Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Πάρ’τον κάτω φαρδύ-πλατύ, ανάσκελα!, του Γιάννη Στουραΐτη

Ειλικρινά, δεν μπορώ να θυμηθώ την, προ πολλών δεκαετιών, πρώτη μου επαφή με το παιχνίδι.

Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι, ενώ θήτευα σαν αγροτικός γιατρός στις Κυκλάδες, μια Σεπτεμβριάτικη Κυριακή, με προσκάλεσαν οι ευγενέστατοι, καλοσυνάτοι συγχωριανοί μου, να παίξουμε το απόγευμα «μπούτσους» σε μιαν αλάνα!

Παραξενεύτηκα.

Τι στο διάβολο είναι αυτοί οι «μπούτσοι», θε-μου-σ’χώρα-με;

Φθάνοντας στον «αγωνιστικό χώρο», διαπίστωσα ότι επρόκειτο για ένα παιχνίδι με κάτι αυτοσχέδιες, χειροποίητες ξύλινες μπάλες που τις είχαν κατασκευάσει σ’ έναν τόρνο του χωριού, εξ ου και το σφαιρικό σχήμα τους είχε πολλές, μα πάρα πολλές, ατέλειες, για να το πω κομψά.

Η αμέσως επόμενη διαπίστωσή μου, (πιο πολύ εικασία θα έλεγα), ήταν ότι το συγκεκριμένο όνομα, που δεν το ξεστόμιζες και με πολλήν άνεση έξω από το χωριό, προέκυπτε κατά παράφραση του Ιταλικού «Bocce» και αφορούσε στο ίδιο παιχνίδι που οι Γάλλοι το λένε «Pétanque».
Πρόκειται για ένα απαιτητικό, πολύ γοητευτικό, εθιστικό θα το έλεγα, παιχνίδι, για το οποίο δεν χρειάζεται μεν να διαθέτεις μυϊκή δύναμη, αλλά υψηλή τεχνική, αυξημένη ικανότητα συγκέντρωσης, ομαδικότητα, στρατηγική, πολύ καλή αίσθηση του χώρου, μεγάλη προσαρμοστικότητα, καλό συντονισμό ματιού-μυαλού-χεριού, ψυχραιμία και επιρρέπεια στην κοινωνικότητα!

Υπ’ όψιν ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν μπορείς να πεις, «τώρα, έμαθα και έγινα καλός».

Εδώ έχει απόλυτη εφαρμογή η ρήση «εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, (αενάως, θα προσέθετα εγώ)!»

Δεν θα σας κουράσω άλλο με λεπτομέρειες.

Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα, ας το γκουγκλάρει, (ωραίο κόλπο αυτό)!

Πολύ πρόσφατα, μετά την μόνιμη εγκατάστασή μας στην Αθήνα, βρήκα μιαν υπέροχη παρέα με τα μέλη της οποίας, συχνά πυκνά παίζουμε Pétanque,  εδώ κι εκεί, αλωνίζοντας το λεκανοπέδιο της Αττικής!

Έτσι, θυμήθηκα μιάν ιστορία από τα παλιά κι είπα να σας την διηγηθώ:

Κατ’ αρχήν, στο Κυκλαδίτικο νησί, έπαιξα τους «μπούτσους» μανιωδώς επί όλο το διάστημα των 20 μηνών της αγροτικής μου θητείας και μετά, έσπευσα να παραγγείλω ένα σετ, πολύ «προχώ», κεραμικές μπάλες από την Ιταλία, (ολοστρόγγυλες αυτές, αλλά παρωχημένες πλέον), για να μπορώ να παίζω, όπου και να με οδηγούσε στο μέλλον η ζωή με τα τερτίπια της.

Η ζωή, λοιπόν, με τα τερτίπια της, με οδήγησε τελικά στην Ρόδο όπου άραξα επί 30 χρόνια και όπου, αφ’ ενός, βρήκα το παιχνίδι να παίζεται στο Αρχαίο Στάδιο της πόλης της Ρόδου, και όχι μόνο, και, αφ’ ετέρου, το διέδωσα στον στενό, οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό μου κύκλο.

