
Ο Δημήτρης Κατσούλας είναι συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών. Παρουσιάζεται: “Εν συντομία λοιπόν, έχουμε και λέμε: Με καταγωγή από την Μεσσηνία, αποφάσισα εν μέσω Πανδημίας COVID-19, να αποχωριστώ την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, βρίσκοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μου Μουσική και Θέατρο, όπου παραμένουν οι μεγάλες μου Αγάπες. Μότο ζωής: ΥΠΝΟΣ, Ο ΜΙΣΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ|
![]()
Το μεσημεριανό λιοπύρι έκαιγε πάνω από τα πέτρινα σπίτια του χωριού, όταν η παρέα των γυναικών από την Αθήνα αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το ξωκλήσι του Αη Γιάννη. Με τα λευκά τους λινά, τα μεγάλα ψάθινα καπέλα και τα επώνυμα αθλητικά τους παπούτσια, έμοιαζαν σαν να ξεπήδησαν από σελίδες περιοδικού μόδας, τελείως ξένες με το κακοτράχαλο, τοπίο της ελληνικής υπαίθρου. Μαθημένες στους στρωμένους δρόμους και στην ασφάλεια των προστατευμένων αστικών χώρων, έρχονταν τώρα αντιμέτωπες με τη φύση στην πιο πρωτόγονη μορφή της.
Το μονοπάτι άρχισε να στενεύει και οι πρώτοι χαμηλοί θάμνοι έκαναν την εμφάνισή τους. Το πουρνάρι, ο αιώνιος φύλακας των Ελληνικών βουνών, στέκεται εκεί με τα σκληρά, αγκαθωτά του φύλλα, έτοιμο να δοκιμάσει την αστική τους λεπτότητα.
«Κορίτσια, προσοχή! Αυτό εκεί δεν είναι πουρνάρι;» φώναξε η Ελένη, μαζεύοντας έντρομη την αέρινη φούστα της γύρω από τα πόδια της. «Αν αρπάξει το ύφασμα, θα γίνει κομμάτια!».
«Παναγία μου, μη με ακουμπήσει! Έχω κάνει μόλις χθες λέιζερ και το δέρμα μου είναι σούπερ ευαίσθητο», απάντησε η Χριστίνα, κάνοντας ένα θεατρικό σάλτο προς την αντίθετη πλευρά του δρόμου, κοντεύοντας να χάσει την ισορροπία της. «Άσε που αν τρυπηθούμε, ποιος ξέρει τι μικρόβια έχουν αυτά τα άγρια φυτά!».
Για τις γυναίκες αυτές, ο φόβος για ένα ξαφνικό τσίμπημα δεν ήταν απλώς ο φόβος του σωματικού πόνου, αλλά η απειλή που δέχεται η καθώς πρέπει εμφάνισή τους. Ένα σκίσιμο στο μεταξωτό μαντήλι, στη φούστα ή μια γρατζουνιά στο δέρμα, φάνταζε με ολική καταστροφή.
Εκείνη την ώρα, ο μπάρμπα-Κώστας, ένας ηλικιωμένος ντόπιος με ροζιασμένα χέρια, φθαρμένο γιλέκο και άπλυτο κασκέτο, κατέβαινε το μονοπάτι τραβώντας μερικά ξερά κλαριά για το τζάκι. Στάθηκε, τις κοίταξε με ένα μισό χαμόγελο στα χείλη και σήκωσε το καπέλο του.
«Καλώς τις κοπελιές! Τι έπαθες, κόρη μου και χοροπηδάς σαν το κατσίκι;» ρώτησε τη Χριστίνα με τη βαριά, ντόπια και βλάχικη προφορά του.
«Κύριε Κώστα, αυτά τα πουρνάρια στην άκρη είναι επικίνδυνα! Είναι μόνο με αγκάθες στολισμένα. Δεν τα κλαδεύει κανείς; Θα τρυπηθούμε, θα σκίσουμε τα ρούχα μας!» παραπονέθηκε η Ελένη, δείχνοντας τον θάμνο σαν να επρόκειτο για κάποιο τοξικό είδος.
