Ανοιχτή πόρτα Βιβλίο Πόρτα στη Δωδεκάνησο Πρόσωπα - Αφιερώματα

Ηλίας Κόλλιας: Ο τελευταίος Μεγάλος Μάγιστρος-Βαγγέλης Παυλίδης: δρόμοι παράλληλοι, του Νίκου Νικολάου

Ακολουθεί η αυτούσια ομιλία του κου Νίκου Νικολάου, Επίτιμου Προέδρου της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου από την αφιερωματική βραδιά στον σπουδαίο αρχαιολόγο Ηλία Κόλλια και την παρουσίαση του βιβλίου του  με σκίτσα του Βαγγέλη Παυλίδη, στις 8.12.2018 στον Προμαχώνα του Αγίου Γεωργίου της Μ.Π. Ρόδου. Εκδόσεις Kasseris Publications. 

Ηλίας Κόλλιας: Ο τελευταίος Μεγάλος Μάγιστρος

Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι πραγματικά ιδιαίτερη τιμή και συγκίνηση, που συμμετέχω στην αποψινή εκδήλωση, μαζί με εκλεκτούς ομιλητές και ομιλήτριες, οι οποίοι, ως συνάδελφοι, ειδήμονες και γνώστες του έργου του αείμνηστου δρ αρχαιολόγου και εφόρου αρχαιοτήτων, Ηλία Κόλλια, θα μας παρουσιάσουν το βιβλίο του, «Τα χειρόγραφα των Μαϊστόρων», έκδοσης της Κασέρης Pubblications, με τη δημιουργική συμβολή και συμμετοχή του επίσης αείμνηστου φίλου του και κορυφαίου σκιτσογράφου, Βαγγέλη Παυλίδη.

Δεν θα αναφερθώ στο περιεχόμενο του βιβλίου, ούτε και στην εργογραφία του Ηλία, αφού θα μιλήσουν, δικαιωματικά, οι επαϊοντες συνάδελφοί του.  Θα αναφερθώ, κυρίως στον άνθρωπο, και στον επιστήμονα, Ηλία Κόλλια και βέβαια, από την δική μου οπτική γωνία, για το πολύπλευρο έργο του, και την ανεκτίμητη προσφορά του, που επηρέασε και συνέβαλε  στην πολιτισμική πρόοδο του τόπου μας.

Και τώρα, ας γυρίσουμε μαζί το δείκτη του χρόνου κι ας μεταφερθούμε στο έτος 1936. Σε μια φτωχογειτονιά της μαρτυρικής Κοκκινιάς, πόλης της προσφυγιάς και της θυσίας, εκεί κάτω στον Πειραιά, γεννιέται ο Ηλίας Κόλλιας.

Είναι μια χρονιά σημαδιακή, με έντονες πολιτικές ανακατατάξεις και εξελίξεις, με αποκορύφωμα την επιβολή, από τον Ιωάννη Μεταξά, της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

Λίγα χρόνια μετά, θα ακολουθήσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, η γερμανική κατοχή, η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης και το δράμα του εμφύλιου σπαραγμού.

Ο μικρός Ηλίας, μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, βιώνει, στην τρυφερή αυτή ηλικία, τραυματικές καταστάσεις και όλο το δράμα του ελληνικού λαού.

Και βέβαια, μικρός όπως ήταν, δεν μπορούσε να φανταστεί ποιο θα είναι το δικό του μέλλον, αλλά και της πατρίδας μας. Όμως, οι παιδικές αυτές αναμνήσεις, που τότε μπορεί και να μην τις είχε αξιολογήσει, σίγουρα σμίλεψαν το χαρακτήρα του και διατηρώντας τες βαθιά στη μνήμη του, θα ‘χε πολλά να διηγείται, σε φίλους και συνεργάτες στα ώριμα χρόνια της πνευματικής και επαγγελματικής του δημιουργίας.

