Πόρτα στην Ιστορία

Ένας γάμος στην Πάτρα του 1817, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Spread the love

 

 

 

 

 

 

 

Δήμητρα Παπαναστασοπούλου

 

 

 

0793eb65-c854-4eff-98a7-e58ff0e00c5d.jpg

 

 

Ο Άγγλος περιηγητής Ουίλλιαμς εκείνη τη χρονιά πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στην προεπαναστατική Ελλάδα. Στο πέρασμά του από την Πάτρα πέτυχε τους εορτασμούς του Πάσχα και έναν γάμο. Ας τον ακολουθήσουμε.

 

Πλησιάζοντας στην Πάτρα είδε να κυματίζουν οι σημαίες στα κτίρια των προξενείων (η Πάτρα είχε τότε 5 προξενεία: Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας,Σουηδίας και Ολλανδίας), μουσική και πυροβολισμοί ηχούσαν ανακατεμένα μέχρι το βράδυ. «Σ’ όλους τους δρόμους ακούγονταν βιολιά, γκάϊντες και ντέφια. Νόμιζες ότι στρίγκλιζαν παιδιά, αλλά ήταν τα γουρούνια που έσφαζαν. Συγχρόνως τα βόλια σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια των πανηγυριστών». Φυσικά, δεν έλειπαν τα θύματα…

 

Η λαϊκή φορεσιά των Ελλήνων ήταν ένα μάλλινο σουρτούκο, άσπρο ή σκούρο, κοντό ή μακρύ. Πάνω από το βρακί φορούσαν μια κοντή πουκαμίσα ή βαμβακερή φουστανέλλα, την οποία έζωναν στη μέση τους με ένα μαντήλι. Στο κεφάλι έδεναν ένα μάλλινο άσπρο ή κίτρινο βαμβακερό πανί και από πάνω φορούσαν ένα μικρό φέσι, κόκκινο ή γαλάζιο. Τα μαλλιά τους έπεφταν κυματιστά, ενώ το στήθος τους ήταν πάντα γυμνό.

 

Οι πιο εύποροι φορούσαν γούνες ή φαρδιά χρωμαιστά μπινίσια και κόκκινα παπούτσια με γυριστές προς τα πάνω μύτες. Οι πλούσιοι συνήθιζαν να ξυρίζουν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού τους.

 

Ο χαιρετισμός φάνηκε στον Ουίλλιαμς γραφικός: άγγιζαν με το δεξί χέρι το μέτωπο, το ακουμπούσαν μετά στην καρδιά τους, και στη συνέχεια αγκαλιάζονταν και αλληλοασπάζονταν.
Οι δρόμοι της πόλης ήταν στενοί και βρώμικοι. Κανείς δεν τους καθάριζε. Οι στέγες των σπιτιών στις δύο πλευρές των δρόμων σχεδόν ενώνονταν και δημιουργούσαν σκιά.

 

Ο Ουίλλιαμς βρέθηκε καλεσμένος στον γάμο της κόρης του «πρώτου γιατρού» της Πάτρας. Το προσκλητήριο ήταν ένα δεματάκι με μοσχοκάρφια και μοσχοκάρυδα. Οι φτωχοί έβαζαν μόνο μοσχοκάρφια, αφού το μοσχοκάρυδο ήταν πολύ ακριβό.

 

Στην εξώπορτα του σπιτιού στεκόταν ο γενίτσαρος του γιατρού, ντυμένος σαν πρίγκιπας. Η αυλή ήταν βρώμικη, το σπίτι συνηθισμένο. Ο Ουίλλιαμς ανέβηκε μια φαρδιά σκάλα. Πλάι στην είσοδο στεκόταν η μητέρα της νύφης με άλλες γυναίκες, χωρίς να παίρνει μέρος στην υποδοχή των καλεσμένων. Ο πατέρας της νύφης καθόταν σταυροπόδι στο σοφά, ο οποίος έπιανε όλες τις πλευρές της κάμαρας, όπου θα γινόταν ο γάμος, φορώντας ένα γούνινο καλπάκι.

