Ανοιχτή πόρτα

«Μου σερβίρετε έναν άρχοντα, παρακαλώ;», του Κωστή Α. Μακρή

Spread the love

«Μου σερβίρετε έναν άρχοντα, παρακαλώ;»

Με αφορμή τη γιορτή της μητέρας.

Δεν το σχολίασα αλλά το ίδιο βράδυ έτυχε να μου καθαρίσει ένα μήλο και εγώ πήρα το κομμάτι μου και το έφαγα γελώντας επιδεικτικά. Καθάριζε για όλους μας αλλά το πρώτο κομμάτι το έδωσε σε μένα και το δεύτερο στον μπαμπά.

«Άντε, πονήρω. Κάποια μέρα, θα έρθει ένα αληθινό αρχοντόπουλο να σου καθαρίσει και να σου προσφέρει ένα μήλο!» μου είπε.

Ο μπαμπάς γέλασε.

«Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο, παρακαλώ;», σχολίασε ειρωνικά.

«Καλά… Γέλα εσύ…», τον αποπήρε η Α., αλλά γελαστά.

Την άλλη μέρα κατάλαβα το σχόλιό του. Τον ρώτησα γιατί το είχε πει και εκείνος, ψαχουλεύοντας στη βιβλιοθήκη, έπιασε και μου έδειξε ένα βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου με τον ίδιο τίτλο. «Για τις σταχτοπούτες γράφει…» μου είπε αόριστα και γέλασε πάλι. «Ίσως είσαι μικρή ακόμα για να το διαβάσεις» συμπλήρωσε· για να με προκαλέσει, νομίζω, να με κάνει να το διαβάσω. Τα συνηθίζει κάτι τέτοια.

«Μας τελειώσανε τα βασιλόπουλα και τ’ αρχοντόπουλα… Και σιγά μη βρεθεί κανένας να μου καθαρίσει μήλο… Όλοι στο στόμα τα θέλουνε…», είχα απαντήσει ξερά εγώ στην Α.· μιλώντας ―χωρίς να το ξέρει κανείς τους― για το τραύμα μου από κείνο το βλαμμένο, που μου την είχε κάνει.

Θα ’θελα να προσθέσω «από τη μαμάκα τους», στο ότι τα θέλουνε όλα στο στόμα, αλλά τέτοιες λέξεις μού αγκυλώνουνε το στόμα.

Μου έριξε ένα ειρωνικό κοίταγμα και είπε μια κουβέντα που μου καρφώθηκε:

«Όσο θα υπάρχουνε γυναίκες με αρχοντιά, πάντα θα υπάρχουν άρχοντες! Κι ας μην έχουνε μεταξωτά βρακιά να ντύσουνε τον επιδέξιο πισινό τους…»

Και κυμάτισαν τα μαλλιά της καθώς κατέβασε το κεφάλι σ’ ένα απότομο, χαμογελαστό και θριαμβευτικό: «Παρ’ τα να μη σ’ τα χρωστάω!».

Τώρα, πού ακριβώς κόλλαγε αυτός ο θρίαμβος, δεν κατάλαβα τότε. Κοίταξε και μένα και τον μπαμπά και με μπέρδεψε. Τα θυμάμαι όμως αυτά τα λόγια.

Κι από τότε, ασυνείδητα στην αρχή και μεθοδικά μετά, έχω βαλθεί να γίνω αρχόντισσα. Τι σημαίνει αυτό; Τότε δεν ήξερα. Τώρα αρχίζω λίγο λίγο να το υποψιάζομαι. Πάντως ξέρω ότι είναι το αντίθετο από την «τσούλα», το «ψώνιο», το «ξέκωλο» και τη «νεόπλουτη κονομημένη».

Και σίγουρα αντίθετο από τη γυναίκα εκείνου του κλέφτη πρώην υπουργού ή κάτι άλλα τσόλια της πολιτικής, των μήντια και της σόου-μπιζ.

Αντίθετο και μ’ εκείνες που σκυλοβρίζουνε στο δίκτυο λες και βρίσκονται στο γήπεδο.

Κατάλαβε η Α. ότι είχα τσιμπήσει και βάλθηκε να μου την πέφτει εντατικά σε θέματα καθωσπρεπισμού. Μου αμόλησε κι ένα βιβλιαράκι αρχαίο, με κανόνες «Σαβουάρ-βιβρ». Πλάκα είχε… Και το τι έλεγε αλλά και η γλώσσα.

