Συνεντεύξεις

Η Βάσια Τραμπούλη μας συστήνει την “Ξένη, όπως Πολυξένη”, της Ντόρας Αρκουλή

Catering-Συνέδρια-Γάμοι-Βαπτίσεις-Εκδηλώσεις

Απ.Παύλου 50 (Ανάληψη)-Βενετοκλέων (Στ.Διαγόρας)-Ρόδου-Λίνδου (ΙΚΑ)-Λεωφ.Κρεμαστής-Πηγές Καλλιθέας (Μάϊος-Οκτώβριος)

Ντόρα Αρκουλή*

Με λυρισμό, ποιητικότητα και ρυθμό που κορυφώνει την ένταση ενός πολυεπίπεδου ψυχογραφήματος, η ‘Ξένη όπως Πολυξένη’, δια χειρός Βάσιας Τραμπούλη έχει διακριθεί επάξια με έπαινο στα Κρατικά Βραβεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Η φυσική ροή του λόγου, η χρήση των εικονοπλαστικών στοιχείων και ο συνδυασμός της λιτής -πλην όμως συγκινησιακής αφήγησης- με την κατάθεση ψυχής συγγραφέα και ηρωίδας, σε συνεπαίρνει σε ένα ταξίδι αναμόχλευσης μνημών άσβεστων και προσωπικών διαδρομών. Η θεατρική συγγραφέας και ηθοποιός, με σπουδές ακόμη στη μουσική, το πιάνο και στην Ιστορία της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βάσια Τραμπούλη, μάς συστήνει την Πολυξένη της σε μια συνέντευξη από καρδιάς.

Βάσια, πώς εμπνεύστηκες την Πολυξένη;

Την Πολυξένη την γνώρισα το 1994 όταν παρακολούθησα την Εκάβη με τη Μαρία Σκουλά στο ρόλο της Πολυξένης. Αγάπησα πολύ αυτόν τον δεύτερο ρόλο. Έτσι όταν αποφάσισα να ξεκινήσω ένα αρχαιό-θεμο έργο, διάλεξα για ηρωϊδα μου την Πολυξένη. Αρχικά ξεκίνησα με έρευνα στους μύθους που υπήρχαν γύρω από την οικογένειά της και την ίδια και στη συνέχεια εξέλιξα την ιστορία της με μυθοπλαστικά στοιχεία μέχρι το τέλος.

Μέσα από τη συγγραφική συστοιχία μοιάζει να διαπλέκονται τα όσα απασχολούν την Πολυξένη στο εκεί και τότε με αυτά που προβληματίζουν τη Βάσια στο εδώ και τώρα. Σε ποιο βαθμό ισχύει αυτό;

Ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Επί της ουσίας, η Πολυξένη ήταν ένα μέσο εκείνη την εποχή που το έγραφα να εκφράσω όσα με απασχολούσαν και με προβλημάτιζαν, όσα ζούσα και βίωνα στην καθημερινότητα και κάθε εβδομάδα όπως έγραφα το έργο. Δεν το γνώριζα από την αρχή ούτε ήξερα γιατί ακριβώς θα μιλήσω. Είναι ο τρόπος μου να γράφω αυτός, γνωρίζω στο περίπου το θέμα που με ενδιαφέρει και ξεκινάω από τους ήρωες ή μία συνθήκη. Έτσι κι εδώ άφηνα τη φωνή μου και τις σκέψεις μου να ταξιδέψουν μέσα από την Πολυξένη. Άλλωστε, τα προβλήματα και οι δυσκολίες δεν έχουν εποχή. Η επιβίωση των ανθρώπων, οι σχέσεις οικογενειακές ή μη, η απώλεια, η μοναξιά, ο πόλεμος πάντα απασχολούσαν και θα απασχολούν την ανθρωπότητα.

Η ηρωίδα σου μοιάζει άχρονη παρά τις μυθικές της καταβολές, διαχρονική και επίκαιρη όσο ποτέ θα έλεγα. Ενσαρκώνει ένα σύμβολο ανθρωποθυσίας, βορρά στην εξουσία αλλότριων συμφερόντων και ναρκισσισμού. Πώς βλέπεις την παραβίαση της αυτοδιάθεσης των γυναικών που επανέρχεται ως αδιέξοδη …μαρμότα ανά τους αιώνες;

Νομίζω ότι ειδικά τον τελευταίο χρόνο και λόγω της πανδημίας έχει ξεκαθαρίσει ακόμα περισσότερο το τοπίο κι έχουν γίνει πολλά βήματα προς μία καλύτερη διαχείριση και κατανόηση στο ποια είναι η θέση της γυναίκας. Ωραίο θα είναι κάποια στιγμή να μη μιλάμε για θέσεις, καθώς η φράση αυτή δεν χρησιμοποιείται για τους άντρες, δε λέμε δηλαδή «η θέση του άντρα» για να αναφερθούμε σε παλαιότερες εποχές και να δούμε πώς τον υπολόγιζαν. Η Πολυξένη αναφέρεται και στο έργο στο πόσο ο Πρίαμος ξεχώριζε τα κορίτσια από τα αγόρια και εκείνη αντιδρούσε σε αυτό, από μέσα της τουλάχιστον.

