Ανοιχτή πόρτα

Πάθη της γλώσσας και αγλωσσίας εμπάθειες, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη

   Πάθη της γλώσσας και αγλωσσίας εμπάθειες.

 Λίγα για την Γλώσσα ως νευραλγικό στοιχείο αυτοσυνειδησίας.

Φυλλομετρώντας, και διαβάζοντας επιλεκτικά, έντυπα σωρευμένα τα τελευταία χρόνια, για να ταξινομηθούν κάποια από αυτά, και όλα τα υπόλοιπα να οδηγηθούν στην ανακύκλωση, «προσέκρουσα» άκων σε ένα άρθρο που, κι αυτό με τον τρόπο του, ανακύκλωνε για μία ακόμα φορά τις προοδευτικές απόψεις του φωταδιστικού μηδενισμού περί της Ελληνικής Γλώσσας, απηχώντας τις τοποθετήσεις όσων ασχολούνται, όσων ασχάλλουν, όσων βάλλουν κατά του «εθνικιστικού» «ελληνοκεντρισμού», και όσων αμφιβάλλουν για το τί γίνεται, πώς γίνεται, καθώς ο γλωσσικός μας αιματοκρίτης κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα όσο «ξεγίνεται» ο γραπτός και, κυρίως, ο προφορικός μας λόγος.

Θίγοντας για μια ακόμα φορά, δίχως όμως στοιχείο πρωτοτυπίας ή κατασταλαγμένης τοποθέτησης, το ζήτημα της συγχρονίας και της διαχρονίας τής ελληνικής Εκφραστικής, κρινόταν το αν είναι τελεσφόρο ή ατελέσφορο -τι άλλο;- το να διδάσκονται στο σχολείο προγενέστερες μορφές/περίοδοι της Γλώσσας μας. Και όπως κάθε φορά, το σημείο τομής και αιχμής, συγκεκριμένα τα Αρχαία Ελληνικά ως μάθημα, αλλά και ως ένα καίριο μέσο επίρρωσης της γλωσσικής ικανότητας και γνώσης. Η αρθρογράφος υποστήριζε με διακριτική επιμονή πως το παρελθόν δεν μπορεί, και δεν αρκεί, να ενοφθαλμίσει το παρόν, συνεπώς και εκλαμβάνεται από γνωστική άποψη ως μή αναγκαίο. Αν και η ίδια, όπως διευκρινίζει, διδάχτηκε στη σχολική πράξη Αρχαία Ελληνικά, δεν μπορεί να διαβάσει με άνεση… Όμηρο.

Αυτή η ιδιότυπη, σχεδόν ιδεοληπτική ομηρεία της Γλωσσικής μας παρακαταθήκης σε αγκυλώσεις ιδεολογικές, σε άγνοια, ή στο ηδονικό αποκάρωμα της αδιαφορίας και της παραίτησης, παραμένει αμετάβλητη, παρόλο που την καθορίζουν και ολοένα την περιορίζουν ποικίλες μεταβλητές. Μεταβλητές, οι οποίες είτε εισάγονται αφελώς ως καινοτομίες απ’ έξω είτε διαμορφώνονται ευτελώς ως κοινοτοπίες εδώ. Από τη μια, πατραλοίες προοδευτικοί «διανοούμενοι» και εντεταλμένοι-επιλεγμένοι αναμορφωτές της ελλαδικής εκπαίδευσης, από την άλλη ο συνεχής, κακέμφατος γλωσσικός ορυμαγδός που μάς κατακλύζει από τόσες πλευρές, έντυπες, τηλεοπτικές, ηλεκτρονικές, αρκούν, και δυστυχώς διαρκούν, για να ενισχύουν τη γλωσσική αφασία και ακρισία μας ως χρηστών της Ελληνικής.

