Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Άτακτες πιπίλες, του Γιάννη Στουραΐτη

b5c927b0f77a27b81fd38b65df5f2fbf_L.jpg

b5c927b0f77a27b81fd38b65df5f2fbf_L.jpg

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Στουραΐτης

 

 

 

 

 

 

beads-363644_960_720.jpg

 


Η πρώτη αταξία έλαβε χώρα πάρα πολλά χρόνια πριν, όταν, κάνοντας περίπατο στις Σπέτσες, έσπασε η πολυκαιρισμένη κλωστή και σκόρπισαν, 33 χάντρες και δύο μικρά διαχωριστικά «δακτυλίδια», στο χώμα, παράπλευρα με τον δρόμο.

Καλά, θα μου πεις, τι είδους πιπίλα ήταν αυτή;

Εντάξει, δεν ήταν πιπίλα, ήταν το αγαπημένο μου κομπολογάκι που βρήκα στα πράγματα του μπαμπά μου.

Αλλά το κομπολογάκι, ήταν για μένα η «πιπίλα» μου.

Ευτυχώς που δεν είμαι καπνιστής, διότι αν κάπνιζα έτσι όπως έπαιζα το κομπολόι, θα κάπνιζα μανιωδώς τέσσερα πακέτα τσιγάρα την ημέρα, για να μην πω πέντε!

Ήταν η προέκταση του χεριού μου ή, καλύτερα, η προέκταση του εαυτού μου!

Ούτε βήμα χωρίς το κομπολογάκι (του μπαμπά) μου…

Πω, πω ζημιά! Πού να βρεις τώρα 33, συν δύο, αδέσποτες, γυάλινες, χάντρες σκόρπιες στο χώμα!

Κι όμως, είτε το πιστεύετε, είτε όχι, με την επιμονή μου, το πείσμα μου και την υπομονή μου, κατάφερα, μετά από αρκετές ώρες και τις μάζεψα όλες, μία προς μία!

Όρε ικανοποίηση και ανακούφιση, μετά την λαχτάρα!

 

Έκτοτε, και μετά την ανασύνθεση του κομπολογιού, έζησα μια χαρά με την «πιπίλα» μου, μέχρι πριν από, περίπου, δύο χρόνια, όταν μού έκανε την δεύτερη, και φαρμακερή, αταξία της:

Αίθουσα 3 στις αναχωρήσεις του αεροδρομίου της Ρόδου.

Αναμονή για την επιβίβαση στην πτήση προς Αθήνα.

Ανακοίνωση της πτήσης, μάζεμα χειραποσκευών, ουρά και όλα τα συναφή.

Τα συναφή είναι, συνήθως, συνυφασμένα με ανησυχία, αναστάτωση, αναταραχή, υπερκινητικότητα, κ.λπ.

Έχουμε περάσει τον έλεγχο των καρτών επιβίβασης κι έχω φθάσει έξω από την πόρτα του λεωφορείου που θα μας πάει στο αεροπλάνο.

Όπα! Πανικός! Πού είναι το κομπολογάκι μου;

Ψάχνω τις τσέπες μου, ψάχνω την χειραποσκευή μου, ψάχνω τα πάντα, μόνο τους διπλανούς μου δεν έψαξα, πουθενά το κομπολογάκι!

Τέλος χρόνου, ξεκινάει το λεωφορείο και ξεκινώ κι εγώ, τελών εν εμβροντησία, το ταξίδι μου προς την Αθήνα, χωρίς το κομπολογάκι (του μπαμπά) μου.

Αισθάνθηκα γυμνός και σαν δαρμένος.

Μόλις προσγειωθήκαμε στην Αθήνα, έσπευσα στο τηλέφωνο.

Μετά από τις, χωρίς αποτέλεσμα, πολυάριθμες, επίμονες κλήσεις μου προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες του αεροδρομίου της Ρόδου, ένοιωσα τελικά την απελπισία που αισθάνεται κάποιος όταν χάνει ένα αγαπημένο δικό του πρόσωπο.

Πάει το κομπολογάκι μου!

Μπορείτε να με κρίνετε όσο αυστηρά θέλετε για την προσκόλλησή μου σε ένα (άψυχο;) αντικείμενο, αλλά το κομπολογάκι (του μπαμπά) μου, πέρα από την κατευναστική επίδραση που είχε πάνω μου, ως πιπίλα, ήταν του μπαμπά μου…

Δεν έχω ξεπεράσει ακόμη την απώλειά του.

