Αναγνώστες

Η προφητεία, της Ελένης Κίτσου

Γεννήθηκε αρχές Μαΐου. Το πρώτο του κλάμα ακούστηκε σαν παραφωνία μέσα στον ήσυχο θάλαμο του μαιευτηρίου. Η μάνα του ταλαιπωρήθηκε πολύ μέχρι να τον φέρει στον κόσμο, αλλά κραυγή οδύνης ή πόνου δεν έβγαλε. Γρήγορα ησύχασε κι αυτός, μόλις θήλασε από το στήθος της μάνας για πρώτη φορά. Άνοιξε τα μάτια του κι αντίκρισε το όμορφο πρόσωπο εκείνης. Ώστε αυτήν κλωτσούσε τόσο καιρό από μέσα. Και εκείνη αντί να τον μαλώνει που την πονούσε, χάιδευε τη φουσκωμένη κοιλιά και του ψιθύριζε γλυκόλογα. Πώς θα είναι το ομορφότερο και εξυπνότερο παιδί του κόσμου όλου, πως θα τον αγαπούσε πάντα και θα τον μεγάλωνε με φροντίδα, πως όταν γινόταν άντρας, κι εκείνος με τη σειρά του δε θα ξεχνούσε τη μαμά του και θα τη νοιαζόταν παντοτινά.

Ύστερα πήγανε στο σπίτι τους. Ο μικρός θήλαζε με βουλιμία, έσκαγε χαμόγελα ευτυχίας και κοίταζε γύρω του γεμάτος περιέργεια. Όλα ήταν πρωτόγνωρα για κείνον κι ήταν φορές που ένιωθε τρόμο. Ευτυχώς όμως η μαμά του ήταν πάντα εκεί, δίπλα του. Ένιωθε ζεστασιά στην αγκαλιά της.

Και ο καιρός περνούσε, το παιδί είπε τις πρώτες του λέξεις –ναι, «μαμά» ήταν και «γάλα»–, έκανε τα πρώτα του βήματα, ολοένα και συχνότερα ζητούσε να πάει βόλτα στο πάρκο. Λαχταρούσε να παίξει με την μπάλα του, να τρέξει στο γρασίδι και να παλέψει με τους φίλους του. Η μαμά άγρυπνος φρουρός δίπλα του. Σε κάθε του βήμα, σε κάθε του πέσιμο, έτοιμη να του προσφέρει το χέρι και να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Ξανά και ξανά και ξανά.

 

Πήγε σχολείο. Τότε χώρισε για πρώτη φορά από τη μαμά του, το σοκ ήταν μεγάλο. Έκλαψε. Αλλά σύντομα έμαθε να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις. Όσο τα χρόνια περνούσαν άνοιγε τα δικά του φτερά και πετούσε ολοένα και πιο ψηλά. Δεν είχε ανάγκη πλέον τη μαμά του. Ένιωθε ασφαλής. Εκείνη κουκίδα έμοιαζε κάτω στο έδαφος, ένα ανθρωπάκι με σηκωμένο το κεφάλι να αγωνιά για το σπλάχνο της.

 

Με την αγωνία έμεινε. Έκλαψε για πρώτη φορά. Τώρα εκείνη ήταν που τον είχε ανάγκη, χρειαζόταν τη στήριξή του. Όπως κι εκείνη τον στήριζε τόσα χρόνια. Μα το αγόρι της την είχε ξεχάσει. Δε γύρισε ποτέ πίσω να δει τι κάνει, να τη ρωτήσει πώς αισθάνεται και πώς κυλάει η ζωή της. Μόνο μπροστά του κοιτούσε, είχε μάθει να επιβιώνει μόνος του, να μην έχει ανάγκη κανέναν, πόσω μάλλον τη μαμά.

 

Έσκυψε το κεφάλι με παράπονο η μάνα. Η προφητεία δεν είχε βγει αληθινή στο τελευταίο κομμάτι της… Κι αυτό ισοδυναμούσε με θάνατο για κείνη.

 

Η Ελένη Κίτσου συμμετέχει στον διαγωνισμό της Πόρτας για την Γιορτή της Μητέρας. 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Δεκεμβριανά, της Μαριάννας Βασιλείου
Καλοτάξιδος, της Έλλης Πολέμη
annaDeligiannitsioulpa.jpg
Ποντία γη!, της Άννας Δεληγιάννη-Τσιουλπά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.