Η ζωή συνεχίστηκε, κι ο Ηλίας, αφού τέλειωσε τη Γαλλική Σχολή στον Πειραιά, σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέρασε όλα τα στάδια της επιστημονικής γνώσης, μετεκπαιδεύτηκε στη Σορβόννη, στο Παρίσι, διευρύνοντας τις γνώσεις του για τη βυζαντινή και δυτική μεσαιωνική τέχνη και αναγορεύτηκε διδάκτορας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κι ένα πρωινό, του 1965, ο 29χρονος πια Ηλίας, θα φτάσει στη Ρόδο, διορισμένος, μετά από διαγωνισμό, Επιμελητής Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη Δωδεκάνησο και από το 1978, Έφορος, στην νεοϊδρυθείσα 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Τύχη αγαθή, όπως θα αποδειχθεί αργότερα διότι, εκτός της ευθύνης άλλων αρχαιολογικών αντικειμένων, ο Ηλίας θα αναλάβει και την ευθύνη της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο, μέσα από δικό του κείμενο, που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία», του 2006, να μας περιγράψει, με ποιο τρόπο γνώρισε, για πρώτη φορά, τη Ρόδο.

Η πρώτη μέρα

«Τη Ρόδο την πρωτογνώρισα, όταν ήμουν έντεκα χρονών, περίπου, μέσα από τα μάτια ενός φίλου και συμμαθητή μου. Ο πατέρας του, Ρόδιος, επισκέφθηκε την πατρίδα του για λίγες  μέρες, για να δει τους συγγενείς του, στα 1947, παίρνοντας μαζί και τον μικρό του γιο. Ο φίλος μου γύρισε ενθουσιασμένος από το νησί του πατέρα του. Επί μέρες μου διηγιόταν τις εντυπώσεις του από την ωραία πολιτεία που είχε επισκεφτεί.

Ζούσαμε τότε στην Κοκκινιά, τη μετακατοχική, την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, την Κοκκινιά με τα φτωχά πλίθινα σπίτια, τους χωματένιους δρόμους, τους γεμάτους λακκούβες και λάσπες ή σκόνες, με σκουπίδια στις γωνιές και τις αλάνες.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, εμείς οι δύο, με τα μπαλωμένα παντελονάκια και τα γδαρμένα παπούτσια, καθισμένοι στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, έξω από το σχολείο, επί μια βδομάδα περίπου, και σε κάθε διάλειμμα, αυτός έλεγε κι εγώ άκουγα.

Έτρεχε η παιδική μου φαντασία στους ωραίους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, στους όμορφους κήπους και στα άλση της πόλης, στα πανέμορφα κτήρια, όπως τα χαρακτήριζε ο φίλος μου, που ορθώνονταν στην παραλία. Όταν εκείνος μιλούσε για το κάστρο, της μεσαιωνικής πόλης, η φωνή του χαμήλωνε, μιλούσε αργά γεμάτος θαυμασμό και δέος.

Μου έχουν μείνει χαραγμένες βαθιά μέσα μου, εικόνες θαυμαστές: ιππότες, παλάτια, παντιέρες να ανεμίζουν, άλογα να καλπάζουν και να χλιμιντρίζουν, κάστρα ψηλά και φοβερά. Εικόνες που έβγαιναν από παραμύθια. Έμεινα εκεί στη Ρόδο, την καλυμμένη από την αχλή του μύθου.

Πέρασαν χρόνια πολλά και ένα χειμωνιάτικο πρωινό έφθασα, για πρώτη φορά, στη Ρόδο. Είχα διοριστεί στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Άφησα τις αποσκευές μου στο πρακτορείο της Ολυμπιακής και κατευθύνθηκα, ρωτώντας, προς το Αρχαιολογικό ΜουσείοΜου είχαν πει ότι ήταν το νοσοκομείο των Ιπποτών».

Η αφήγηση, συνεχίζεται με μια λεπτομερειακή όσο και γλαφυρή περιγραφή εκείνης της βροχερής ημέρας, και της πεζοπορίας του, από την πύλη Ελευθερίας μέχρι το Αρχαιολογικό Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη, που έμελλε να γίνει τα επόμενα χρόνια το δεύτερό του σπίτι.

Εμείς, ας φανταστούμε τον Ηλία εκείνης της χρονιάς, έναν ψιλόλιγνο, κι ευθυτενή νεαρό άντρα, με λεβέντικη κορμοστασιά, που ο καθένας από μας, τα επόμενα χρόνια, θα είχε την τύχη να γνωρίσει.

Όσοι τον γνώρισαν στα πρώτα του χρόνια, μιλούν για έναν συνεσταλμένο, αλλά καταρτισμένο νέο αρχαιολόγο, που στα επόμενα χρόνια θα εξελιχθεί σε πραγματικό διανοούμενο, με πλήρη επιστημονική γνώση αλλά και έμφυτη καλοσύνη κι αρχοντιά, και προπάντων, με μια φλόγα για την έρευνα και τη δημιουργία, προς όφελος του τόπου που τον υποδέχθηκε και με τον οποίο δέθηκε για πάνω από 40 χρόνια.