Ο μπάρμπα-Κώστας γέλασε με την καρδιά του, στηρίζοντας τα χέρια του στη γκλίτσα.
«Βρε ομορφιές, το πουρνάρι φοβάστε; Αυτό είναι το βουνό μας, έτσι φύτρωσε, δε δαγκώνει, αρκεί να μην το ζορίσεις. Άμα περνάτε σιγά-σιγά και δεν πέφτετε επάνω του σαν ν’ αγκαλιάζετε το ταίρι σας , δεν σας πειράζει».
«Ναι, αλλά αν γρατζουνιστούμε; Υπάρχει κάποιο φαρμακείο εδώ κοντά για αντισηπτικό;» επέμεινε η Χριστίνα, κοιτάζοντας με φόβο μια μικρή σαν ψείρα κόκκινη κουκκίδα αίματος στο τελευταίο της μόδας σανδάλι της.
«Φαρμακείο έχουμε στην πολύ πιο κάτω πλατεία, αλλά άμα σε τρυπήσει το πουρνάρι, το μόνο που θέλει είναι λίγο σάλιο και να μάθεις να κοιτάς πού πατάς», είπε ο γέροντας κλείνοντάς τους το μάτι. «Άντε, πηγαίνετε στο καλό και μη φοβάστε. Το βουνό θέλει σεβασμό, όχι φόβο. Και προσέχετε τα ρούχα σας τα μεταξωτά, γιατί το πουρνάρι δεν ξέρει από μάρκες».
Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, άλλες ενοχλημένες κι άλλες μετανιωμένες για την υπερβολή τους. Συνέχισαν τον δρόμο τους πιο προσεκτικά, μαζεύοντας τις άκρες των ενδυμάτων τους, ενώ το γέλιο του μπάρμπα-Κώστα αντηχούσε ακόμα πίσω τους, σβήνοντας μέσα στο θρόισμα των αγκαθωτών φύλλων.
Όταν οι γυναίκες έφτασαν επιτέλους στο πλάτωμα, η θέα από ψηλά τους έκοψε την ανάσα. Το πέτρινο ξωκλήσι του Αη Γιάννη στεκόταν εκεί για αιώνες, περιτριγυρισμένο από έναν πυκνό, καταπράσινο αλλά και απειλητικό περίβολο από αιωνόβια και πυκνά στο φύλλωμα πουρνάρια. Η αυλόπορτα του ναού ήταν μισάνοιχτη, αλλά για να φτάσουν μέχρι εκεί έπρεπε να διασχίσουν ένα στενό πέρασμα, όπου τα αγκαθωτά κλαδιά είχαν μεγαλώσει τόσο, που σχεδόν ενώνονταν μεταξύ τους, καθιστώντας το πέρασμά τους βασανιστικό έως αδύνατο.
«Αποκλείεται. Εγώ δεν μπαίνω εκεί μέσα», δήλωσε η Χριστίνα, σταματώντας απότομα. «Αυτό δεν είναι πέρασμα, είναι η ζώνη του λυκόφωτος για την επιδερμίδα μου. Κοίτα πώς προεξέχουν τα μυτερά τους αγκάθια!».
«Έλα τώρα, φτάσαμε μέχρι εδώ», προσπάθησε να την εμψυχώσει η Ελένη, αν και η ίδια κοιτούσε το πουρνάρι με έκδηλη ανησυχία. «Θα πάμε μία-μία, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά. Σαν πιγκουίνοι καλή μου!».
Εκείνη τη στιγμή, η βαριά ξύλινη πόρτα του ξωκλησιού άνοιξε και έκανε την εμφάνισή της η κυρά-Λουκία, η νεωκόρος, κρατώντας ένα μεγάλο πανέρι με φρεσκοπλυμένα καντήλια. Φορούσε τα μαύρα της ρούχα, τα δε πόδια της ήταν γυμνά από κάλτσες όπου έβγαζαν μάτι οι τρίχες που δεν είχαν ποτέ περιποιηθεί. Βάδιζε ανάμεσα στα πουρνάρια με την άνεση ανθρώπου που περπατά σε χαλί.
