Συνεντεύξεις

Γιάννης Καλπούζος: θέλω να γνωρίσω τον πατριάρχη Βαρθολομαίο

Spread the love

Ο Γιάννης Καλπούζος ([email protected]) από το 1982 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη μικρή λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008.

Σήμερα στο βιβλιοπωλείο “το Δέντρο” στη Ρόδο στις 8μμ θα παρουσιαστεί το τελευταίο του βιβλίο “Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου”. Σήμερα η Πόρτα ανοίγει στον συγγραφέα για να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

 

Αν γυρνούσατε πίσω το χρόνο, πού και πότε θα θέλατε να είχατε γεννηθεί;

Ο τόπος που γεννήθηκα, σ’ ένα πολύ μικρό χωριό της Άρτας, κι ο χρόνος, 1960, με ό,τι σηματοδοτούν σε εικόνες, ανθρώπους, νοοτροπίες, ιστορία και τόσα άλλα, μπόλιασαν τη ψυχή μου και έκτισαν την πορεία μου ως άνθρωπο και συγγραφέα. Υπό αυτήν την έννοια, αισθάνομαι τυχερός για το πού και πότε γεννήθηκα και δε θα ήθελα να ζήσω σε άλλη εποχή. Ακόμη και οι δυσκολίες διαβίωσης των παιδικών και νεανικών χρόνων ή οι τραυματικές στιγμές λειτούργησαν τελικά σαν ευεργετικές εμπειρίες. Ωστόσο επειδή με έλκει το απροσδόκητο και το άγνωστο, εάν είχα μια τέτοια επιλογή, θα πήγαινα μπροστά τον χρόνο, στο 3960, στον ίδιο τόπο.

 

Ποιος ήρωας από τα βιβλία σας σάς ταιριάζει ως προσωπικότητα-ιδιοσυγκρασία;

Μοιράζομαι ανάλογα με την ηλικία κι όχι βεβαίως στο ολόκληρο. Στα νεανικά μου χρόνια βρίσκομαι πιο κοντά στον Άνδη (Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου) και στον Ανθία (Άγιοι και δαίμονες). Στα μετέπειτα χρόνια με τον Τζανή (Άγιοι και δαίμονες), λιγότερο με τον Αδάμο (Ουρανόπετρα), και σχετικά κοντά στον Φοίβο Αδινό (Παντομίμα φαντασμάτων). Όσο για τα ώριμα χρόνια και για κείνα που έρχονται πασχίζω να μοιάσω στον παππού Ισμαήλ (Ιμαρέτ), ωστόσο ακόμη δεν τα καταφέρνω.

 

Υπάρχει συνταγή ευτυχίας για τα παιδιά;

Νομίζω πως ναι. Μια ζεστή, τρυφερή οικογένεια, η οποία συνδέεται με σχέσεις αγάπης, κατανόησης και σεβασμού, τα μέλη της συνδιαλέγονται και αποζητούν τον διάλογο, οι γονείς και οι παππούδες αφιερώνουν χρόνο στα παιδιά, συζητούν μαζί τους και κτίζουν το κοινό μα και ταυτόχρονα ατομικό όραμα για κάθε παιδί. Μια οικογένεια που λειτουργεί ως κυματοθραύστης στις αρνητικές επιρροές του γύρωθε κόσμου και συγχρόνως δεν κλώθει το απόλυτο προστατευτικό κουκούλι για τα παιδιά. Μια οικογένεια με γονείς που ασκούν τον ρόλο τους και δε γίνονται φίλοι με τα παιδιά. Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες γι’ αυτό το θέμα, αλλά ας μείνουμε προς το παρόν σ’ αυτόν τον γενικό κανόνα: συνταγή ευτυχίας για τα παιδιά είναι η αρμονική οικογένεια.

 

Υπάρχει συνταγή ευτυχίας για τους ενήλικες;

Όσα μπολιάζουν την ψυχή και τον λογισμό του ανθρώπου, πάνω στα οποία δύναται να κτίσει στη συνέχεια ό,τι λογαριάζει κανείς ως ευτυχία, συμβαίνει μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια του. Από κει και πέρα ελάχιστοι μπορούν ν’ αλλάξουν. Ως εκ τούτου η σημαντική δουλειά ξεκινά από την οικογένεια και γίνεται μέχρι αυτή την ηλικία και άλλη συνταγή δεν υπάρχει. Να πω αόριστα ότι πρέπει να στραφεί κανείς στον εσωτερικό κόσμο, δεν έχει νόημα, γιατί ακούγεται από την πλειονότητα ως κενό γράμμα.