Σίγουρα έχουμε ακόμα να διανύσουμε δρόμο κι ελπίζω να κρατηθούν οι ισορροπίες. Νιώθω, όμως, ότι οι γυναίκες πια δίνουν τον αγώνα τους και παλεύουν για αυτά που πρεσβεύουν, ακόμα κι αν βρεθούν σε αντίξοο περιβάλλον.

Η Πολυξένη, όπως μας τη συστήνει ο Ευριπίδης στην Εκάβη, διαθέτει μια ακράδαντη υπερηφάνεια που εσύ διατήρησες, φώτισες κι ανέδειξες στο έργο σου τεχνηέντως. Παρά τις κοινωνικές και θεϊκές επιταγές ή τις βουλές του Πρίαμου, του Αχιλλέα ή των Αχαιών, εκείνη δεν διστάζει να διαλέξει τον θάνατο μπροστά στην ατίμωση, τη σκλαβιά και τον εξευτελισμό, θυμίζοντάς μας το Στωικό ιδεώδες για μια ζωή άξια να τη ζεις. Υπάρχουν σήμερα Πολυξένες; υπάρχουν θεωρείς ακλόνητες αξίες και κόκκινες γραμμές; Υπάρχει κάτι πέρα από μια Ελένη κι ένα πουκάμισο αδειανό -για να δανειστώ τα λόγια του ποιητή- που να αξίζει να παλεύει μέχρι τέλους κανείς;

Αν δεν παλέψεις, δεν αξίζει να ζεις. Ο καθένας με τον τρόπο του, είτε με θάρρος, είτε αθόρυβα μπορεί να δίνει τις μάχες του. Θαυμάζω απεριόριστα όσους φωνάζουν δυνατά για τις αξίες τους και βγαίνουν στους δρόμους. Δεν είμαι ίσως τόσο θαρραλέα, αλλά έχω την εντύπωση ότι μέσα από τη συγγραφή, τη δημιουργία χαρακτήρων και ιστοριών, είναι ο τρόπος μου για να υπερασπιστώ αξίες, να θίξω θέματα που ίσως θα ήθελα στην πραγματική ζωή να τα ζήσω αλλιώς. Ωστόσο, κόκκινες γραμμές συναντάει κανείς και σε απλά καθημερινά πράγματα και μερικές φορές εκεί χρειάζεται περισσότερη δύναμη μόνος σου να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων και να βγεις αλώβητος, όπως ακριβώς κάνει και η Πολυξένη στη δική μου ιστορία.

Η Πολυξένη, καθώς μάς αποκαλύπτεται, παραμένει πιστή στην αλήθεια της και δεν διστάζει με παρρησία να μας την εκφράσει, μέσα από διατύπωση υπαρξιακών ερωτημάτων, αμφιθυμίας, αντιθέσεων, μόνο για να μάς βάλει να αναμετρηθούμε με μύχιους φόβους ή θέσφατα κάτω από φορεμένες μάσκες. Πόσο δύσκολο ή εύκολο, λυτρωτικό ή αναγκαίο είναι να τοποθετείσαι με αλήθεια;

Νομίζω πως δεν γίνεται διαφορετικά. Υπερασπίζομαι την αλήθεια. Τη δική μου και των άλλων. Δεν μου αρέσει καθόλου η υποκρισία, το δήθεν και το καθώς πρέπει. Είναι σίγουρα λυτρωτικό να είσαι ο εαυτός σου και να ζεις με τη δική σου αλήθεια για αυτό που είσαι και που επιθυμείς. Οι φόβοι υπάρχουν σε όλους μας και αξίζει τον κόπο να τους εκφράζεις, να τους μοιράζεσαι και όχι να προσπαθείς να τους κρύψεις πίσω από μάσκες γιατί αργά ή γρήγορα θα βρεθείς «μετέωρος, τρωτός και μόνος» όπως λέει και η Πολυξένη. Και να τους αντιμετωπίζεις με αλήθεια για να τους δεις στο μέγεθός τους και να μπορέσεις να τους ξεπεράσεις ή έστω να πορευτείς μαζί τους.