«Καλώς τα κορίτσια! Περάστε, περάστε μέσα να ανάψετε ένα κεράκι», τις φώναξε με μια φωνή γεμάτη ζεστασιά.
«Κυρία Λουκία, φοβόμαστε να περάσουμε! Θα γίνουμε χίλια κομμάτια από τα αγκάθια», παραπονέθηκε η Χριστίνα, δείχνοντας το στενό πέρασμα.
Η κυρά-Λουκία τις κοίταξε, ύστερα έριξε μια λοξή ματιά προς τα πουρνάρια και άφησε ένα μικρό αναστεναγμό.
«Βρε βλογημένες, το πουρνάρι του Αη Γιάννη είναι ευλογημένο, δεν πληγώνει Χριστιανό. Εμείς εδώ μεγαλώσαμε μέσα σε τούτα τα βουνά. Δείτε με εμένα, έπαθα τίποτα;» είπε και, για να τους το αποδείξει, άπλωσε το χέρι της και παραμέρισε ένα μεγάλο κλαρί με γυμνά χέρια, χωρίς καν να νοιώσει το τρύπημα από το καταπράσινο και αγκαθωτό πουρνάρι.
«Ναι, αλλά η δική σας επιδερμίδα είναι μαθημένη», ψιθύρισε η Ελένη, κοιτάζοντας τα δικά της περιποιημένα χέρια. «Εμάς θα μας σκίσει…».
Η γερόντισσα χαμογέλασε πονηρά.
«Ακούστε να σας πω: Άμα το φοβάσαι το πουρνάρι, σε μυρίζεται σαν το σκυλί και σε γρατζουνάει, άμα περάσεις με το κεφάλι ψηλά και του δείξεις ότι δεν το λογαριάζεις, λυγίζει μόνο του σαν να σε προσκυνάει και σου ανοίγει το δρόμο. Για κοπιάστε, πάρτε βαθιά ανάσα και ελάτε, κορίτσια».
Παίρνοντας κουράγιο, η Ελένη έκανε το πρώτο βήμα. Μάζεψε τη φούστα της σφιχτά γύρω από τους καλοθρεμμένους γοφούς της, κράτησε την αναπνοή της και πέρασε με γρήγορα, νευρικά βήματα. Ένα αγκάθι ακούμπησε ελαφριά τον ώμο της, κάνοντάς την να βγάλει μια μικρή κραυγή, αλλά η λινή της φούστα άντεξε.
«Πέρασααα! Χριστίνα, ζεις, έλα, δεν πάθαμε τίποτα!» φώναξε θριαμβευτικά από την εσωτερική αυλή.
Η Χριστίνα, με τα μάτια μισόκλειστα και κάνοντας το σταυρό της, ακολούθησε με μια κίνηση που θύμιζε περισσότερο φιγούρα σύγχρονου χορού, προσπαθώντας να αποφύγει κάθε πιθανή επαφή. Όταν βρέθηκε σώα και αβλαβής στην αυλή, ανέπνευσε με ανακούφιση: «Καλέ, πώς τα αντιμετωπίζετε εσείς οι επαρχιώτες τα πΥρνάρια, εδώ στα χωριά που ζείτε;», κάνοντας τις φίλες της να ξεκαρδιστούν από τα γέλια.
«Τελικά, ίσως ο φόβος να ήταν μεγαλύτερος από το ίδιο το πουρνάρι», ομολόγησε η Χριστίνα, κοιτάζοντας πίσω της το «θεριό» που μόλις είχε νικήσει.
«Είδατε;» είπε η κυρά-Λουκία, προσφέροντάς τους από ένα Πατρινό λουκούμι, κάτι που συνηθίζεται σε μοναστήρια και ξωκλήσια. «Το βουνό μας είναι άγριο, αλλά άμα το περπατήσεις, σε ημερεύει, σε γλυκαίνει. Ανάψτε τώρα το κεράκι σας και αφήστε τα πουρνάρια να φυλάνε την πόρτα του Άγιου».
