Ανοιχτή πόρτα

Η μεταμφίεση των παιδιών δεν είναι καθόλου για γέλια, του Κωστή Α. Μακρή

Kostis A. Makris

Kostis A. Makris

 

 

 

  

 

 

 

 

Κωστής Α. Μακρής  

 

EvitPartyAPOKRIES_1967_26FEB17_LR.jpg

 

 

 

«Εγώ θα είμαι βασίλισσα των λουλουδιών.»

Δήλωση της Ι., 4 ετών.

Δύο μέρες πριν το πάρτι.

Δεν είπε «θα ντυθώ βασίλισσα των λουλουδιών.

Είπε «θα είμαι βασίλισσα των λουλουδιών».

Όπως και έγινε.

 

Το πάρτι ήταν αποφασισμένο εδώ και ενάμισι μήνα.

 

Για διάφορους λόγους, που δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη, θα γινόταν στο σπίτι μας.

Και επειδή θα ήταν το Σάββατο πριν από την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, θα ήταν μασκέ.

Πάρτι μεταμφιεσμένων παιδιών δηλαδή, αλλά και μεταμφιεσμένων ενηλίκων.

Όταν μεταμφιέζονται οι ενήλικοι, το κάνουν για πλάκα. Για το γέλιο. Οι στολές, οι μάσκες και τα αντικείμενα που διαλέγουν έχουν συνήθως στοιχεία αυτοσαρκασμού ή τονισμού μιας πτυχής της προσωπικότητάς τους. Κάτι που να τους απελευθερώνει από τα δεσμά τής σοβαροφανούς καθημερινότητας.

 

Τα παιδιά επιδιώκουν κάτι άλλο: Να μεταμορφωθούν στα ινδάλματά τους.

Και ντύνονται με όνειρα, επιθυμίες και μαγικά ρούχα.

Ντύνονται κάτι που αγαπούν, θαυμάζουν ή φοβούνται, και μέσα από μια μαγική διαδικασία «γίνονται» αυτό που έχουν ντυθεί. Γίνονται αυτό που επιθυμούν να είναι εκείνη τη στιγμή καθώς αργεί η στιγμή που θα γίνουν αυτό που θα ονομάζουν «ο εαυτός μου».

Είναι η μαγική δύναμη της στολής, η μαγεία του ονόματος, το επιθυμητό σημαινόμενο ως εαυτός. Αν με πεις δράκο, είμαι δράκος. Αν ντυθώ βασίλισσα, νεράιδα, πριγκίπισσα, είμαι βασίλισσα, νεράιδα, πριγκίπισσα. Να ντυθώ σούπερμαν, Ρονάλντο, Ηρακλής γίνομαι αυτό που ντύθηκα.

Μαγεία!

Το σώμα και το αίμα κάποιου. Η στολή του. Το σύμβολό του.

Κάτι που δεν απέχει και πολύ από την εμβληματική στολή ενός στρατηγού, ναυάρχου, επισκόπου, αρεοπαγίτη ή ακαδημαϊκού με όλα τα συνδηλούμενα στολίδια. Μόνο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις εμφαίνεται η κοινωνική ιεραρχία, τονώνεται το ηθικό του ένστολου, τονίζεται η εξουσία του και αποζημιώνεται ο φορέας της στολής για όλα τα όνειρά του που δεν εκπληρώθηκαν και για όλες τις θυσίες που έκανε προκειμένου να αξιωθεί και το αξίωμα και τη στολή. Ένας εαυτός ένστολος είναι πιο πολύ στολή παρά εαυτός.

 

Τα παιδιά μεταμφιέζονται περισσότερο για να «είναι» παρά για να «δείξουν».

Όταν ένα μικρό κορίτσι φοράει τα παπούτσια της μαμάς, δεν παριστάνει τη μαμά. Γίνεται μαμά. Το ίδιο κι ένα αγόρι που φοράει τα παπούτσια ή το καπέλο τού μπαμπά.