Ενός τόπου στον οποίο γνώρισε, το 1977, την σύζυγό του, αξιόλογη αρχαιολόγο, και αγαπητή σε όλους, τη Μαρία Μιχαλάκη, δημιούργησε οικογένεια και δυο εξαίρετα παιδιά, τον Φοίβο-Άγγελο δρα μουσικής σύνθεσης, και τη Μυρτώ, καλλιτέχνιδα κεραμίστρια, και σ’ αυτόν τον τόπο, άφησε ανεπανάληπτο έργο, αρχαιολογικό, επιστημονικό και διοικητικό.

Ας ολοκληρώσουμε, όμως, την αφήγησή του, που είναι αποκαλυπτική, αλλά συνάμα και προφητική, για την μετέπειτα ζωή του.

»…Για πρώτη φορά στη ζωή μου βρισκόμουν σε μεσαιωνικό περιβάλλον. Έξω συνεχιζόταν η ψιλή βροχή. Ακουγόταν ένας χαμηλός θόρυβος, καθώς έπεφτε στη στέγη. Καθισμένος στο ημίφως (του μουσείου), ένιωσα αιφνιδίως να ανεβαίνουν αργά μέσα μου, από το βάθος της ψυχής μου, εκείνες οι παλιές παιδικές φαντασιώσεις, χωνεμένες πια σαν συναισθήματα, που με συνέπαιρναν και με έδεναν με το περιβάλλον, χωρίς ελπίδα διαφυγής. Από την πρώτη μέρα, η διαφυγή από αυτό το περιβάλλον, ήταν πλέον αδύνατη».

Εδώ, με την πρώτη ματιά, είδα να επιβεβαιώνεται η φαντασία μου. Είμαι υπερήφανος που υπηρέτησα αυτήν την πόλη και γενικότερα τις μεσαιωνικές αρχαιότητες της Δωδεκανήσου. Ομολογώ ότι ήταν ένα γοητευτικό ταξίδι, μέσα στα χρόνια, που γέμισε τη ζωή μου».

Για τον Ηλία έχουν γραφτεί τόσο πολλά κι από ανθρώπους ειδικούς και θα γραφτούν ακόμη περισσότερα, κάθε φορά που θα αποκαλύπτεται το πολύπλευρο αρχαιολογικό του έργο, που το κληροδότησε στη Ρόδο και στα Δωδεκάνησα, και που πολύ σύντομα θα αποτελέσει αντικείμενο μεταπτυχιακών σπουδών και διδακτορικών διατριβών.

Επίσης, τα ημερολόγιά του, είτε περιοδειών είτε ανασκαφών, θα προσφέρουν πολύτιμο και πρωτογενές υλικό για τα μνημεία της Δωδεκανήσου.

Και είναι βέβαιο ότι οι συνάδελφοι και διάδοχοί του, το έργο αυτό θα το μελετήσουν, θα το αναδείξουν, θα το συνεχίσουν, και θα το παραδώσουν στις επόμενες γενεές.

Επιλέγω, λοιπόν, να περιοριστώ σε κάποια αντιπροσωπευτικά στοιχεία της προσωπικότητας και του έργου του, ειδικά για τους νεότερους, και όσους δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον άνθρωπο και επιστήμονα Ηλία Κόλλια.

Κι αρχίζω:

Η Παλιά Πόλη της Ρόδου, μοναδικό ιστορικό μνημειακό σύνολο, που, από το 1960, είχε κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο, με την Αρχαιολογική Υπηρεσία υπεύθυνη για την προστασία του, είναι, ταυτόχρονα, μια πόλη ζωντανή, που πάντα δεχόταν “πιέσεις”, είτε για τουριστική ανάπτυξη και εκμετάλλευση, είτε για να εκσυγχρονιστούν και βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της.

Οι διαπιστώσεις αυτές οδήγησαν στην υπογραφή τριών προγραμματικών συμβάσεων, μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού, του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων και του Δήμου Ρόδου, (αργότερα και με τον Ε.Ο.Τ.), για τη «συντήρηση, προστασία και ανάδειξη της μεσαιωνικής πόλης».

Το 1985 δημιουργήθηκε από το Δήμο Ροδίων, επί δημαρχίας Σάββα Καραγιάννη, το «Γραφείο Συντήρησης και Αποκατάστασης της Μεσαιωνικής Πόλης», για την υλοποίηση των παραπάνω συμβάσεων.

