Το σχόλιο της ημέρας

Οι δεκαοχτούρες στη βεράντα μου και μια προδημοσίευση, του Κωστή Α. Μακρή

Kostis A. Makris
Spread the love
  • 7
    Shares

Kostis A. Makris

 

 

 

 

 

 

 

 

Κωστής Α. Μακρής 

 

 

 

 

dekaoktoures.jpg

 

Όταν κάνει πολύ κρύο, βγάζω ένα ταψάκι με σπόρια (σιτάρι, ψίχουλα κ.ά.) στη βεράντα της κουζίνας.


Έρχονται δεκοχτούρες, σπουργίτια και άλλα πετεινά και τρώνε.

Οι δεκοχτούρες ακούγονται σαν δακτυλογράφοι καθώς τσιμπολογάνε στο ταψάκι.

Μας πληρώνουν με εμπιστοσύνη και με κουτσουλιές.

Συμβουλή: Μην το κάνετε χωρίς την έγκριση της γυναίκας σας ή χωρίς να ξέρετε πώς φεύγουν οι ξεραμένες κουτσουλιές. Η εμπιστοσύνη δεν λερώνει αλλά οι κουτσουλιές δεν είναι κι ότι καλύτερο.

Και εδώ ένα μικρό απόσπασμα από ένα ανέκδοτο παραμύθι μου:

«…

Έξω απ’ το παράθυρο στεκόντουσαν δυο δεκοχτούρες αναφουφουδιασμένες. Ψειρίζανε η μία την άλλη και ρίχνανε λοξές ματιές μέσα στην κουζίνα, περιμένοντας τα ψίχουλα ή τα σποράκια που κάθε μέρα τους πετούσε η γιαγιά σαν βασιλική δωρεά προς τα άπορα του ουρανού ή σαν μνημόσυνο.

― Ξουτ! Να φύγετε, παλιόπουλα, που κακό να μη σας έβρει! Που μου ανεμουρδώνετε με τις κουτσουλιές σας το περβάζι! Στο χώμα να πάτε να τα κάνετε! φώναξε τάχα θυμωμένη, κραδαίνοντας το γουδοχέρι με το δεξί της χέρι, φοβερίζοντάς τα μέσα από το τζάμι.

Τα αγαπούσε πολύ τα πουλιά. Όλα τα πουλιά. Και χαιρότανε να τα βλέπει στο παράθυρό της.

 

Ερχόντουσαν εκεί σπουργίτια, περιστέρια, κι ένας κοκκινολαίμης, και σουσουράδες και κάργιες και κανένας τσαλαπετεινός, καμιά καρδερίνα πότε πότε. Μαζί με διάφορα μικροπούλια που τ’ όνομά τους δεν το γνώριζε. Με την απότομη κίνηση του χεριού της, τα ανήμερα πουλιά φτεροκόπησαν κι έφυγαν κρώζοντας γουργουριστά.

«Θα ξανάρθουν τα λιμασμένα… Για το φαΐ τους. Τα κακόμοιρα κι αυτά…», σκέφτηκε χαμογελώντας η γιαγιά, ο προστάτης άγγελος όλων των αδέσποτων της γειτονιάς, φτερωτών και τετράποδων.

Ένας αλλόκοτος θόρυβος από κοπανήματα και κουδουνίσματα την επανέφερε στην πραγματικότητα της κουζίνας της.

Η εγγονή της, καθισμένη ανακούρκουδα μπροστά στο μεγάλο, παλιό και σαρακοφαγωμένο ερμάρι, έχοντας ανοίξει διάπλατα τα πορτάκια, μάζευε διάφορα σκεύη και εργαλεία από εκεί και τα έριχνε μέσα στην κοκκινωπή μεγάλη πήλινη λεκάνη του ζυμώματος. Τα ταρακουνούσε όλα μαζί κάνοντας έναν τρομερό θόρυβο.

― Τι κάνεις αυτού, μωρή; Που κακό να μη σ’ έβρει κι εσένα; φώναξε με στεντόρεια φωνή, ανασηκώνοντας την ποδιά της η γοργοπόδαρη, παρά την τραυματισμένη πατούσα της, γιαγιά· και όρμηξε αστραπιαία στο παιδάκι. Εκείνο πρόλαβε να σηκωθεί εγκαίρως, κι έτρεξε να απομακρυνθεί σώο· αποφεύγοντας έτσι τη σίγουρη χαϊδο-μπούφλα της γιαγιάς της.

― Άαχ! Θα σου την κόψω εγώ την ουρά και δε θα βρίσκεις άντρα! Κακομοίρα μου! κραύγαζε η γιαγιά, με τον δείκτη της στο στόμα να τον δαγκώνει σε ολοφάνερη απειλή, μαζεύοντας βίαια κι όπως όπως τις κουτάλες, τα σουρωτήρια, τα χωνιά, τα μπρίκια και τις πιρούνες μαζί με όλα τ’ άλλα που είχε σωρέψει στη λεκάνη η εγγονή σαν παιχνίδια.

«Πάντα απίκο για τη σκανταλιά… Το κακόμοιρο, το ανυπόταχτο το ορφανό! Όλα παιχνίδι τα κάνει… Αλλά αφού δεν έχει παιχνιδάκια, το φτωχό…» μουρμούριζε με τρυφερότητα η γιαγιά· συγκεντρώνοντας τα λάφυρα μιας μάχης που δεν δόθηκε ποτέ.

…»

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 7
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
augoustos-korto.jpg
Μακρυά από τον Μένη, ψυχές των αθλίων, του Αύγουστου Κορτώ
Post-modern Parthenon, του Άρη Μαραγκόπουλου
Η αγένεια των εκλογών, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.