Κι όλο αυτό είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση.

Είναι τελετή και μαγεία.

Είναι μια λειτουργία με όλους τους κανόνες ενός σχεδόν θρησκευτικού παιγνίου, με θυσία της καθημερινής εικόνας, με πίστη στη δύναμη της εικόνας, των λόγων και του ονόματος.

Είναι ο εξορκισμός της παιδικής αδυναμίας απέναντι στη δύναμη των «μεγάλων».

Γονιών δασκάλων και άλλων εξουσιαστών.

Στο παιδικό πάρτι μέτρησα καμιά δεκαριά πριγκίπισσες, βασίλισσες και νεράιδες, έναν ναύαρχο, έναν ποδοσφαιριστή με το όνομα RONALDO στη φανέλλα του, κάνα δυο ήρωες δυναμικών κόμιξ, έναν πολεμιστή νίντζα και διάφορα άλλα πρότυπα της παιδικής (μέσω γονικών, αναγνωστικών τηλεοπτικών και διαδικτυακών ενθαρρύνσεων) παραμυθίας.
Εννοείται ότι έγινε το σύστριγκλο και στην κορύφωση του πάρτι τα ντεσιμπέλ συναγωνίζονταν την απογείωση ενός Boeing 747.

Τρέξανε, ιδρώσανε, παίξανε, κυνήγησαν και κυνηγήθηκαν, ζευγάρωσαν και ερωτεύτηκαν ―όσο…― φλερτάρησαν ―όσο…― , τσακώθηκαν, αγαπήσανε, φάγανε, ήπιανε, ξαναφάγανε, ξαναήπιανε, χέσανε, κατουρήσανε, ξανατρέξανε, ξεδίπλωσαν πολλά μέτρα σερπαντίνας, γελάσανε, μερικά κλάψανε αλλά αυτό γρήγορα τους πέρασε. Και όλα αυτά με φωνή δυνατή, με ξεφωνητά και στριγκλιές ομαδικές, να υπάρξουν, να ακούγονται, να λένε στη μοίρα, στην Κλωθώ, στη Λάχεση και στην Άτροπο, σας έχουμε χεσμένες εμείς οι πριγκίπισσες, οι βασίλισσες, οι νεράιδες, οι Ρονάλντο, οι Ναύαρχοι, ο πολεμιστές, οι δυνατοί… Εμείς που δεν έχουμε μεταμφιεστεί αλλά αυτή είναι η κανονική στολή μας, αυτό είμαστε και θα είμαστε για πάντα επειδή όσο ζούμε μέσα σ’ αυτόν τον εαυτό και σ’ αυτό που ζούμε τώρα, είμαστε αθάνατοι και να πεθάνει ο Χάρος που δεν ξέρουμε τι είναι και πότε θα έρθει!

Ήταν ένα επιτυχημένο πάρτι.

Αυτό δεν το λέω εγώ.

Το δηλώσανε τα ίδια τα παιδιά που δεν θέλανε να τελειώσει.

Υπήρξαν και θρήνοι με την πρώιμη αποχώρηση κάποιων παιδιών, που βλέπανε με σπαραγμό τα υπόλοιπα να συνεχίζουν να ξεφαντώνουν χωρίς καθόλου να νοιάζονται για τον πόνο εκείνου που φεύγει. Λες και δεν ήταν, λίγα λεπτά πιο πριν, κομμάτι οργανικό της παρέας που σαν σμήνος φτεροκοπούσε μέσα σε πυκνούς ατμούς χαράς, πίδακες κραυγών και ξέφρενων καλπασμών.

Αυτοί που φεύγουν έχουν λίγο θάνατο μέσα τους, όπως λέει και το γαλλικό ποίημα του Edmond Haraucourt. «Το να φεύγεις είναι λίγο να πεθαίνεις…».

Παρόλο που δεν ήταν απ’ την αρχή ομοιογενής η συντροφιά, ομογενοποιήθηκε σύντομα και με ικανοποίηση άκουγα παιδιά ―αγόρια και κορίτσια― ηλικίας από τεσσάρων μέχρι και δέκα ετών, να λένε «δεν θέλουμε να τελειώσει».