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, πολλά, πολλά χρόνια πριν, οργανώσαμε με μια παρέα καλών φίλων ένα κάμπινγκ στα ορεινά της Ρόδου.

Κουβαλήσαμε τα πάντα κι όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε και το σακίδιο με τις κεραμικές μπότσες, (bocce) που, όπως και να το κάνουμε, ακούγονται πολύ καλύτερα απ’ ό,τι οι «μπούτσοι»!

Σημειωτέον ότι σήμερα, επισήμως, το παιχνίδι παίζεται με σχετικά βαριές, συμπαγείς μεταλλικές μπάλες, κι όχι με κεραμικές.
Μόλις στήσαμε τα αντίσκηνα, οργανώσαμε τα του φαγητού, ψησταριές, κρασιά, μπύρες, τακτοποιηθήκαμε, στρωσίδια, κ.λπ., πέσαμε με τα μούτρα στο παιχνίδι.

«Ρε σεις, πώς θα χωριστούμε;»
«Ε, τι, θέλει ρώτημα;»
«Αγόρια – κορίτσια!»

Είχα 8 μπάλες όλες κι όλες, (4 κοκκινωπές και 4 τιγρέ).

Πήραν οι 4 κοπέλες από μία, από τις, ας τις πούμε, κόκκινες και πήραμε οι άντρες, από μία ο καθένας, τις 4 τιγρέ (ροάρ!).

Μέγας ενθουσιασμός!
Και, εννοείται, τα αγόρια, που είμαστε πιο δυνατά, πιο αθλητικά, πιο έτσι, πιο αλλιώς, μπήκαμε στο «γήπεδο» μ’ έναν αέρα, όσο να ‘ναι, ανωτερότητας και με την αλαζονεία να ξεχειλίζει απ’ τα μπατζάκια μας…
Περιττό να σας πω, ότι, εξελισσομένου του παιχνιδιού, παρά τα «πιο έτσι» και «πιο αλλιώς» μας, τα κορίτσια, αθόρυβα, συγκεντρωμένα και μεθοδικά, μάς πήρανε φαλάγγι, κτίζοντας μια τεράστια διαφορά στο σκορ, κάτι σαν, π.χ., 11-2, με δεδομένο, μάλιστα, ότι το ματς έληγε στα 13!
Α, κάτσε καλά!

Ως ο έχων το γενικόν πρόσταγμα στα αγόρια, ζητάω, στο κρίσιμο σημείο, πριν τα κορίτσια μάς πάρουν (όλα) τα σώβρακα, ένα τάιμ-άουτ, με απώτερο σκοπό να σπάσω, λέει, τον καταιγιστικό ρυθμό τους, (μιλάμε για στρατηγική, όχι μαλακίες!) και σχεδιάζω με το αρρωστημένο μυαλό μου μια τακτική του τύπου, λέει,  Ψι-Πι (Ψυχολογικός Πόλεμος).
Πάμε λοιπόν κάπου παράμερα και, εντελώς συνωμοτικά, στήνω, ψιθυρίζοντας, το πλάνο δράσης:

«Ακούστε, μάγκες, τι θα κάνουμε:

Θα παραταχθούμε στην σειρά, ο ένας δίπλα στον άλλο απέναντι από τις κοπέλες και με άγρια και δυνατή φωνή, (αντρίκια πράματα, έτσι;)

θα πεις εσύ, Φώτη, κάνοντας ένα βήμα μπροστά: “Άμα Μας…”,

εσύ, Θανάση, μετά τον Φώτη, επίσης μ’ ένα βήμα μπροστά, θα πεις: “Κερδίσετε…”,

Γιώργο, κι εσύ μ’ ένα βήμα μπροστά, θα πεις: “Να Μας…”,

και θα κλείσω εγώ, τελευταίος, πάντα με βήμα μπροστά, λέγοντας “Χέσετε!”

Εντάξει;»

«Εντάξει!» λένε οι άλλοι, μ’ ένα στόμα μια φωνή!

Πίνουμε δυο τρεις χορταστικές γουλιές από τις μπύρες μας, κρυβόμαστε παραπίσω και πάμε να το προβάρουμε σχεδόν ψιθυριστά για να μην μας πάρουν χαμπάρι οι κοπέλες!

