγχου Ασφαλείας Πολιτών με βλοσυρό ύφος, ενώ δύο άλλοι από αυτούς τού έλεγαν, «άσ’τον, είναι εντάξει, θα τον βρούμε…», και του είπε, ενώ έβγαζε από τη ζώνη τους τις χειροπέδες, «… έτσι δεν γίνεται, χωρίς ηλεκτρονική Άδεια, και με τέτοιον τρόπο, ούτε να το σκεφτείς…, δηλαδή, σιγά που θα σε ακολουθήσουμε κιόλας για να σε συλλάβουμε μπροστά στην οικογένειά σου, αν είναι όντως έτσι όπως μας τα λες τα πράγματα…».

     Έρχονται κάποιες στιγμές στη ζωή μας, και στη ζωή μερικών συνανθρώπων μας, όταν όλη η πίκρα, ο πόνος, αλλά και η ευτυχία που κάποτε ζήσαμε και θησαυρίσαμε μέσα μας σαν φως ανέσπερο, και τώρα πια είναι τόσο μακρινή που μοιάζει σα να μην ήταν ποτέ πραγματικά δική μας, οι άνθρωποι που αγαπήσαμε και δεν είναι πια μαζί μας, οι στιγμές οι σπάνιες που τις αισθανθήκαμε να κρατούν για πάντα, όπως τότε εκείνο το πρώτο φιλί με το κορίτσι του πρώτου-πρώτου και, γι’ αυτό, του πιο δυνατού μας έρωτα, οι αδικίες και οι διαψεύσεις από τη φτήνια και τη φτώχεια κάποιων υπανθρώπων που μόλεψαν με τη χαμέρπεια και τη χυδαιότητά τους την τιμιότητα του λόγου μας και την καθαρότητα της ανάσας μας…

     … όλα αυτά, μέσα σε διάστημα μικρότερο ίσως και του δευτερολέπτου, λες και ωρίμαζαν, «ετοιμάζονταν» και οπλίζονταν μέσα μας για μια ολόκληρη ζωή, έξαφνα συμπυκνώνονται σαν σε μιαν, απροσμέτρητης μαγνητικής δύναμης, μαύρη τρύπα στα πιο μύχια της ύπαρξής μας. Μια τέτοια στοιχειακή δύναμη που κάμπτει και υποτάσσει προς το σκοτεινό κέντρο της ακόμα και το άυλο φως – όπως το δείχνει η Κβαντική Μηχανική, φανερώνοντας πως και το πλέον αδύνατο με την ξεπερασμένη πια Νευτώνεια Φυσική είναι δυνατό. Και τότε…

     Τότε, η ψυχή εκρήγνυται. Αυτό είναι, άλλωστε, που φοβούνται τόσο πολύ οι ισχυροί και ηχηροί του κόσμου, αυτήν την σιωπηλά κυοφορούμενη Επανάσταση της ανθρώπινης Ψυχής. Όλη η φλόγωση της καρδιάς και η δύναμη του νου γίνονται μεμιάς αυτό το αναβράζον μάγμα που ξεπερνά το σημείο βρασμού, και η ψυχή εκρήγνυται, σαρώνοντας τα πάντα με έναν τρόπο που κανείς νουνεχής, μορφωμένος, συμβιβασμένος, και παραιτημένος από την αλήθεια του Ανθρώπου, δεν μπορεί, και δεν τολμά ποτέ, να διανοηθεί.

     Αυτό ακριβώς είναι ο ασύλληπτος στη δυναμική της αέναης έκτασής του αριθμός «π», το 3,14159… Κυρίως όταν απειληθεί από το ανίσχυρο μηδέν, το φαινομενικά μόνον πανίσχυρο σαν νούμερο, αφού μπορεί να μηδενίσει ακόμα και το άπειρο του Θεού, καταδεικνύοντας το άπειρο κενό της ανελευθερίας του «ανθρώπου».