Συχνά, συλλαμβάνω τον εαυτό μου, να ψάχνω ασυναίσθητα τις τσέπες μου πριν βγω απ’ το σπίτι για να βεβαιωθώ ότι (δεν) το έχω μαζί μου…

Να το αντικαταστήσω με κάποιο άλλο, ούτε λόγος.

Το κενό, ούτε καν δυσαναπλήρωτο. Απλώς κενό…

Αυτή η δεύτερη αταξία, ήταν, αδερφέ μου, μπαμ και κάτω…

 

Τέλος πάντων, λίγο ο πανδαμάτωρ, που λένε, λίγο κι οι μηχανισμοί άμυνας που διαθέτει η ψυχή μας, ας πούμε ότι, μετά από δύο χρόνια και κάτι, απάλυνε λίγο η οδύνη της απώλειας.

Σημαντικό ρόλο στο να ξεχάσω τον πόνο μου, έπαιξε και η μετακόμισή μας στην Αθήνα με όλα τα βάσανα που συνεπάγεται κάθε μετακόμιση!

 

Η δική μας μετακόμιση, μού επιφύλαξε μία αναπάντεχη έκπληξη.

 

Πριν όμως συνεχίσω, πρέπει να σας μιλήσω για την ειδική επίδραση που είχαν πάνω μου, παιδιόθεν, οι μαγνήτες!

 

Η πρώτη μου επαφή μαζί τους έλαβε χώρα, κατά την παιδική μου ηλικία, με έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπό τους:

Ήταν ο μαγνήτης της μοδίστρας της γιαγιάς μου με τον οποίο κρατούσε σε απόλυτη τάξη και υποδειγματικό έλεγχο τις καρφίτσες της!

Είχα ξετρελαθεί με την γοητευτικότατη, τρομερά ενδιαφέρουσα, σχεδόν μαγική, συμπεριφορά του συστήματος μαγνήτης/καρφίτσες!

Πού με έχανες, πού με εύρισκες, ήμουν συνέχεια κολλημένος δίπλα στην κυρία μοδίστρα, μαγνητισμένος κι εγώ από τον μαγνήτη της!

 

Η δεύτερη επαφή μου ήταν, κι αυτή στην παιδική μου ηλικία, με ένα έξυπνα σχεδιασμένο, πολύ προχωρημένο για την εποχή του, παιχνίδι που συνίστατο σε μία ορθογώνια πλατφόρμα με πλαίσιο, πάνω στην οποία τοποθετούσες όπου σου άρεσε κάτι σπιτάκια, δεντράκια κ.λπ., σε διάταξη πόλης, μέσα από τους «δρόμους» της οποίας, «οδηγούσες» κάτι μικρά αυτοκινητάκια που είχαν από κάτω τους, καλά κρυμμένο, ένα μικρό μεταλλικό έλασμα. Α! Είχε και κάτι σηματάκια οδικής κυκλοφορίας!

Κάτω από την πλατφόρμα, υπήρχε ένα, μη ορατό, σύστημα ιμάντων, σε δύο συντεταγμένες, τους οποίους χειριζόσουν με δύο εμφανείς ροδέλες στο πλάι του πλαισίου, η μία για κάθετη, (μπρος-πίσω), κίνηση και η άλλη για οριζόντια, (δεξιά-αριστερά). Οι ιμάντες μετακινούσαν ένα σύστημα μαγνητών, κρυμμένο κάτω από την πλατφόρμα, το οποίο, με την σειρά του, μετακινούσε τα αυτοκινητάκια με τα σιδερένια ελάσματα!

Εννοείται ότι ο συνδυασμός του χειρισμού των δύο ιμάντων με τις ροδέλες, (κάθετος-οριζόντιος), ήταν το «τιμόνι» που εξασφάλιζε την κίνηση των αυτοκινήτων σε όλα τα σημεία της επιφάνειας της πλατφόρμας!

Δηλαδή, «οδηγούσες» τα αυτοκινητάκια όπου εσύ ήθελες, μέσα στην «πόλη» που, προηγουμένως, είχες στήσει μόνος σου!