Αν θες να αλλοτριώσεις, και τελικώς να αλώσεις εκ των έσω, έναν λαό αφοπλίζοντάς τον «ανεπαισθήτως», δε χρειάζεται να γκρεμίσεις τείχη αλλά, αντιθέτως, να υψώσεις «τείχη». Να τον πείσεις πως πρέπει να τον κλείσεις μέσα στην ελεύθερη φυλακή τού θολού, πικραμένου εγωκεντρισμού του. Απλώς, «άλωσε» πρώτα -και πολλαπλώς- τη Γλώσσα του και, επομένως, τη Σκέψη του, τη δυναμική της Παίδευσής του ανακόπτοντας, πρωτίστως, την πρόσβασή του στης Παιδείας το όφελος, αποψιλώνοντάς την. Αντίστρεψε τη διαδικασία μορφοποίησης/μόρφωσής του, αναδιαμορφώνοντας και τελικά παραμορφώνοντάς τον συστηματικά και, έτσι, αναιρείς σταδιακά και μεθοδικά καί τη δυνατότητα και την ικανότητά του να σκέφτεται με δυνατότητα κριτικής, ποιοτικής πρόσληψης και αντίληψης, και να εκφράζει ορθά τη σκοποθεσία και το περιεχόμενο της σκέψης του.

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου»(και της σκέψης μου) κατά τον Wittgenstein. Και, αναδιατυπωμένο από τον F.de Saussure, «Κάθε Γλώσσα είναι μια διαφορετική ταξινομία του Κόσμου». Η ακοσμία της Γλώσσας είναι μια ταξινομία του Κόσμου με αναποδογυρισμένους, αν όχι ήδη αφανισμένους, τους όρους του αρμονικού και του ανθρώπινου.

Η αρθρογράφος παραθέτει μεταξύ άλλων ένα, ιδιαίτερα ενδιαφέρον για την αμφισημία του, παράδειγμα επιδιώκοντας να τεκμηριώσει τη θέση της. Όταν αναφερόμαστε στα περιώνυμα, και χρόνια τώρα περιφρόνητα, «Αρχαία», αναφερόμαστε κυρίως στην Αττική διάλεκτο της αρχαίας Αθήνας (οι διάλεκτοι στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πολλές), στην οποία έχουν γραφτεί, και σωθεί, τα περισσότερα από τα κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας.

Η συλλογιστική του παραδείγματος είναι αφοπλιστικά απλή: Αφού η γνώση των Αρχαίων δεν μου επιτρέπει την ευχερή προσπέλαση του κειμένου των Ομηρικών Επών, δεν χρειάζεται να διδάσκονται τ’ Αρχαία Ελληνικά στα σχολεία. Καμία αναφορά στον κοινό τόπο πως η γλώσσα του Ομήρου είναι μια γλώσσα-αμάλγαμα διαφορετικών στοιχείων, η οποία δεν μιλήθηκε ποτέ, ούτε πως και ειδικοί Ομηριστές ακόμα χρησιμοποιούν λεξικά, με αποθησαυρισμένο τον λεκτικό πλούτο της Ομηρικής, καθώς και ποικίλα άλλα βοηθήματα, μιας και η ενασχόληση με τα Ομηρικά Έπη απαιτεί επίμοχθη, συστηματική, βαθιά και πολύπτυχη προσπάθεια.

 

Με την ίδια λοιπόν συλλογιστική, και ιδιότυπη λογική, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως, αφού ο μέσος μορφωμένος Βρετανός -πολύ δε περισσότερο ένας μαθητής- δεν μπορεί να διαβάσει και να καταλάβει τα Παλαιά Αγγλικά (Old English), μορφή της Αγγλικής στην οποία έχουν γραφεί επί παραδείγματι οι «Ιστορίες του Κάντενμπέρυ»(The Tales of Canterbury), τότε δεν είναι απαραίτητο ούτε γλωσσικώς λυσιτελές να διδάσκονται στα σχολεία… έργα του Shakespeare!

Ο Κωνσταντίνος Μεϊντάνης είναι Απόφοιτος Κλασσικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, του King’s College και Birkbeck College του Λονδίνου και πιανίστας. Ζει μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας και εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το πρώτο βιβλίο με κείμενα ποίησης και πρόζας φέρει τον τίτλο «Δειλινές αποχρώσεις σ’ ένα δάκρυ. Αφορμές και αναβαθμοί μιας παλίνδρομης πορείας». 

SHARE
RELATED POSTS
Η τουρκομερίτισσα (*), του Αλέξανδρου Μπέμπη
Οι αεροδιακομιδές Δεκεμβρίου 2018 από τον Στρατό Ξηράς και οι ευχές για το 2019 – Εικόνες
Στα «άδυτα» του Χαριτόπουλου, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*