Σιγά σιγά όμως άρχισε να με μπολιάζει με εκείνα τα μικρά πράγματα που όταν τα βλέπω σε ταινίες μου αρέσουν.

Μ’ αρέσει, τώρα, που ο μπαμπάς μου, όταν είναι να οδηγήσει εκείνος, ανοίγει ―όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές― την πόρτα του συνοδηγού για να μπει η Α. Και εκείνη του χαμογελάει σκύβοντας πριγκιπικά κι εγώ ζηλεύω και…

Στην αρχή το σχολίαζα μέσα μου και έβριζα. Το θεωρούσα φτηνή επίδειξη ή γλείψιμο και υποκρισία. Τώρα θέλω να μου το κάνουνε. Κι αν τύχει να βγω με κανένα αγόρι, αργότερα, που να έχει αυτοκίνητο, θα του κάνω αυτό το τεστ. Θα στηθώ μπροστά στην πόρτα και θα περιμένω να μου την ανοίξει.

Τότε περίπου πρέπει να ήταν που άρχισε να ξινίζει φανερά τη μούρη της κάθε φορά που με άκουγε να φωνάζω τον μπαμπά μου ή να αναφέρομαι σ’ εκείνον με το μικρό του όνομα. Την έβλεπα την ξινίλα της και, τότε, δεν με χάλαγε καθόλου.

«Μπαμπάς σου είναι…» με διόρθωνε μαλακά αλλά με πείσμα και επιμονή κουνουπιού. Και μ’ έπιανε φαγούρα κάθε φορά που μου το ’λεγε.

Δεν της αρέσει να φωνάζουν τα παιδιά τούς γονείς τους με τα μικρά τους ονόματα. Μάλλον της προκαλεί έναν τρόμο σεξουαλικό αυτό το πράγμα, απ’ ό,τι έχω καταλάβει.  Με τον τρόπο της μου έδειχνε μια πιθανότητα ανεπίτρεπτης σεξουαλικής εκτροπής. Κάτι που από μόνη μου δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τότε. Ή μήπως δεν ήταν έτσι τα πράγματα; Και, κατά βάθος, το είχα σκεφτεί και με γοήτευε αυτό το ανόσιο παιχνίδι και η σκέψη της αντιζηλίας και της νίκης μου ακόμα και σ’ αυτό το επίπεδο; Το ποια είναι αυτή που γοητεύει και ―τελικά― «κατέχει» τον μπαμπά/εραστή/σύζυγο;

Καταλαβαίνει πολλά, νομίζει.

Και την κρεβατοκάμαρά τους θέλει να την έχει τυλιγμένη με σιωπή, μην τυχόν και φτάσουνε στ’ αυτιά μου ανεπίτρεπτα βογκητά.

Φοβάται για τον μπαμπά μου. Δεν ξέρει ότι το δικό της σώμα ζηλεύω και θέλω να έχω. Όχι να μοιάζω σ’ αυτήν, όχι να πάρω τη θέση της. Να την έχω, εννοώ. Και είναι παράξενο ότι δεν ζηλεύω τον μπαμπά που την έχει, και κοιμούνται μαζί και τη χαϊδεύει… Εκείνη ζηλεύω, που του δίνεται. Σ’ εμένα θα ήθελα να δοθεί…

Σ’ εμένα. Που δεν έχω μάνα. Που η μάνα μου πέθανε…

Επιμένει κουραστικά στους ρόλους, στις κανονικές προσφωνήσεις.

Επιμένει ―όταν έχουμε γιορτή στο σπίτι μας― να είναι όλα εντάξει, προσέχει τις προσκλήσεις και όποτε τους καλούν σε κανένα σπίτι, την άλλη μέρα παίρνει τηλέφωνο την οικοδέσποινα για να ευχαριστήσει και να πει πόσο ωραία περάσανε και πόσο ωραία ήταν όλα.

Ακόμα και στις τελετές δείχνει σεβασμό, παρ’ όλο που δεν είναι καθόλου θρήσκα ή εθνικίστρια.