Κάθε φορά και καινούργια πόλη, κάθε φορά και καινούργια διαδρομή!

Ιδιοφυώς απλό, με καθαρά μηχανική λειτουργία και, βέβαια, για τα παιδικά μου μάτια, μαγικό!

 

Η τρίτη επαφή μου με μαγνήτες ήταν όταν, σαν γονιός πλέον, ανακάλυψα ένα παιχνίδι αποτελούμενο από μικρές μαγνητικές ράβδους, μήκους 2,5cm η κάθε μια, «ντυμένες» με λαστιχένια(;) επικάλυψη με ζωηρά χρώματα και ισάριθμες σιδερένιες μπαλίτσες, διαμέτρου 1cm, (σαν αυτές που έχουν τα ρουλεμάν), που χρησίμευαν σαν συνδετικά στοιχεία μεταξύ των ράβδων.

Επρόκειτο για παιχνίδι κατασκευών, που κυκλοφορούσε σε ποικίλα μεγέθη, (όσο πιο ακριβά πλήρωνες, τόσο περισσότερα τεμάχια περιείχε) και που στην συσκευασία του περιέχονταν διάφορα κατασκευαστικά σχέδια προς εκτέλεση, από απλά γεωμετρικά σχήματα μέχρι, ας πούμε, τον πύργο του Άιφελ! Μπορούσες όμως και να κατασκευάσεις και διάφορα αντικείμενα δικής σου εμπνεύσεως, (το λεγόμενο customizing).

Εγώ, π.χ., που το αγόρασα, τάχα μου, για τα παιδιά μου, έφτιαχνα πυραμιδοειδή σχήματα τα οποία, ένωνα μεταξύ τους κατά τις κορυφές τους.

Τα σημεία επαφής των κορυφών, ήταν δύο από τις μεταλλικές μπαλίτσες οι οποίες αποκτούσαν γερή πρόσφυση μεταξύ τους, λόγω του μαγνητικού πεδίου που δημιουργούσαν τα ραβδάκια.

Η δύναμη που τις συγκρατούσε ήταν μεγάλη, ενώ το σημείο επαφής τους στις επιφάνειές τους, ήταν απειροελάχιστο, (πλησιάζοντας αξιοθαύμαστα την θεωρητική έννοια του «σημείου»)!

Έδινα, λοιπόν, στροφική ροπή στο σχήμα, χρησιμοποιώντας το σαν σβούρα, με αποτέλεσμα η περιστροφή του να διαρκεί απίστευτα πολύ, λόγω της ελάχιστης τριβής μεταξύ των δύο μεταλλικών σφαιρών, τόσο, που να σου δίνει την ψευδή εντύπωση ότι δεν θα σταματήσει ποτέ να περιστρέφεται και μετά, καθόμουν και το χάζευα μέχρι να βαρεθώ!

Καλά το καταλάβατε: «Τα παιδία (γονείς) παίζει»!

 

Το θέμα με αυτά τα παιχνίδια είναι ότι, μετά από κάποιον καιρό, αρχίζουν να χάνονται, από λίγα μέχρι αρκετά από τα κομμάτια τους ενώ, μετά από περισσότερο καιρό, ξεχνιούνται ολόκληρα και εγκαταλείπονται, μέχρι να…

 

Μέχρι να γίνει μία μετακόμιση και να πέσουν ξανά, σχεδόν τυχαία, στα χέρια σου, όπερ και συνέβη σ’ εμένα!

Πρέπει να παραδεχθώ ότι με μεγάλη ευχαρίστηση ξαναβρήκα το συγκεκριμένο παιχνίδι, κι ας ήταν και μισερό από τις, κατά καιρούς, απώλειές του!

 

Κάποια στιγμή, επίσης σχεδόν τυχαία, έπιασα τρία τέσσερα από τα μαγνητάκια του στα χέρια μου και τα «έπαιξα» ανάμεσα στα δάκτυλά μου.

Αυτό ήταν!

Σιγά-σιγά, όλο και λιγότερο τυχαία, τα μαγνητάκια βρισκόντουσαν, όλο και πιο συχνά, ανάμεσα στα δάκτυλά μου, μέχρις ότου, χωρίς να το πολυκαταλάβω, έγιναν η καινούργια μου πιπίλα!

Πήραν την θέση του απολεσθέντος κομπολογιού του μπαμπά μου!