Καθώς ο ήλιος άρχισε να γέρνει πίσω από τις βουνοκορφές, βάφοντας τον ουρανό με πορτοκαλί και μοβ αποχρώσεις, οι γυναίκες πήραν τον δρόμο της επιστροφής για τον ξενώνα του χωριού. Η κάθοδος ήταν πολύ πιο ήρεμη. Τα πουρνάρια, που πριν φάνταζαν σαν επιθετικοί εχθροί, τώρα έμοιαζαν απλώς με το φυσικό πλαίσιο ενός αυθεντικού, άγριου τοπίου.
Καθισμένες αργότερα στο μπαλκόνι, με τη δροσιά του βουνού να αντικαθιστά τη ζέστη της ημέρας και πίνοντας ένα ντόπιο λικέρ από μούρα, άρχισαν τον απολογισμό της περιπέτειάς τους:
«Ξέρεις κάτι;» είπε η Χριστίνα, περιεργαζόμενη μια ανεπαίσθητη, μικροσκοπική γρατζουνιά στον αστράγαλό της, την οποία πλέον κοιτούσε σαν παράσημο ανδρείας. «Στην Αθήνα έχουμε συνηθίσει να είναι όλα αποστειρωμένα. Όλα λεία, προστατευμένα, προβλέψιμα. Μας τρομάζει οτιδήποτε έχει αγκάθια, ακόμα και τα ελαφρώς προεξέχοντα νύχια των μουσικών μας συντρόφων».
«Έχεις δίκιο», συμφώνησε η Ελένη, χαμογελώντας. «Φτάσαμε εδώ με τον αέρα της πρωτεύουσας, νομίζοντας ότι η φύση πρέπει να προσαρμοστεί στα λινά και αέρινά μας ρούχα και στις ευαίσθητες επιδερμίδες μας. Αλλά ο μπάρμπα-Κώστας και η κυρά-Λουκία μας έδωσαν ένα γερό μάθημα. Το πουρνάρι δεν είναι κακότροπο και δύστροπο· είναι απλώς ο εαυτός του. Ανθεκτικό, περήφανο και προστατευτικό για εκεί που πρέπει».
Ο φόβος τους για το τρύπημα είχε δώσει τη θέση του σ’ έναν βαθύ σεβασμό για την επαρχία. Κατάλαβαν ότι η ομορφιά αυτού του τόπου κρυβόταν ακριβώς στην έλλειψη συμβιβασμών. Οι άνθρωποι εδώ δεν προσπαθούσαν να δαμάσουν το περιβάλλον, αλλά είχαν μάθει να ζουν σε αρμονία μαζί του, αποκτώντας την ίδια σκληρή αλλά δίκαιη αλήθεια που είχαν και τα δέντρα τους.
Όταν την επόμενη ημέρα επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο για την επιστροφή, πήραν μαζί τους και τοπικά προϊόντα (τραχανάδες, χυλοπίτες και πήλινα αναμνηστικά). Η πόλη τις περίμενε με τους ασφαλείς δρόμους της, αλλά ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς τους είχε μείνει πίσω, εκεί ψηλά στις πλαγιές, όπου τα πουρνάρια φύλαγαν τα μυστικά του βουνού και οι άνθρωποι ήξεραν να γιατρεύουν τις γρατζουνιές με λίγο σάλιο, καθαρό αέρα και ποτέ γάζες στα σχισίματα των χεριών, ποδιών, προσώπων ή όπου αλλού αγγυλώνονταν από τα μικρά αλλά και τα βαθύσκιωτα πουρνάρια τους.
Σημείωση: Αφορμή για το κείμενο – το οποίο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας – ήταν η διήγηση της «περιπέτειας» που έζησε η αγαπημένη μας φίλη Μυρτώ, η οποία τις φετινές της διακοπές τις πέρασε σε παραδοσιακό χωριό της Αρκαδίας, φιλοξενώντας μας στο σπίτι της για λίγες ώρες, πριν την αναχώρησή μας για Μιλάνο. Τώρα, εάν θα λάβει και τη μορφή ντοκιμαντέρ, είναι μια σκέψη.
Αθήνα, 31 Αυγούστου 2026


Το σκίτσο είναι του Βαγγέλη Παυλίδη

Στηρίξτε-Ενισχύστε την iΠόρτα με τη δική σας χορηγία…