     Ο Δημήτρης εκείνη τη στιγμή βγήκε, επιτέλους, από τη βολική περατότητά του, γιατί η ψυχή του εξεράγει. Και ξέσπασε, ουρλιάζοντας σχεδόν: «ΤΙ ΛΕΣ, ΡΕ ΑΛΗΤ…Ε, ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ,… ΘΑ ΜΕ ΣΥΛΛΑΒΕΙΣ, ΜΕ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ, ΕΣΥ…;!» Τον είχε πιάσει από τον γιακά της καλοσιδερωμένης στολής του με τόση δύναμη που έμοιαζε πως θα τον έπνιγε. Οι ένστολοι πάγωσαν μπροστά σ’ αυτό το φρενιασμένο ξέσπασμα, δύο από δαύτους σχεδόν πισωπάτησαν (είναι εντυπωσιακό πραγματικά, πόση θρασυδειλία κρύβεται κάτω από την σιδηρόφρακτη συγκάλυψη της κακιασμένης αδικίας)…

     …και όταν εκείνος, καθώς ένιωθε το σφίξιμο στο λαιμό μου κι έτρεμε ολόκληρος, έκανε σπασμωδικά με το χέρι του να πιάσει το περίστροφό του, ο Δημήτρης, που δεν ήταν -οριστικά πια- ο εαυτός του, κινήθηκε ακαριαία. Με μια κλωτσιά προς τον ένστολο στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων τον έκανε να διπλωθεί στα δύο βογκώντας, ενώ αφήνοντας τον γιακά της στολής, σήκωσε αμέσως τα χέρια του στο ύψος του προσώπου με τους βραχίονες ανάποδα και τις γροθιές σφιγμένες σαν πέτρες, τόσο που πήραν να ματώνουν οι παλάμες του…

     …(τόσες ταινίες «δράσης και περιπέτειας» που ξεχείλιζαν από βία αλλά και ευφυείς σκηνές πάλης σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές της είχαν επί δεκαετίες διαπαιδαγωγήσει και εμπνεύσει τον υποταγμένο πληθυσμό των θεατών, και κυρίως τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια από τις, διαφόρων μορφών, οθόνες), και κατέβασε τις γροθιές πάνω στο κράνος του ένστολου υπηρέτη της Ασφάλειας με τέτοια σφοδρότητα που το έκανε κομμάτια, και τον έριξε καταγής αιμόφυρτο.

     Και, εν ριπή οφθαλμού, στράφηκε (αυτήν τη συγκεκριμένη κίνηση σαν να την είχε «αντιγράψει» από μια ταινία James Bond) προς το αυτοκίνητό του με την πόρτα ανοιχτή να μπει μέσα…

     … ενώ σαν σε απόηχο μέσα σε παραζάλη άκουσε κάποιον από τους υπαλλήλους του Κράτους να φωνάζει: «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΡΕ Μ…ΚΑΑΑ, ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΑΣ’ ΤΟ ΚΑΤΩ, Μ… ΚΑ!!! Γ…Ω ΤΟΝ…», τρεις πυροβολισμοί ακολούθησαν, η μια σφαίρα έσπασε το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου και καρφώθηκε στην πλάτη του καθίσματος του συνοδηγού, η δεύτερη χτύπησε τον καθρέφτη της αριστερής πόρτας, και σαν να εξοστρακίστηκε, ή «εσωστρακίστηκε» κατά πως λένε οι ειδήμονες και οι ειδικοί που πάντοτε γνωρίζουν πολύ περισσότερα και πολύ ορθότερα από τους λοιπούς κοινούς θνητούς, ακόμα και για το πώς πρέπει να μιλάμε τη γλώσσα μας…

     … και η τρίτη πέτυχε τον Δημήτρη κατ’ ευθείαν στον αυχένα. Όλα διαμιάς έσβησαν.