 

Εδώ, αρχίζουν οι δικές τους αταξίες:

Με τις ροπές που αναπτύσσονταν μεταξύ τους, λόγω του μαγνητικού τους πεδίου, κάποιες φορές, ξέφευγαν από τον έλεγχο των δακτύλων μου αλλά και από τον έλεγχό μου, γενικώς!

 

Είμαι λοιπόν, τις προάλλες στον μανάβη της γειτονιάς μας και ψωνίζω, έρχεται η ώρα να πληρώσω, βάζω το χέρι στην τσέπη μου, όπου τα χρήματά μου στριμώχνονται στον στενό χώρο της με τα μαγνητάκια μου, κι αυτά τα διαολεμένα, κάνουν μία μπραφ και σαλτάρουν έξω απ’ την τσέπη και με έναν αιφνιδιαστικό κρότο, πέφτουν στο πάτωμα διασκορπιζόμενα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα!

Σκύβω εγώ πάραυτα να τα βρω, εννοείται δεν τα βρίσκω, σκύβει μαζί μου κι ο ευγενέστατος μανάβης μας, ρωτώντας με «τι ακριβώς ψάχνουμε;» και, άντε εσύ τώρα να του εξηγήσεις, ότι κοτζάμ μαντράχαλος, συνταξιούχος παρακαλώ, ιατρός, παίζεις στα χέρια σου μανιωδώς, σαν να ήταν κομπολόι, τέσσερα μικρά μαγνητάκια, προσπαθώντας να εκτονώσεις νευρικότητα, αμηχανία, συσσωρευμένη ένταση κι άλλα πολλά που δεν εξηγούνται εύκολα!

Τέλος πάντων, δεν τα βρήκαμε τα μαγνητάκια, αλλά δεν με νοιάζει, διότι, χα (!), έχω κι άλλα, καβάτζα στο σπίτι, από το κουτσουρεμένο παιχνίδι των παιδιών μου (τάχατες)!

Εχθές, μπήκε η γυναίκα μου στο σπίτι χαμογελαστή, με αινιγματικό ύφος:

«Τι σου έχω εγώ;»

Εγώ, καχύποπτα: «Τι;»

Κάνει μια έτσι και μου δίνει τα χαμένα μου μαγνητάκια, που τα είχε βρει ο εξαιρετικός κύριος μανάβης μας ο οποίος, κάνοντας φασίνα, τα εντόπισε παγιδευμένα σε μία μεταλλική επιφάνεια κάτω από τον πάγκο του και μάς τα φύλαξε!

Πρέπει να σας πω ότι ο άνθρωπος, συνεχίζει να με χαιρετάει, χωρίς να με κοιτάει παράξενα!

 

Αταξία νούμερο δύο:

Έχω πάει θερινό σινεμά, βραδινή προβολή, με τα ξηροκάρπια μου, με την μπυρίτσα μου και με τα μαγνητάκια μου!

Α, όλα κι όλα, χωρίς αυτά δεν πάω πουθενά!

Ο κινηματογράφος σχεδόν άδειος.

Δηλαδή, εγώ και δυο κοπελίτσες, μάλλον φοιτήτριες.

Τελειώνει το έργο, σηκώνομαι, αρχίζω να περπατώ στον διάδρομο και πίσω μου έρχονται τα δυο κορίτσια.

Τα μαγνητάκια επαναστατούν, άνευ αποχρώντος λόγου, γλιστρούν μέσα από τα δάκτυλά μου πέφτουν κάτω και, τρακ, ο γνωστός κρότος, διαχωρίζονται εις τα εξ ών συνετέθησαν και σκορπίζουν σε μια πολύ μεγάλη ακτίνα, ελκυόμενα από τα μεταλλικά πόδια των πολυθρόνων!

Τα κορίτσια ήταν απίστευτα ευγενικά!

Βλέπουν ότι ψάχνω σαν να έχω χάσει κάτι και αρχίζουν να ψάχνουν μαζί μου χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς!

Πράγματι, η σκηνή παραπέμπει σε θέατρο του παραλόγου, προς κωμωδία θα έλεγα, με τον παππού στα τέσσερα, και με τα δυο, σαν τα γάργαρα νερά, άγνωστα κορίτσια, σκυφτά, να σαρώνουν σχολαστικά την περιοχή μεταμεσονυκτίως!