Αχ… Αυτό το «δεν θέλω να τελειώσει».

Η στιγμή που ο Φάουστ τής λέει (της στιγμής): «Στάσου! Είσαι τόσο όμορφη!».

Η μεταμφίεση του πεπερασμένου σε αιώνιο. Η νίκη της αγαπησιάρικης χαράς απέναντι στην καταλυτική και μισητή εντροπία.

Η σοβαρότητας της στολής και η στολή της σοβαρότητας, η ύφανση του μέλλοντός μας από ακατάλυτα νήματα κλωσμένα από απέθαντες προσδοκίες και όνειρα, περασμένα στον αργαλειό τής επιθυμίας. Να υφάνουμε το δικό μας πέπλο αθανασίας, που θα μας σώσει από τη φθορά, από το ασήμαντο, από το κοινότοπο. Ένα πανίσχυρο πέπλο που μπορεί θαυμαστά να ντύσει, να οπλίσει και να θερμάνει το αδύναμο εγώ μας, καθώς ανηφορίζει στις κορυφές των πόθων και των ονείρων μας που ακόμα ψάχνουμε τα ονόματά τους. Αν και κατά βάθος δεν θέλουμε να βρούμε τα ονόματα των επέκεινα γιατί έτσι και τους δώσουμε όνομα αρχίζει η ευθύνη μας να τα κάνουμε πράξη ή να ακολουθήσουμε τις εντολές τους. Εκεί που αρχίζει και ο τρόμος απέναντι στην ελευθερία. Να κυνηγήσουμε το όνειρο με κάθε μέσο και τίμημα; Ή να το θάψουμε μια για πάντα ―επειδή πολύ μας φόβισαν οι άλλοι― σε μια βολική εγκαρτέρηση και υποταγή σε ένα δοτό τέλος ερήμην των επιθυμιών μας;

Τα παιδικά πάρτι και οι γιορτές θα έπρεπε να κρατάνε για πάντα.

Γι’ αυτό έχει αγαπηθεί τόσο ο Πήτερ Παν.

Επειδή τα παιδιά λατρεύουν το «για πάντα».

Αυτό το «για πάντα», παιδιών και ερωτευμένων.

Α, ναι. Οι παιδικές μεταμφιέσεις δεν είναι καθόλου για γέλια.

Έχουν τη σοβαρότητα μιας επίσημης στολής που ορίζει τον ιεραρχικό βαθμό κατά τον οποίον κάποιος έχει νικήσει τον χρόνο, την τύχη και τον εαυτό του.

Ή θέλει να νικήσει και τον χρόνο και την τύχη και τον εαυτό του.

 

 * Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 


26 Φεβρουαρίου 2017

 

Φωτογραφία από αποκριάτικο πάρτι του 1967 (Αρχείο Κωστή Α. Μακρή)

*Rondel de l’adieu, de Edmond Haraucourt (1890)

Recueil : Seul, roman en vers (1890)

Partir, c’est mourir un peu,
C’est mourir à ce qu’on aime :
On laisse un peu de soi-même
En toute heure et dans tout lieu.

 

C’est toujours le deuil d’un vœu,
Le dernier vers d’un poème ;
Partir, c’est mourir un peu,
C’est mourir à ce qu’on aime.

 

Et l’on part, et c’est un jeu,
Et jusqu’à l’adieu suprême
C’est son âme que l’on sème,
Que l’on sème à chaque adieu :
Partir, c’est mourir un peu…


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
11179745_10206472590954846_1550476862_o_1.jpg
“O Κύκλος του 10” μου, η αρχή και η ανυπαρξία, του Σάββα Καρατζιά
Οι “Μέσα-Έξω” κι αντίστροφα, του Γιώργου Σαράφογλου
Το λουμνό μποζόνιο και ο μπαλαμός, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.