Ο Ηλίας Κόλλιας, υπήρξε βασικός συντελεστής για την υπογραφή των Προγραμματικών αυτών Συμβάσεων. Έχοντας πάντα στο νου του την κοινωνική διάσταση των μνημείων, τολμηρός και πρωτοπόρος σε νέους πειραματισμούς, σε σχέση με την προστασία και την ανάδειξη των αρχαίων, ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε το θεσμό αυτό.

Επιστήμονας, δημιουργικός και καινοτόμος, με γνώσεις αλλά και ευρύτητα πνεύματος, άνοιξε νέους ορίζοντες σκέψης κι άφησε τη σφραγίδα του στην 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με έργο αντάξιο των καλύτερων αρχαιολόγων που κατά καιρούς υπηρέτησαν τη μαχόμενη αρχαιολογία στα Δωδεκάνησα, με πανελλήνια αναγνώριση και αποδοχή.

Σε απόσπασμα από άρθρο του στη μελέτη, «Μελέτες–Επεμβάσεις 1985-1988», αναφέρει γι’ αυτό το «άνοιγμά» του, που ξεπερνώντας το, μέχρι τότε, «αρχαιολογικό άβατο», συνέβαλε στο να καταρτιστούν οι προγραμματικές συμβάσεις, ειδικά με τον Δήμο Ροδίων:

…»Μεγάλη σημασία έχει, για την ιστορία της Ευρώπης, το κάστρο της Ρόδου, που πρόσφατα μάλιστα κηρύχθηκε παγκόσμιο μνημείο από την UNESCO. Πιστεύω όμως, ότι δεν είναι φορτισμένο μόνο με ιστορικές μνήμες, αλλά και με μύριες εμπειρίες και γνώσεις αποτυπωμένες από τους ανθρώπους του, πάνω στα κτίσματά του, τα μνημεία του, τους δρόμους του, κάτω από το έδαφός του. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η πεμπτουσία της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.

…»Κάποτε η Αρχαιολογική Υπηρεσία κατάλαβε ότι δεν μπορούσε μόνη της να φέρει την ευθύνη της συντήρησης της μεσαιωνικής πόλης, που δεν ήταν ένα απομονωμένο αρχαιολογικό μνημείο, αλλά τμήμα ζωντανό μιας πόλης. Αυτό το γεγονός μάς παρακίνησε να συμπλεύσουμε με το Δήμο Ρόδου, μετά την υπογραφή της προγραμματικής σύμβασης του 1984, για τη διάσωση της μεσαιωνικής πόλης».

Ο Ηλίας, μέσα στα μνημεία, είδε τον φορέα της μνήμης, τον άνθρωπο, την κοινωνία, είτε ως δημιουργό του χθες, είτε ως αποδέκτη του σήμερα κι έκανε τις δικές του επεμβάσεις.

Μνημεία λαμπρά της Ιπποτοκρατίας, που είχαν υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις, ευαίσθητοι μνημειακοί χώροι, που είχαν βομβαρδιστεί ή υποβαθμιστεί, ως επακόλουθο μακρόχρονης εγκατάλειψης του οικιστικού πυρήνα, συντηρήθηκαν και σήμερα στολίζουν την πόλη, όπως ο ξενώνας της Αγίας Αικατερίνης, που βραβεύτηκε από την EUROPA NOSTRA.

Ο Ηλίας Κόλλιας, ήταν βασικός συντελεστής για την ένταξη, το 1988, της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου στον κατάλογο των πόλεων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, αλλά και ο εισηγητής για την ένταξη, το 1999, της Χώρας Πάτμου με το Σπήλαιο της Αποκάλυψης και την Ιερά Μονή Θεολόγου, στον ίδιο κατάλογο.

Να θυμηθούμε, το υπαίθριο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», στη μεσαιωνική τάφρο, τον προμαχώνα του Αγίου Γεωργίου,  και του Del Carretto, την Παναγιά του Κάστρου, την  βραβευμένη αποκατάσταση θρησκευτικών μνημείων της μεσαιωνικής πόλης, της Παναγιάς του Μπούργκου, του μοναστηριακού συγκροτήματος, του Αγίου Γεωργίου και του Τεμένους Σουλεϊμάν.