 

Πώς ήταν ο Γιάννης παιδί;

Παιχνιδιάρης, γελαστός, όλο αστεία και πειράγματα, ατίθασος για τα μέτρα του χωριού και αρνί για τον παραπέρα κόσμο, παιδί της εκκλησίας και βοηθός του παπά στο Ιερό, περίεργος και εξερευνητής, μ’ ένα τρόπο πάσχιζα να ανακαλύψω τον μικρό κόσμο της περιοχής χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ τι υπάρχει παρέκει, ευαίσθητος και συνάμα σκληραγωγημένος.

Τι σας έλειπε ως παιδί;

Μέχρι τα δώδεκα τίποτε κι ας ζούσαμε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Κι ας φορούσαμε παντελόνια όλο μπαλώματα, υποδήματα λαστιχένια (γαλότσες) και μανίκια μέχρι μια σπιθαμή πάνω από τον καρπό κι ας μη γνωρίζαμε τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, το ψυγείο, το ποδήλατο, η μπάλα, ο κινηματογράφος, το θέατρο, οι μπανάνες, τα παγωτά και χίλια δυο άλλα. Πολλά από αυτά αναφέρονται στο “Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου”, μιας και το μυθιστόρημα πραγματεύεται τα δικά μου χρόνια κι εν πολλοίς αναπαριστάνεται η ζωή εκείνων των χρόνων. Αργότερα, όταν εγκατέλειψα το χωριό και πήγα στο γυμνάσιο στην πόλη κι έβλεπα τριγύρω τον υπόλοιπο κόσμο, μπήκε στη ζωή μου το μέτρο της σύγκρισης. Τι έχουν οι άλλοι και δεν το ‘χω εγώ. Ρούχα, παπούτσια, ωραία σπίτια, τηλεόραση, παρέες που πηγαίνουν σινεμά ή στις ντισκοτέκ κλπ. Γιατί στο χωριό λίγο έως πολύ όλοι στην ίδια μοίρα βρισκόμαστε.

 

Τι σας λείπει από την γενέτειρά σας την Άρτα;

Δεν έχω την αίσθηση ότι μου λείπει κάτι. Διατηρώ τακτική επικοινωνία, ενώ έχω μέσα μου όλα όσα χρωμάτισαν την ψυχή μου ζώντας στον γενέθλιο τόπο, για τον οποίο αισθάνομαι ευγνώμων και μόνιμος οφειλέτης. Αν λείπει κάτι είναι η αθωότητα των παιδικών χρόνων.

 

Όριο ή ελευθερία;

Ελευθερία δεν θα πει ασυδοσία. Ως εκ τούτου κι η ελευθερία έχει όρια και δεσμεύσεις και συνήθως πρέπει κανείς να παλέψει πολύ περισσότερο για να στηρίξει τις αξίες της, εάν πράγματι πιστεύει στην ελευθερία.

 

Το επικινδυνότερο στοιχείο της εποχής, ποιο είναι;

Το σύνθημα. Η κομματική-πολιτική που καθορίζει εν πολλοίς την πορεία της χώρα μας και των πολιτών της χαράζεται, κινείται και καθοδηγεί συνθηματολογώντας. Διαμορφώνει τη νοοτροπία της συνθηματολογίας σε όλα τα επίπεδα• τρόπο σκέψης, νοοτροπίας, αντιμετώπισης κάθε μικρού ή μεγάλου γεγονότος στην ιδιωτική ή τη δημόσια ζωή. Το σύνθημα φέρνει τον δογματισμό, τον μηδενισμό και τον αφορισμό και απομακρύνει τον άνθρωπο από τη δημιουργική αναζήτηση και τον στοχασμό.

 

Πότε η ζωή κάποιου χαραμίζεται;

Όταν δεν καταφέρει να χαρεί την ανατολή και τη δύση του ήλιου ούτε μια φορά. Όταν δεν αισθανθεί να τον μαγεύει αυτό το μεγαλείο της φύσης και της ζωής, κι ας φαντάζει κοινότοπο, αποκομμένο από κάθε άλλη έγνοια. Γιατί, ακόμη και ασυνείδητα, τότε ο άνθρωπος αφήνεται στο ξεχείλισμα του αγνού συναισθήματος, προσεγγίζει το Θείο και υπερίπταται της καθημερινής μικρότητάς του.

