Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία Πόρτα στην Πολιτική

H κατάρρευση της εμπιστοσύνης, του Πάνου Μπιτσαξή

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, «Πηγές Καλλιθέας»

και  Pane di capo στη Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου στο ύψος του ΙΚΑ & Λεωφόρος Κρεμαστής

Πάνος Μπιτσαξής

Διανύουμε την πιο υποτονική προεκλογική περίοδο, στην ιστορία της χώρας. Τόσο υποτονική, που θα την έλεγε κανείς βαρετή. Ο αχός των τεράστιων συγκεντρώσεων, στις οποίες κόχλαζε το πάθος και η πολιτική ένταση, δείχνει να ανήκει στο παρελθόν. Οι αφίσες με τις φάτσες των πολιτευτών έχουν περιοριστεί και όποιοι υποψήφιοι επιλέγουν αυτόν τον τρόπο προβολής, μάλλον πετάνε τα λεφτά τους στον κουβά. Λίγο περισσότερο θερμόαιμο είναι το διαδίκτυο. Τι συμβαίνει; Γίναμε ξαφνικά τόσο Ευρωπαίοι; Τόσο απαθείς; Τόσο υπεράνω; Αν η απάντηση ήταν καταφατική, θα ’πρεπε να το σημειώσουμε ως πολύ μεγάλη πρόοδο, για την βαλκανική μας ταυτότητα και το μεσογειακό μας ταμπεραμέντο. Δεν είναι, όμως, αλήθεια. Τα κόμματα δεν εγκατέλειψαν το παραδοσιακό τουρλουμπούκι της προεκλογικής ζύμωσης, με την θέλησή τους. Απλώς, βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν τοίχο απροθυμίας της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών. Ό,τι και αν επιλέγουν, ό,τι και αν ψηφίζουν. Η νεολαία, που ιστορικά έδινε τον παλμό και τον τόνο, αδιαφορεί παγερά. Ως κοινωνική κατηγορία είναι απούσα. Θυμάμαι και γελάω, την ακόλουθη σκηνή: Μια νεαρά ρεπόρτερ μπήκε με την κάμερα σε ένα νεολαιίστικο μπαρ. Ήταν λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές. Ρωτούσε τους πιτσιρικάδες αν θα πάνε να ψηφίσουν. «Μπα» έλεγε ο ένας, «όχι» έλεγε ο άλλος, «δεν με ενδιαφέρει η πολιτική» έλεγε ο τρίτος, ώσπου ο τέταρτος, δήλωσε ενθουσιωδώς, ότι θα ξυπνήσει το πρωί και θα πάει πρώτος να ψηφίσει. «Μπράβο» του λέει η ρεπόρτερ. «Πώς και έτσι;» Η απάντηση ήταν αφοπλιστική: «Κατεβαίνει υποψήφιος ο πρώτος μου ξάδερφος». Ό,τι και αν επιλέγει η πλειονότητα των ψηφοφόρων, το επιλέγει άψυχα, χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς έμπνευση ή στο πλαίσιο της ασυνείδητης εμπλοκής της στα πελατειακά δίκτυα. Ακόμα και όταν ενστερνίζεται ότι στην δημοκρατία η άσκηση του εκλογικού της δικαιώματος, είναι δικαίωμα και καθήκον, κατακτημένο με θυσίες και αίμα πολλών γενεών, σπεύδει να επιτελέσει το καθήκον της, σε μεγάλο βαθμό, διεκπεραιωτικά, χωρίς φλόγα. Πάει στο εκλογικό τμήμα, κατά την ίδια λογική που πρέπει να πάει στην εκκλησία, για τον γάμο του τάδε ή για να χαιρετίσει τον μακαρίτη.