Το 1993 οργάνωσε το Μεσαιωνικό Μουσείο της Ρόδου στο παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, που θεωρήθηκε πρότυπο έκθεσης για όλο τον Ελλαδικό χώρο. Η μοναδικότητα αυτής της έκθεσης, έγκειται στο γεγονός ότι είναι συνθετική και ότι ξεπέρασε την παλιά αντίληψη της παράθεσης αντικειμένων με χρονολογική σειρά και μονοσήμαντα, ως προϊόν τεχνών, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, της μικροτεχνίας, της κεραμικής κ.ά, αντίληψη που υποβαθμίζει το ρόλο της κοινωνικής ομάδας, δημιουργού και αποδέκτη συνάμα, όλων αυτών.

Στη βαθιά γνώση, αλλά κυρίως στο ευρύ και ανήσυχο πνεύμα του, οφείλονται και οι επιλογές του, όσον αφορά τη χρήση των μνημείων. Άνθρωπος που γνώριζε τη δύναμη και τη δυναμική των αρχαιολογικών χώρων, δεν φοβόταν να πειραματιστεί με οποιαδήποτε μορφή τέχνης περιείχε ποιότητα και ψυχή.

Ο Ηλίας Κόλλιας πέρασε πάνω από 40 χρόνια δημιουργικά, με ανασκαφές και συντηρήσεις μνημείων σε όλα τα Δωδεκάνησα, με μουσεία και δεκάδες εκθέσεις στη Ρόδο, στην Κάλυμνο, τη Σύμη, τη Λέρο, και βέβαια και στο Καστελλόριζο.

Ο χρόνος, που νιώθω να εξαντλείται, δεν μου επιτρέπει αναλυτικές αναφορές στις πάμπολλες δημοσιεύσεις, στις ανακοινώσεις σε πανελλήνια και διεθνή Συνέδρια, αλλά και στα Πολιτιστικά Συμπόσια της Στέγης, στις μελέτες και τα συγγράμματά του και, βέβαια, στα επιστημονικά του βιβλία και συγγράμματα. Άλλωστε, για το συνολικό αρχαιολογικό και επιστημονικό του έργο, τον βράβευσε, το 1999, η Ακαδημία Αθηνών.

Ο Ηλίας Κόλλιας, οραματιστής, αλλά και άνθρωπος πρακτικός και εργατικός, με χάρισμα λόγου και ανθρώπινης επικοινωνίας, δεινός αφηγητής και αυθεντικός «παραμυθάς», όσο λίγοι, ευγενής, και απλός στη συμπεριφορά του, προσιτός στους ανθρώπους, θα παραμείνει για όλους τους Δωδεκανήσιους, ο τελευταίος και πιο σημαντικός Μάγιστρος της Μεσαιωνικής μας πόλης, που σφράγισε την ιστορία της κι έγινε ταυτόσημος μ’ αυτήν. Ένας Μάγιστρος, με συνειδητή επιλογή της δεύτερης πατρίδας του.

 Ο Ηλίας, ήταν όμως, ενεργός αρχαιολόγος και μετά τη συνταξιοδότησή του. Ήταν, ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών και πρόεδρος του Δ.Σ. της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Έμεινε στις επάλξεις του έργου, στις επάλξεις της μεσαιωνικής πόλης, μέχρι την τελευταία του ημέρα.

Τελειώνοντας, ομολογώ ότι δεν θα ξεχάσω με πόση δεξιοτεχνία και χάρη ο Ηλίας χόρευε ζεϊμπέκικο μ’ ένα τσιγάρο, θαρρώ στο στόμα, την τελευταία βραδιά, στο Συμπόσιο της Στέγης στους Λειψούς, το 2003. Είχε γίνει το εξής:

Η ομήγυρη των συνέδρων είχε έλθει στο κέφι και πολλοί πρωταγωνιστούσαν στο χορό, κάποια όμως στιγμή, διαφάνηκε μια χορευτική «κόντρα», μεταξύ κλασικών και βυζαντινών αρχαιολόγων. Κι εκεί που φαινόταν να έχουν προβάδισμα οι κλασικοί και τα προγνωστικά να γέρνουν προς τη μεριά τους, επιστρατεύτηκε το φοβερό και απόλυτο όπλο. Κατέβηκε στην πίστα ο Ηλίας και άλλαξε τις ισορροπίες…Ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για μεγάλα πράγματα σε πολλούς τομείς της γνώσης, των τεχνών και του πολιτισμού (μην ξεχνάμε την έφεσή του στον κινηματογράφο και τη μουσική) και δεν γινόταν να υστερεί ούτε στο χορό! Ξύπνησαν μέσα του τα γονίδια της Κοκκινιάς της προσφυγιάς, αφού είχε μεγαλώσει εκεί με το αυθεντικό ρεμπέτικο τραγούδι.