 

Τι λείπει σήμερα από την ελληνική λογοτεχνία;

Πρώτα απ’ όλα το αναγνωστικό κοινό, το οποίο σε ποσόστωση είναι το μικρότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης. Από κει και πέρα έχουμε σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς, αλλά καθώς η πολιτεία και όσοι μετέχουν στα κομματικά-πολιτικά πράγματα του τόπου δεν έχουν εντάξει στις επιδιώξεις και στους στόχους τους ως σημαντική αξία τη λογοτεχνία, δεν υψώνονται εκεί όπου έπρεπε να ανήκουν στη συνείδηση του κόσμου. Συνάμα η Ελληνική λογοτεχνία έχει πολλές παθογένειες και αγκυλώσεις γιατί έρχεται να μιμηθεί κάθε καλό μα και κακό λογοτεχνικό ρεύμα του εξωτερικού και πολλοί εκπρόσωποι της κριτικής ισοπεδώνουν κάθε αξιόλογη προσπάθεια η οποία δεν εντάσσεται σ’ αυτά, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για πολύ καλά βιβλία. Μια ακόμη παθογένεια ή αγκύλωση αποτελεί το γεγονός ότι θεωρείται όνειδος να συμπεριλαμβάνεται στα ευπώλητα ένα καλό Ελληνικό βιβλίο, θαρρείς και τόσα καλά βιβλία ξένων συγγραφέων δεν κατακτούν εκατομμύρια αναγνώστες. Οι ίδιοι κύκλοι έχουν σαμποτάρει την Ελληνική λογοτεχνία και με τις προτάσεις τους ως προς το τι θα μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.

 

Τι θαυμάζετε γύρω σας;

Το αναγνωστικό της φύσης, τους ανθρώπους που δίνονται και προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ανιδιοτελώς, την αθωότητα και την εργατικότητα με στόχο οποιοδήποτε έργο υψηλής αισθητικής.

 

Τι απεχθάνεστε;

Την αλαζονεία, την υποκρισία, τη ζηλοφθονία, την ειρωνεία και πολλές άλλες από τις μικροπρεπείς συμπεριφορές των ανθρώπων.

 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου για να γίνει φίλος σας;

Η αγαθή ψυχή.

 

Αν πρωταγωνιστούσατε σε κάποιο βιβλίο σας ποιο ρόλο θα σας δίνατε;

Του παππού Ισμαήλ, του οποίου πασχίζω να κατακτήσω τη στωικότητα και τον τρόπο που ανατέμνει τη ζωή και τον άνθρωπο στο μυθιστόρημά μου “Ιμαρέτ”.

 

Ποια επιθυμία σας παραμένει απωθημένο;

Απωθημένο καμιά. Ανεκπλήρωτες πολλές. Μια από αυτές να γνωρίσω τον πατριάρχη Βαρθολομαίο. Επίσης να ταξιδέψω στην Αμερική και σε τόσα άλλα μέρη.

 

Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει στους ανθρώπους;

Το τυφλό μίσος και το κυνήγι του κέρδους, τα αγρίμια που πολλοί κρύβουν μέσα τους.

 

Το χαρακτηριστικό σας ελάττωμα και προτέρημα;

Ανυπόμονος και επίμονος.

 

Μια εκτίμηση για τις επικείμενες εκλογές.

Θα κυριαρχήσει ξανά το σύνθημα και θα χαθεί η ουσία.

 

Μια εκτίμηση για την επόμενη δεκαετία…

Θα είναι χρόνια δύσκολα. Οικονομικά θα ανακάμψουμε, όμως επίπλαστα. Αντίθετα πνευματικά θα διανύσουμε ελάχιστα βήματα. Εάν ξεκινούσαμε την προσπάθεια από την πνευματική καλλιέργεια η οικονομική αλλά και η πνευματική ανάκαμψη θα έρχονταν, ίσως όχι νωρίτερα, όμως θα είχαν μόνιμο χαρακτήρα.

 

 

Τζίνα Δαβιλά

SHARE
RELATED POSTS
Νότης Μαυρουδής: “Οι νεκροί και οι σακάτηδες του ’50 δεν συγκρίνονται με τους φτωχούς του 2016”, της Τζίνας Δαβιλά
Δήμητρα Λιάνη: “Αν νοίκιαζα το Καστρί στο βασιλιά, θα είχα αυτοκτονήσει”, του Χρήστου Μαγγούτα
Κωνσταντίνος Δασκαλάκης: Χώρες χωρίς εξωστρέφεια πεθαίνουν, της Μαργαρίτας Πουρνάρα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.