Τρία-δύο-ένα, ΠΑΜΕ ΠΡΟΒΑ:

«Άμα Μάς…», κάνει ο Φώτης, «Κερδίσετε…», προσθέτει ο Θανάσης, «Να Μάς …», συμπληρώνει ο Γιώργης, «Χέσετε!», τελειώνει η αφεντιά μου!

Πω ρε!

Όλο μαζί: «Άμα μάς /κερδίσετε/να μάς /χέσετε!»

Κι όλο αυτό, δίνοντας έμφαση στο «βήμα μπροστά», για να προσδώσουμε και θεατρικότητα στην όλη φάση, τρομάρα μας!

Σούπερ!

Τέλειος συντονισμός!
Τρομερό τέμπο!
Μπράβο μας ρε!

Πίνουμε συμπληρωματικά κάνα δυο γουλιές μπύρας και παρατασσόμαστε, επισήμως πλέον, με τάχα μου άγριο ύφος, μπροστά στα κορίτσια!

Το σόου ξεκινάει!

Λέει ο Φώτης, μ’ ένα βήμα μπροστά: «Άμα μάς…»,

λέει ο Θανάσης, κάνοντας το ίδιο: «Κερδίσετε…»,

Περιμένω τώρα εγώ, τσιτωμένος, με όλες μου τις αισθήσεις σε απόλυτη ετοιμότητα και συγκέντρωση, την ατάκα τού, τρίτου στη σειρά, Γιώργου («Να Μάς …»), για να μην χάσω τον ρυθμό και χαλάσει η ροή του δρώμενου, παίρνω βαθειά ανάσα και, πανέτοιμος ων, ακούω τον Γιώργο, δίπλα μου, να εκστομίζει μετά φλέγματος που θα το ζήλευε ολόκληρη η Μεγάλη Βρετανία με τις αποικίες της:

«Χέστε μας!»

Δεν έχω συγκρατήσει αν, και πότε, έκανε ο Γιώργος ένα βήμα μπροστά όπως οι άλλοι δύο που προηγήθηκαν, αλλά, δεν έχει και την παραμικρή σημασία, όπως καταλαβαίνετε!
Μένω εμβρόντητος, εντελώς ακυρωμένος από την επιτυχή και συνάμα καταστροφική σύντηξη των τριών λέξεων (να-μας-χέσετε), σε  δύο, (χέστε-μας) -η οποία, εννοείται, διέλυσε τον ρυθμό της «χορογραφίας» και εξανέμισε την εμπνευσμένη μου σκηνοθεσία- με τον θώρακα τιγκαρισμένο στον αέρα, με γουρλωμένα τα μάτια, με το στόμα ορθάνοιχτο, άφωνος και, συνειδητοποιώντας στο επόμενο δευτερόλεπτο το χουνέρι που μου έχει κάνει ο Γιώργος, …πάρ’ τον κάτω τον αρχηγό του γλυκού νερού, φαρδύ-πλατύ, ανάσκελα, ξεκαρδισμένο, μάλλον ξεκοιλιασμένο θα έλεγα, να κυλιέται στο χώμα, κλαίγοντας απ’ τα γέλια!

Μέγα πειραχτήρι με τρομερό χιούμορ, ο κερατούκλης ο κουμπάρος μου, ο Γιώργης, ο οποίος σε αμέτρητες περιστάσεις, κατά την βαθειά, πολύχρονη φιλία μας, έχει αναγεννήσει το συκώτι μου με ανάλογη γελωτοθεραπεία!
Τελικό σκορ:

Αγόρια-Κορίτσια: 2 – 13!!
Η Pétanque είναι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι με ευεργετική επίδραση στον ψυχισμό σας, αρκεί να μην είστε bad losers…!

Μόλις σας δοθεί ευκαιρία, δοκιμάστε το.

Θα δείξει…

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author
iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Ο Χάρος και η άδεια Αθήνα (επισόουντ 12), του Χάρου Χάρου
«Εγώ δεν γονάτισα, άλλοι γονάτισαν»- Συνέντευξη του Σταύρου Θεοδωράκη στον δημοσιογράφο Δημήτρη Δανίκα
Βέλγος Ψηφοφόρος, του Γιώργου Πίτσου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.