Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Έρμη μάνα…, του Δημήτρη Κατσούλα

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, «Πηγές Καλλιθέας»

και  Pane di capo στη Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου στο ύψος του ΙΚΑ & Λεωφόρος Κρεμαστής

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

 

Στη μικρή κωμόπολη των δύο περίπου χιλιάδων κατοίκων σε μια νυχτιά μέσα πρέπει να παντρεύτηκαν κοντά στα δέκα ζευγάρια. Ένα ξεροχώραφο και μερικές ρίζες ελιές ως προίκα θα ήσαν εκείνα όπου θα έδεναν ισόβια άγνωστες ψυχές. Χωρίς καν να γνωριστούν, να φλερτάρουν, να αγαπηθούν, χωρίς να γεννηθεί μεταξύ τους κανένα συναίσθημα. Έτσι, με τις γνωριμίες των γονιών ένθεν και ένθεν, παραμερίζοντας οριστικά την αγάπη θέτοντας πάνω απ’ όλα το συμφέρον, έφθαναν έως την «ένωση» των νιόπαντρων. Όσες και όσοι επέμεναν να ονειρεύονται, δυο τινά – και για διαφορετικούς λόγους – είχαν να αντιμετωπίσουν: ή να αποσυρθούν στα ράφια της γραφικότητας ή την Μακρόνησο ως μόνιμο σπίτι τους έπρεπε να επιλέξουν, καθότι η κωμόπολη ανάμεικτη από δημοκρατικούς πολίτες στην πλειονότητά της και καρφιά της αστυνομίας από την άλλη, τους «φιλήσυχους» πολίτες.

Η απουσία όμως έρωτα, εκείνη που θα όργωνε τις ψυχές των νεόνυμφων και παντού θα έσπερνε την αγάπη, αυτό το κενό ήρθε να συμπληρώσει η βία. Η βία που ξεπερνούσε και τα όρια της βαρβαρότητας και μάλιστα με Β κεφαλαίο. Από τα χαράματα στα χωράφια για να οργώνουν τη γη και τα βράδια τη γυναίκα. Με κάθε τρόπο. Κι εκείνη αποτελειωμένη από την κούραση της ημέρας, σφράγιζε το στόμα για να μη γίνει αντιληπτή στους γείτονες υπολογίζοντας πάντα και το τι θα έλεγε η κοινωνία το πρωί στα καφενεία, κατάπινε κάθε βαρβαρότητα που συντελείτο στο κορμί της αρκούμενη μόνο σε υπόκωφα βογγητά και ουρλιαχτά κάτω από την κουβέρτα για να μην ακουστεί στους διπλανούς. Το πραγματικό πρόσωπο της οδύνης χωρίς την ηδονή είχε σε ημερήσια βάση να αντιμετωπίσει. Σκέτη οδύνη, πραγματικό ξέσκισμα. Και σιωπή να επικρατεί για να μην ακουστεί ο πόνος στον Άλλο, να μη πέσει κάτι στο αυτί της κοινωνίας. Πάνω από όλα η τιμή της οικογενείας, δηλαδή του ανδρός.

Δεν το άντεξε για πολύ. Αφού συνέλεξαν την καρποφορία του μισού καλοκαιριού και του άλλου μισού του Φθινοπώρου, ένα πρωί πήρε το λεωφορείο της γραμμής και χάθηκε στη μεγαλούπολη. Άγνωστη μες στους αγνώστους αλλά νοιώθοντας τουλάχιστον την ελευθερία της στο έπακρον να αναπνέει.

Βρήκε δουλειά.

Ερωτεύτηκε.

Και σαν η μοίρα της να την ακολουθούσε, ξαναβρήκε άνδρα «προστάτη».

Τώρα, αυτός ο πόνος έγινε πιο βαθύς ταυτόχρονα όμως και διαρκής.

Γέννησε.

Μέχρι εκεί ήταν. Από εδώ και μπρος τα πράγματα έσφιξαν τόσο, όπου για οδό διαφυγής δεν υπήρχε καν επιλογή.

Μία και μόνη διέξοδο είχε όπου και την έκανε πράξη: ερωτεύτηκε το γιο της…

 

SHARE
RELATED POSTS
Μπουγαζλίκια στιφάδο;…YESSS! (Μέρος 1ο), του Αλέξανδρου Μπέμπη
Η δίκη, της Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Καημένη Λάϊκα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.