     Η μεγαλύτερη, η πιο ανθρώπινη, δικαίωση του στοχασμού είναι η πράξη. Και, αν το φέρουν έτσι οι καιροί, και το συναποφασίσει η μοίρα, η πιο υψηλή, η υπέρτατη τολμώ να πω, δικαίωση της πράξης είναι η θυσία.

    Αν η αυτοκτονία, όπως με τόση πειθώ την υπερασπίζεται ο Κυρίλοφ στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκυ, και την αντιμετωπίζει ως το κατεξοχήν φιλοσοφικό πρόβλημα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο στον «Μύθο του Σισύφου» ο Καμύ, δεν έχει, δεν βρίσκει, μόνο μία μορφή τελεσίδικης έκβασης; Δεν είναι μόνον ένα «απονενοημένο διάβημα» όταν φτάσει να υπερκεραστεί και το έσχατο όριο της απελπισίας, αλλά, όπως έχει γραφεί από κάποιον σύγχρονο στοχαστή, είναι μια δολοφονία που έχασε τον πραγματικό της στόχο;

    Κι αν, και πέρα ακόμα από αυτό, γίνεται μια «μεταστοιχείωσή» της, όχι σε πράξη αυτοκαταστροφής, αλλά πράξη αυτοθυσίας; Μια έκρηξη, έκρηξη αιματωμένου φωτός όταν όλα τα έχει καλύψει το σκοτάδι, μέσα στο οποίο κατ’ επίφασιν επιβιώνει σαν ζωντανός-νεκρός ο άνθρωπος;

    Ποιος ορίζει τα όρια; Μπορούν ποτέ να οριστούν; Υπάρχουν όρια στην υποδούλωση και όρια στην Ελευθερία;…   

     Η Οδύσ(σ)εια του Νίκου Καζαντζάκη, το μοναδικό αυτό έπος των 33.333 στίχων, κλείνει με έναν στίχο που μοιάζει να συμπυκνώνει, για όσους έχουν μπορέσει να διαβάσουν το Έργο ολόκληρο, το απόλυτο νόημα της μεγάλης περιπέτειας πέρα από τα όρια του ανθρώπου και του κόσμου: «Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αγεράκι!»

     Και ο Επίλογος ολοκληρώνεται με τους εξής στίχους, που απ’ όταν τούς πρωτοδιάβασα, πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, μαθητής Λυκείου ακόμα, αυθαιρετώντας μάλλον προς το όραμα του μεγάλου Ταξιδευτή της πένας και της ζωής, τους ένιωσα πρωτίστως σαν μιαν ύστατη επίκληση αγάπης, πριν τη μεγάλη έξοδο από τα σύνορα του Ανθρώπινου, όπως το προστάζει η θεϊκή μέσα μας λάμψη του Αγνώστου που λέμε Ψυχή:

«Μάνα, κι αν έχεις δείπνο γέψου του, κρασί ξεφάντωσέ το,

μάνα, κι αν έχεις στρώμα ξάπλωσε τα χοντροκόκαλά σου·

δε θέλω, μάνα, πια κρασί να πιω μήτε ψωμί ν’ αγγίξω·

     απόψε βίγλισα τον αγαπό σα στοχασμό να σβήνει.»

     Εκείνη η νύχτα πέρασε. Άρχιζε να ξημερώνει πάλι. Πάντοτε, το σκοτάδι υποχωρεί μπροστά στο φως. Αυτή είναι η νομοτέλεια της φύσης.

     Και με αυτήν την άλλη αυγή, ποτισμένη από το δίκαιο αίμα, άρχισε ο Μεγάλος Ξεσηκωμός. Ήρθε η Μεγάλη Έκρηξη της Ανθρώπινης Ψυχής.

  Κωνσταντίνος Μεϊντάνης

Διαβάστε το α’ μέρος:

Πριν ανατείλει ξανά το Φώς, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

  • 16
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Μπουτόν, διακόπτες και άλλοι μηχανισμοί ασφαλείας, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Αποδέξου, της Αναστασίας Φωκά
Η ιστορία της Στεφανίας (κεφ. α’), της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.