Δυστυχώς, σήμερα δεν τον έχουμε κοντά μας, όπως και τον Βαγγέλη. Κι εδώ ταιριάζει ο στίχος του τραγουδιού, «‘Όλα σας θυμίζουν…».

Βαγγέλης Παυλίδης

Ώρα να μιλήσουμε και για τον έτερο φίλο και συνοδοιπόρο του Ηλία, τον Βαγγέλη Παυλίδη, το αστέρι της γελοιογραφίας και ιδιαίτερα της πολιτικής γελοιογραφίας, που αν και από διαφορετικές αφετηρίες, τα βήματά τους πολλές φορές διασταυρώθηκαν μέχρι να αρχίσουν να βαδίζουν σε «δρόμους παράλληλους». Ας αφήσουμε όμως, τον ίδιο τον Βαγγέλη να μας εισαγάγει στο βιογραφικό του, με τον δικό του αμίμητο τρόπο. Το απόσπασμα είναι παρμένο από τον πρόλογο του βιβλίου του, «Ρόδος 1306-1522 μια ιστορία»:

«Γεννήθηκα το 1943 στη σκιά των κάστρων της Ρόδου και μεγάλωσα με τις πολεμίστρες τους πάνω από το κεφάλι μου. Μόλις έφτασα σε ηλικία που να μπορώ να το σκάσω από το σπίτι, σκαρφάλωσα στα τείχη με σκοπό να μιμηθώ τα κατορθώματα του βασιλιά Αρθούρου, του Ιβανόη και του Έρολ Φλιν. Τρύπωσα στα υγρά υπόγεια και εξερεύνησα τους σφραγισμένους πύργους με τα πατώματα σκεπασμένα με παχιά λεπτή σκόνη. Με τη βοήθεια ενός κεριού βρήκα το δρόμο μέσα στις στοές και τα υπόγεια περάσματα της τάφρου. Και ήταν εκεί, στον προμαχώνα της Ωβέρνης που κούρνιασα στο πρώτο μου σκασιαρχείο και εκεί, αργότερα, που άναψα το πρώτο μου τσιγάρο».

Κι ακόμα, ένα απόσπασμα από ένα πραγματικά ιδιαίτερο και πρωτότυπο βιογραφικό, με έναν ευρηματικό τίτλο που μόνο ο Βαγγέλης θα μπορούσε να επινοήσει, το «Περί εμού», παρμένο από το «Δελτίον Ατομικότητος» του Βαγγέλη, μαθητή, τότε, της Τρίτης τάξης του πρότυπου Δημοτικού Σχολείου, της Π.Α.Ρ., δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του.

«Το ταλέντο του στην «ιχνογραφία, που τόσο νωρίς έγινε φανερό, σε άμεσο συνδυασμό με τις άλλες ιδιότητες της προσωπικότητάς του, του επεφύλαξε όχι μόνο επαίνους αλλά και μπόλικες σφαλιάρες. Μέχρι σήμερα η ιστορία δεν έχει καταγράψει δάσκαλο που του άρεσε να τον γελοιογραφούν οι μαθητές του, σε μαυροπίνακα ή χαρτί. Ήταν όμως τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, που αργότερα τον ώθησαν να γίνει ο σκιτσογράφος Βαγγέλης Παυλίδης. Να υπηρετήσει δηλαδή την πιο ασεβή και αυθάδη από τις τέχνες, που στο στόχαστρο της έχει πάντα την εξουσία, την κάθε είδους εξουσία».

Στόχος μιας γελοιογραφίας είναι, η κοινωνική κριτική και, μέσω αυτής, σατιρίζοντας, διακωμωδώντας πρόσωπα και καταστάσεις, καυτηριάζοντας και ενοχλώντας πολλές φορές, να μετασχηματίσει την τρέχουσα πραγματικότητα, να βελτιώσει το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά προσώπων, και κύρια της κάθε είδους «εξουσίας», να στείλει ποικίλα μηνύματα και να αλλάξει τη νοοτροπία των ανθρώπων και τη στάση τους απέναντι στα πράγματα και τη ζωή.