Να μην τα πολυλογώ, τα βρήκαμε τελικά τα γ@μημένα τα μαγνητάκια!

Προσπάθησα, είν’ αλήθεια, όσο καλύτερα μπορούσα, να εξηγήσω στις κοπέλες, απολογούμενος, τι ψάχναμε και γιατί, χωρίς όμως να είμαι βέβαιος, αν κρίνω από το ύφος τους, ότι τους έλυσα όλες τους τις απορίες!

 

Αταξία νούμερο τρία:

Βρίσκομαι σε μία ομαδική παρουσίαση βιβλίων, εγώ και, (εννοείται), τα μαγνητάκια μου.
Έχω παχύνει και το παντελόνι μου με στενεύει λίγο, δυσκολεύοντάς με να βάζω και να βγάζω τα μαγνητάκια στην, και από, την τσέπη μου.

Σκαρώνω, λοιπόν, την εξής πατέντα:

Με το πουκάμισο ριχτό έξω από το παντελόνι μου, (γνωστό κόλπο για να καμουφλάρεις την κοιλίτσα σου), βάζω τα δύο μαγνητάκια από την εσωτερική επιφάνεια τού, χαλαρά κινούμενου, υφάσματος του ρούχου και τα άλλα δύο από την εξωτερική!

Έτσι, τα μεν συγκρατούν, μπλοκάροντας με τα μαγνητικά τους πεδία τα δε, και, πρώτον, δεν χρειάζεται να τα βάζω/βγάζω από την τσέπη και, δεύτερον, τα έχω διαθέσιμα σε πρώτη ζήτηση, χωρίς να πέφτουν!

Μόνο που, είχα λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο και, στην προκειμένη περίπτωση, ο ξενοδόχος ήταν ένα σιδερένιο τραπεζάκι!

Μετά το τέλος της παρουσίασης, πηγαίνω να χαιρετίσω μία από τις συγγραφείς.

Περνώντας δίπλα από το τραπεζάκι-ξενοδόχο, έχω ξεχάσει την, ελευθέρως αιωρούμενη πατέντα μου, οπότε τρελαίνονται τα μαγνητάκια μου, σαν χτυπημένα από αιφνίδιο, σφοδρό έρωτα και ορμούν ακάθεκτα από το πουκάμισό μου προς το τραπεζάκι, με τον οικείο, πλέον, κρότο δίκην ριπής, ο οποίος, ευτυχώς, δεν ακούστηκε πολύ λόγω της οχλαγωγίας!

Έτσι είναι: Οι εφευρετικοί, αφηρημένοι παππούδες αιφνιδιάζονται από τους αιφνίδιους έρωτες, ειδικά τους σφοδρούς…

Ντράπηκα, ανάμεσα σε τόσους διανοούμενους να πέσω στα τέσσερα, (στο σινεμά, άλλο!) και ν’ αρχίσω να ψάχνω πού στον διάολο κατέληξαν τα τέσσερα μαγνητάκια μου, κι έτσι προσποιήθηκα ότι δεν τρέχει τίποτε, αποφασίζοντας να θυσιάσω την νέα μου πιπίλα και να την εγκαταλείψω στην συμπαθητική αυλή όπου έλαβε χώρα η εκδήλωση! Ούτως ή άλλως, είπαμε, είχα καβάτζα στο σπίτι!

Οι σερβιτόροι πρέπει να είναι ακόμη εκεί, γύρω απ’ το τραπεζάκι, σπάζοντας το κεφάλι τους να καταλάβουν τι ρόλο παίζουν αυτά τα τέσσερα μικρά, περίεργα αντικείμενα και πώς, στην ευχή, βρέθηκαν στον συγκεκριμένο χώρο!

 

Είναι αλήθεια ότι, αν μη τι άλλο, αυτές οι αταξίες με διασκεδάζουν και με κάνουν και γελώ, βοηθώντας με να ξεχνώ πού και πού το χαμένο κομπολογάκι του μπαμπά μου που θα το θρηνώ για πάντα…

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Μια χαλαρή ημέρα στην ιδιωτική TV, του Δημήτρη Κατσούλα
Ο κούκος, του Άγγελου Σπάρταλη
Καημένη Λάϊκα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.