Το κεντρικό μέγεθος, που χαρακτηρίζει την καινοφανή αλλά και νεοπαγή πολιτική αυτή συμπεριφορά, είναι η κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Το πώς επήλθε η βαθιά αυτή χαραγματιά, ανάμεσα στους πολίτες και την δημόσια ζωή της χώρας, είναι πολύ μεγάλη ιστορία, για να την περιγράψει κάποιος σε ένα άρθρο. Δεν ήρθε απότομα, δεν ήρθε αιφνίδια, δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Έγινε σταδιακά. Ανεπαισθήτως, όπως λέει ο Καβάφης. Όσο διαρκούσε αυτή η διαδικασία, δύσκολα γινόταν αντιληπτή, στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της. Υπάρχει, όμως, δυστυχώς, ένα σημείο, θα το αποκαλούσα σημείο θραύσης, που όταν το περάσεις, η επιστροφή είναι δύσκολη. Η αναστρεψιμότητα είναι δυσχερής. Η πολιτική δεν θεωρείται πια από την πλειονότητα, ευγενής δραστηριότητα, ούτε καν τιμητική. Η γενική περιφρόνηση και η οσμή της ενδεχόμενης ιδιοτέλειας ή της εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων, είναι διάχυτη. Για να ασχολείται με την πολιτική, σημαίνει ότι κάτι ύποπτο επιδιώκει, σκέπτονται πολλοί, σχεδόν με συνειρμικό τρόπο. Πολιτικά αξιώματα, τα οποία, κάποτε ήταν συνώνυμα με την προσωπική επιτυχία και ενέπνεαν αίγλη και σεβασμό, εμφανίζονται να είναι, όχι μόνο χωρίς λάμψη αλλά να βυθίζονται στην αδιαφορία και την απαξίωση. «Υπουργός; Και τί έγινε. Οι μισοί υπουργοί έπρεπε να είναι φυλακή», λένε οι πολλοί. «Υπουργός έχει γίνει η σάρα η μάρα και το κακό συναπάντημα.» «Την ξέρεις την τάδε, που ήταν γκόμενα του δείνα, που ήταν αδελφός του παραδείνα και έγινε υπουργός;» Όλοι σου λένε μια τέτοια ιστορία. Αληθής ή ψευδής, δεν έχει σημασία. Η καθολική αίσθηση έχει την τάση να κατεξευτελίζει την πολιτική. Η διάχυτη πλειοψηφική πεποίθηση είναι ότι η πολιτική είναι κακό πράγμα αλλά αναγκαίο κακό. Ο Παπαρρηγόπουλος είχε κάπου διασώσει ένα επίγραμμα, που βρέθηκε σε μια ελληνιστική πόλη. Το είχε γράψει ο, ας το πούμε έτσι, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, για τον κραταιό και μισητό άρχοντα της πόλης, Ευθύδημο: «Ευθύδημε, κακόν ει της πόλεως αναγκαίον. Ου γαρ μετ’ εσού δυνάμεθα ζειν, ου γαρ άνευ εσού». Μτφ: Ευδύδημε, είσαι αναγκαίο κακό για την πόλη. Δεν μπορούμε να ζούμε μαζί σου αλλά ούτε και χωρίς εσένα.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης, έφτασε στο απόγειό της, με τον Σύριζα. Δεν είναι η ώρα, ούτε η πρόθεσή μου, να επεκταθώ σε αυτές τις γραμμές, στις λεπτομέρειες ενός φαινομένου, που είναι πανθομολογούμενο, ακόμα και στους πιο πιστούς οπαδούς του. Η διαδικασία, όμως, της κατάρρευσης της εμπιστοσύνης, σαφέστατα αφορά την χώρα, τουλάχιστον για δύο δεκαετίες, πριν την έλευση του Σύριζα και σαφώς αφορά την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Ο Σύριζα το τερμάτισε. Έχτισε τη ρητορική του στην ανάδειξη υπαρκτών στοιχείων αναξιοπιστίας των προηγούμενων, πάνω σε αυτό στήριξε την προσπάθεια να πείσει, έπεισε, κέρδισε την εμπιστοσύνη και την οδήγησε σε μια τόσο ηχηρή και βαρύγδουπη κατάρρευση, που όμοιά της δεν έχει ξαναϋπάρξει, στα δικά μου τουλάχιστον χρόνια. Έτσι, η κατάρρευση της εμπιστοσύνης έγινε καθολική. Μια προσεκτική μελέτη, επιμέρους δεικτών των δημοσκοπήσεων, αποδεικνύει πλήρως την καθολική κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Όταν, για παράδειγμα, ερωτώνται οι δημοσκοπούμενοι, αν και δηλώνουν σαφή επιλογή ψήφου, ποιόν θεωρούν καταλληλότερο πρωθυπουργό, δηλαδή ποιόν εμπιστεύονται, ανεξάρτητα από την εκλογική τους επιλογή, η απάντηση «κανένας», παίρνει συντριπτικά πλειοψηφικά ποσοστά.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Τα λέω γιατί εκτιμώ, πρώτα και κύρια, ότι το καθήκον της επόμενης κυβέρνησης, είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Η έννοια της εμπιστοσύνης δεν σημαίνει απαραιτήτως, ότι συμφωνεί κάποιος με την α΄ ή β΄ επιλογή της κυβέρνησης. Οι κυβερνητικές αποφάσεις προκαλούν συμφωνίες και διαφωνίες εκ της φύσεώς τους. Εμπιστοσύνη, για να το πω λαϊκά, σημαίνει ότι θεωρώ τον πολιτικό σοβαρό άνθρωπο, με βάρος λόγου και με τη στοιχειώδη σύνεση και κοινή λογική του μέσου δημιουργικού ανθρώπου. Άνθρωπο που ξέρεις πού το πάει, πώς πορεύεται και τί επιδιώκει. Άνθρωπο, που σέβεται την δημοκρατία και τους θεσμούς της και δεν τους κουρελιάζει για να κάνει το δικό του. Το κυριότερο, έντιμο, με αίσθηση των άγραφων ηθικών κανόνων, που πρέπει να διέπουν την πολιτική συμπεριφορά. Όχι καραγκιόζη, χαμαιλέοντα, γελωτοποιό, ασυνάρτητο, μαθητευόμενο μάγο, τζογαδόρο που παίζει ζάρια με τις τύχες και τα λεφτά των άλλων.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Η παραφροσύνη της εξουσιαστικής Ελίτ, του Νίκου Βασιλειάδη
03-124103tz.jpg
Οι ρομαντικοί ποιητές του Brexit, του Τζον Κάρλιν
O Μοιραίος Αλέξης, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.