Και ο Βαγγέλης, εκτός από την ευρηματικότητα, το αστείρευτο και καυστικό χιούμορ, αλλά και τη  μοναδική «ματιά», που διέθετε για τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, διέθετε και «αρετήν και τόλμη»…

Το 1971, στην καρδιά της χουντικής επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας, ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως σκιτσογράφου, από την αθλητική εφημερίδα «Ομάδα», και, αμέσως μετά, «στεγάστηκε στην εφημερίδα, το «Βήμα». Τα σκίτσα του, το καθένα, διαφορετικό και πάντα πρωτότυπο, με απίστευτες σχεδιαστικές λεπτομέρειες και με τίτλους πάντα εύστοχους, κυριολεκτικά, «έσπαγαν κόκκαλα».

Από το 1973, έκανε την εμφάνισή της η κοιμισμένη αλλά εμβληματική κουκουβάγιά του, απαραίτητο συμπλήρωμα, σε κάθε του γελοιογραφία.

Γράφει ο Βαγγέλης: «Σ’ ένα σκίτσο μου που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» με τίτλο, «Νεοελληνικά Προβλήματα», εμφανιζόταν η «Μαμά Ελλάς» να στοχάζεται, το μόνο που φαινόταν να «απασχολεί» τον τόπο την εποχή εκείνη: ποιό άλλο; το ποδόσφαιρο. Θεώρησα πως η κουκουβάγια, σύμβολο της Αθηνάς, θα ήταν η κατάλληλος «εικαστική» σύντροφος για την «Μαμά Ελλάδα». Επειδή όμως ήταν η εποχή που η Δημοκρατία είχε καταλυθεί, η Σοφία, το όνομα της κουκουβάγιας, είχε τα μάτια κλειστά. Έτσι γεννήθηκε η «κοιμωμένη Γλαυξ», που από τότε φιγουράρει στα πολιτικά μου σκίτσα.

Τα επόμενα χρόνια, ο Βαγγέλης, εργάστηκε και στις εφημερίδες, «Ελευθεροτυπία», «24 Ώρες», «Ταχυδρόμο», «Θεσσαλονίκη», και βέβαια και στην «Εξόρμηση», δημοσιογραφικό όργανο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., του οποίου υπήρξε μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής.

Το 1976, στο Gabrovo της Βουλγαρίας, αναδείχθηκε ανάμεσα στους 100 καλύτερους σύγχρονους σκιτσογράφους, παγκοσμίως.

Από το 1983, είχε στραφεί προς την εικονογράφηση παιδικών, κυρίως βιβλίων, σε συνεργασία, αρχικά, με τον τότε τετραετή γιο του, τον Σάββα, καρπός της συμβίωσής του με την αγαπημένη του σύζυγο, τη Νοόμι., σήμερα, ο Σάββας, διεθνολόγος-τουρκολόγος, από το πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης.

Σταθμός της εκδοτικής του καριέρας,  υπήρξε το βιβλίο του, «Ρόδος 1309-1522, μια Ιστορία», που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και τιμήθηκε από διεθνή Επιτροπή της ΟΥΝΕΣΚΟ. Ίσως, από τότε να είχε αρχίσει η ουσιαστική συνεργασία του με τον Ηλία Κόλλια, που συνεχίστηκε και τα υπόλοιπα χρόνια. Επίσης είχαν εκδοθεί τέσσερα άλμπουμ με τα σκίτσα του.

Η συμμετοχή του Βαγγέλη, σε διάφορες εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και η μοναδικότητα και η εικαστική ποιότητα των σκίτσων του, συνέβαλαν στο να αποκτήσει μεγάλη φήμη και να αναδειχθεί, πανάξια, σε συλλέκτη κάθε είδους, βραβείων και διακρίσεων.

Συμμετείχε με επιτυχία σε αναρίθμητες εκθέσεις στην Αθήνα και σε πόλεις της Ευρώπης, στο Όσλο, στο Λονδίνο, στην πόλη Rosas της Ισπανίας, πάλαι ποτέ αποικία των αρχαίων Ροδίων. Το 1990 επιλέχτηκε, μαζί με άλλους 49 σκιτσογράφους, σε έκθεση στο Μουσείο του Αννόβερο. Συμμετείχε, με τιμητική πρόσκληση, εκτός συναγωνισμού, και σε άλλες εκθέσεις.

Βραβεύθηκε σε πολλές Διεθνείς Εκθέσεις Γελοιογραφίας,: στην Αθήνα, στα Σκόπια, στο Ακ Σεχίρ της Τουρκίας, στο Duisburg Γερμανίας, στην Κωνσταντινούπολη, στο Amsterdam, στη Λιθουανία, το 1990 και στη Λισαβόνα το 2010.