Στο έργο σου ένιωσα ότι αποτείνεται ένας φόρος τιμής στο ιερό σύμβολο της μητρότητας. Η μητέρα είναι εκεί παρούσα, να μεταβολίσει τα δύσκολα της ζωής, να δυναμώσει, να προστατέψει, να σώσει, να δώσει απ’ το υστέρημά της, να εμπνεύσει. Τι ευχή θα έδινες στις κόρες σου και στα παιδιά όλου του κόσμου;

Η Πολυξένη γράφτηκε την εποχή που οι κόρες μου ήταν πολύ μικρές και που η μητέρα μου ξεκίναγε ένα ταξίδι στον κόσμο της άνοιας. Δε θα μπορούσα να ξεφύγω από το θέμα της μητρότητας και της οικογένειας. Είναι πολύ επίπονο να έχεις μικρά παιδιά και μία μεγάλη μαμά, που την πενθείς ούσα ζωντανή. Η ύπαρξη των παιδιών κι ενώ εκείνα κοιμούνταν το βράδυ, μου έδινε τη δύναμη να γράφω. Έτσι θεωρώ την Πολυξένη το τρίτο μου κορίτσι. Ήταν σα να ήμουν ήσυχη ότι τώρα που έγινα μαμά μπορώ και να κυνηγήσω τα όνειρά μου. Μερικές φορές χρειάζεται να περιμένεις πολύ καιρό, για να γίνεις αυτός που όφειλες να είσαι. Δεν είναι όλα αυτονόητα από νωρίς. Μπορεί να αργήσεις να φτάσεις εκεί που θες, αλλά σίγουρα κάποτε θα φτάσεις, όσες διαδρομές κι αν χρειαστεί να κάνεις.

Στις κόρες μου θα ευχόμουν να είναι ο εαυτός τους, να διεκδικούν, να εκτιμούν και να είναι χαρούμενες. Και μακάρι να φτάσουν πιο σύντομα από μένα στα όνειρά τους.

Η τρωικής καταγωγής μυθική σου ηρωίδα, μετά από μια χαριστική βολή, ένα match point θείας χάρης, μεταφέρεται σωζόμενη αλλά μάλλον νεκροζώντανη, σε ένα no man’s land, ένα σημείο μηδέν, όπου όλα μοιάζουν ακίνητα. Δεν υπάρχει εμπρός ούτε πίσω. Μέσα σε άλλα, το εύρημα της θάλασσας προκαλεί σημειολογικά ρέουσες καταστάσεις ηρακλείτειας αλλαγής για να κινηθούν τα πράγματα. Η θάλασσα προοικονομεί φουρτούνες, ξεβράζει πτώματα αλλά και ανασταίνει όνειρα τελικά; Τι και Πού είναι η πατρίδα των ανθρώπων κατά τη γνώμη σου;

Το περιγράφεις πολύ σωστά. Η Πολυξένη μέσα στη μοναξιά της, από την πρώτη στιγμή έχει για συντροφιά τη θάλασσα και ό,τι αυτή κουβαλάει. Βρίσκεται στην ακτή ενός νησιού, άγνωστο το τι κρύβει αυτό. Το νερό μπροστά της είναι πολύ λυτρωτικό για την ίδια, όσα έρχονται κοντά της, έρχονται από εκεί. Κι από εκεί «δραπετεύει» κιόλας. Η θάλασσα μπορεί να είναι φίλη, αλλά κι εχθρός. Έχω την εντύπωση ότι τα παιδικά μου καλοκαίρια που τα πέρασα στα Φλαμπούρια της Κύθνου και στο Λουτράκι, έγραψαν μέσα μου τη θάλασσα ως κάτι παρηγορητικό και όμορφο.  Οπότε πατρίδα είναι εκεί που έχεις μνήμες, ανθρώπους, μυρωδιές και εκεί όπου θέλεις να επιστρέφεις πάση θυσία.

Η Ξένη όπως Πολυξένη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις BookLab.

 

*Η Ντόρα Αρκουλή είναι Ψυχολόγος με ψυχοδυναμική κατεύθυνση, ΜΔΕ στην ‘Προαγωγή Ψυχικής Υγείας και Πρόληψη Ψυχιατρικών Διαταραχών’, από την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, καθώς και Υποψήφια διδάκτωρ στο τμήμα Ψυχολογίας στο ΕΚΠΑ. Ασχολείται ακόμη με τη Λογοτεχνία, το Θέατρο.

 

 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
«Χτυποκάρδια» στην τεχνολογία, του Χρήστου Μαγγούτα
Δήμαρχος Ρόδου Φώτης Χατζηδιάκος: «Αποχωρώ με το κεφάλι ψηλά, σίγουρος για το έργο μου», της Μαρίας Χονδρογιάννη
Νάσια Στουραΐτη: ένα αστέρι που πατάει στη γη, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.