«Οι τίτλοι, τα μυστήρια και οι τελετές δεν είναι παιχνίδια. Οι καλοί τρόποι δεν είναι πολυτέλεια. Η παιδεία, ο σεβασμός στον άλλον και η ευγένεια δεν είναι ραπανάκια για την όρεξη όταν έχεις άφθονο φαΐ. Είναι αυτό που μπορεί να μας προστατέψει από το να φάμε ο ένας τον άλλον όταν λιγοστεύει το φαΐ, καλή ώρα… Είναι το συλλογικό “σαβουάρ-βιβρ” και το “σαβουάρ-φερ” ενός λαού. Η ευγένειά του, που τον κάνει να αντιστέκεται στον πολιτισμικό θάνατο. Και ίσως τον βοηθήσει να αντισταθεί και στον οικονομικό ή και τον πολιτικό θάνατο», λέει.

«Και με τελετές που σιχαίνεσαι ή διαφωνείς;» της κολλάω.

«Τις σιχαίνομαι και διαφωνώ. Όπως μου συμβαίνει με τις αράχνες ή με κάποιους φανατικούς. Δεν παύω όμως να ανέχομαι και τις αράχνες και κάποιους φανατικούς. Και κρατιέμαι μακριά τους όσο μπορώ. Όσο για τους φανατικούς, μόνο με σεβασμό στη διαφορετικότητα μπορείς να τους αλλάξεις».

Τα καταλαβαίνω περίπου αυτά που λέει. Τα κάνει πράξη. Δεν την έχω ακούσει ποτέ να βρίζει. Ξέρει να ακούει. Σπάνια θυμώνει, κι όταν θυμώνει λέει με έντονο ύφος: «Α! Θύμωσα τώρα!» Κι αυτό σημαίνει: «Τέλος η συζήτηση». Μετά χαμογελάει και λέει: «Τώρα μου πέρασε». Που σημαίνει: «Πού είχαμε μείνει;»

Το πιο βαρύ που έχει πει στον μπαμπά μου είναι: «Μη γίνεσαι ρηχός, μωρέ Άγη μου!» Κι αυτό, τις περισσότερες φορές με χαμόγελο. Πώς μπορεί το τέρας; Πολλές φορές έχω πιστέψει ότι το κάνει από σαδισμό, για να κάνει τα νεύρα του άλλου να πηδάνε.

Κι αυτό όμως το μελάτο «Μη γίνεσαι ρηχός», ο μπαμπάς μου το τρέμει.

Σαν να τον λέει “ηλίθιο”, “σκατομαλάκα”, “παλιοκερατά”, “ανίκανο” ή ακόμα χειρότερα.

Λέει και άλλα:

«Κάθε λαός είναι σπουδαίος και κάθε πίστη των ανθρώπων είναι σημαντική. Όσο δεν πιστεύουν ότι είναι ταγμένοι από τη μοίρα ή το Θεό να επιβληθούν ή να καταστρέψουν τους άλλους λαούς και τις άλλες θρησκείες. Μόλις όμως κάποιοι θελήσουν να επιβάλλουν την “ανωτερότητά” τους με τη βία στους άλλους, γίνονται πιο σιχαμένοι κι από τα σκουλήκια που θα μας φάνε.»

Μπαμπάς, μαμά, δάσκαλος, δασκάλα…

Όλα θέλει να τα κάνει…

Κυρίως τη μαμά θέλει να παριστάνει κι ας μην της βγαίνει το σενάριο.

Γελάω μέσα μου μερικές φορές που αντιστέκομαι τόσο πολύ σε κάτι που τόσο πολύ το θέλω.

Να την πω μαμά.

Δεν μπορεί όμως να μ’ εμποδίσει να τη φωνάζω με το μικρό της όνομα.

Πώς αλλιώς να την φωνάζω; Κυρία; Λες και είναι δασκάλα; Θα της άρεσε μήπως να τη φωνάζω «Μητριά»;

Αυτό που είναι δηλαδή…

Το φαντάζεσαι;

(Απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα)

12 Μαΐου 2018

Κωστής Μακρής

Kostis A. Makris

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Καλή τηλεόραση είναι η κλειστή τηλεόραση, της Άντας Γανώση
Kostis A. Makris
Η σπαραξικάρδια ιστορία του Βρεδέμ Ασχέζη, του Κωστή Α. Μακρή
11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg
Η Λακκούβα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.