 

Ο Ουίλλιαμς κάθισε δίπλα του, σταυροπόδι κι εκείνος, και έπιασε ένα τσιμπούκι. Λίγες ξύλινες καρέκλες, ένα ξύλινο ρολόι, τρεις-τέσσερις εικόνες της Παναγίας και των Αποστόλων ήταν όλη η επίπλωση.

 

Σε λίγο εμφανίστηκαν επτά-οκτώ παπάδες. Στη μέση της κάμαρας, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι βρισκόταν ένα μεγάλο βιβλίο, ένα ποτήρι με κρασί και μια κουλούρα ψωμί.

 

«Μπήκε ο γαμπρός, πενηντάρης, με πανωφόρι ανοιχτό γαλάζιο και άσπρες ολλανδικές βράκες. Το σαρίκι του ήταν πελώριο και οι φαβορίτες του το ίδιο.

 

Ακολούθησε η νύφη, γύρω στα τριάντα, κοντή και ομορφούλα. Τα μαλλιά της, μακριά ως τη μέση της και πλεγμένα με μπρισίμια, μόλις διακρίνονταν μέσα από τα χρυσά στολίδια. Στο μέτωπο είχε μια κορδέλα με χρυσά νομίσματα και το πανωφόρι της ήταν βαθύ πορφυρό με γούνινη μπορντούρα, αφήνοντας να φανεί το μεταξωτό, λευκό κεντημένο φόρεμα. Στη λεπτή της μέση μια μεταξωτή ζώνη ήταν διακοσμημένη με μεγάλους καμπυλωτούς τοκάδες που έμοιαζαν με πιατάκια. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα κόκκινα. Τα στέφανα ήταν στολισμένα με πούλιες, φύλλα χρυσού και γυαλί και είχαν κωνικό σχήμα».

 

Όταν τέλειωσε η τελετή, όλοι ασπάστηκαν το ζευγάρι. Ύστερα οι νεόνυμφοι αποχώρησαν στεφανωμένοι. Τις επόμενες οκτώ ημέρες θα έμεναν στο σπίτι της νύφης και μετά, κουβαλώντας τα δώρα και τα προικιά, θα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού.

Εκείνη την ημέρα (που πήγαινε στο σπίτι του συζύγου της) δυο γυναίκες κρατούσαν την νύφη, η οποία στηριζόταν εντελώς πάνω τους, σαν να μην είχε δύναμη να προχωρήσει μόνη της. Στο κεφάλι της είχε ένα μαξιλαράκι γεμάτο με χάρτινα λουλούδια. Μάγουλα, φρύδια και χείλη ήταν στολισμένα με χρυσά φύλλα. Τα μαλλιά, πλεγμένα με μεταξωτές κλωστές έπεφταν μπροστά και πίσω. Ένα παιδί κρατούσε μπροστά της έναν καθρέφτη και η νύφη έριχνε κάθε τόσο μια ματιά, ένας συμβολισμός για την σχολαστική προσοχή που πρέπει να δείχνει στην εξωτερική της εμφάνιση και στην διαγωγή της ως παντρεμένη. Η πομπή ήταν έξω φρενικά αργή. Και όσο πλησιάζει το σπίτι του συζύγου, τα βήματά της γίνονται όλο και πιο μικρά. Ντρέπεται, γιατί είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί δημόσια στο δρόμο.

 

 

 

SHARE
RELATED POSTS
Μανώλης Δημελλάς
Σύνταγμα Δωδεκανησίων. Τα ιδανικά δεν έχουν αντίπαλο, του Μανώλη Δημελλά
15578707_1534771719896821_4982111759584025348_n.jpg
Αβράαμ Λινκολν [μέρος β’], της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Αμπελάκια (Μέρος β΄): ο συνεταιρισμός, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.