Το 1994, αναγράφηκε στον τιμητικό πίνακα για την εικονογράφηση της Διεθνούς Επιτροπής Βιβλίων για τη Νεότητα και βραβεύθηκε στη Σεβίλλη της Ισπανίας. Το 2010, η Διεθνής Έκθεση Κόμικς και Γελοιογραφίας, Amadora, τον τίμησε «ως εκπρόσωπο της αρχαιότερης Δημοκρατίας στον κόσμο».

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Ελλήνων γελοιογράφων, μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α. του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Οργανώσεων και Γελοιογράφων.

Ο Βαγγέλης, σε όλη του την καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά κυρίως ως ενημερωμένος πολίτης, για όλα τα θέματα που απασχολούσαν τόσο την ιδιαίτερη πατρίδα του, όσο και για όλη την Ελλάδα,, με την αιχμηρή του γραφίδα, με υπευθυνότητα και παρρησία αρθρογραφούσε στον τοπικό τύπο, άλλοτε για τα κακώς κείμενα και πολλές φορές με προτάσεις για το «δέον γενέσθαι».

Αγαπούσε την οικογένειά του, αλλά και μερικά αντικείμενα που ήταν ένα με την προσωπικότητά του, όπως τη μοτοσικλέτα του, τη «μπέμπα», όπως την έλεγε και τη φυσαρμόνικά του, που χωρίς αυτή έχανε την έμπνευσή του.

Από το Πάσχα του 2018, το πενάκι του Βαγγέλη στέγνωσε, και η φυσαρμόνικά του σίγησε, αλλά το έργο του δεν έσβησε, γιατί είναι μεγάλο και διαχρονικό.

Κυρίες και κύριοι,

Έχει ειπωθεί, από στενούς του φίλους, ότι ο Βαγγέλης δεν χρειαζόταν μπλοκ και μολύβια γόμμες και χαρτιά για να δημιουργήσει, γιατί μπορούσε να σχεδιάσει με επιτυχία, σε οποιοδήποτε περιβάλλον και χώρο κι αν βρισκόταν.

Έχω εμπειρίες γι’ αυτό, από τη θητεία μας στο ίδιο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ροδίων, αλλά ο περιορισμένος χρόνος δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ. Ο τότε δήμαρχος Σάββας Καραγιάννης, ξέρει για τα απρόβλεπτα σατιρικά σκίτσα του, που αστραπιαία έφταναν στο προεδρείο, και που με κόπο συγκρατούσαμε τα γέλια μας.

Κυρίες και κύριοι,

Για τον Ηλία και τον Βαγγέλη θα μπορούσε κανείς να ομιλεί ώρες ατελείωτες, γιατί και οι δύο πρόσφεραν στον τόπο μας ανεκτίμητες υπηρεσίες, δημιούργησαν και άφησαν έργο τεράστιο, υπήρξαν φάροι και οδηγοί, άνοιξαν δρόμους για τους νεότερους και συνέβαλαν τα μέγιστα με το παράδειγμά τους, για την πολιτισμική ανάπτυξη του τόπου μας.

Ο Ηλίας, και ο Βαγγέλης, είναι από τους λίγους ανθρώπους που μένουν, φεύγοντας. Λέει, άλλωστε και ο μεγάλος μας ποιητής, Οδυσσέας Ελύτης:

«Όλα χάνονται,

του καθενός έρχεται η ώρα.

Όλα μένουν.

Εγώ φεύγω .

Εσείς να δούμε τώρα»

Ας είναι το ταπεινό αυτό κείμενο, μικρό δείγμα αγάπης και προσωπικής εκτίμησης, στον Ηλία, και τον Βαγγέλη, ως ανθρώπων, αλλά και για το ανεπανάληπτο έργο τους.

Νίκος Νικολάου

Ρόδος, Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

Ο κος Νίκος Νικολάου είναι διπλωματούχος ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος του Πολυτεχνείου του Τορίνο Ιταλίας και πτυχιούχος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Η Μαργαρίτα! (The Daisy)!, του Γιώργου Σαράφογλου-by George Sarafoglou
Με αφορμή ένα ψ έ μ α…, του Σπύρου Ντασιώτη
«Τα δύσκολα ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ κοινωνικής συμβίωσης»: 56ο, της Μαρίας Γεωργαλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.