
Η Ματίνα Ράπτη -Μιληλήέχει πτυχίο Κοινωνιολογιας και η πτυχιακή της εργασία ήταν πάνω στην κακοποίηση ανηλίκων. Γράφει μικρές ιστοριες που εχουν να κάνουν με το σήμερα και το χθες. Της αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω της και να ακούει τις ιστορίες τους.

Μας ζηλεύουνε, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Μας έχουν βάλει στο μάτι. Είμαστε δακρυλοδεικτούμενοι κι από το σύμπαν το ίδιο. Το σύμπαν, το γνωστό, όχι κανένα παράλληλο, μίαν ωραίαν πρωίαν, κει που μέτραγε τις μαύρες τρύπες του και βαριότανε που ζούσε, είπε: [ ] “Να, αυτοί εκεί, στην άκρη της Μεσογείου, σαν πολύ ησυχία δεν έχουν; Εκεί, εκεί, θα στείλω τις εφτά πληγές του Φαραώ να μην δούνε άσπρη μέρα.
Α, και τώρα που τους κοιτάω φούντωνω κιόλας γιατί τους θυμήθηκα…τα πουλάκια μου. Αυτοί δεν είναι που μου έχουν γανώσει τον εγκέφαλο με την αρχαιότητα και τον Πλάτωνα και τους θεούς Ολύμπου και το φιλότιμο και την φέτα και τον μουσακά, που δεν είναι καν δικός τους;!Α, τα ψώνια, τα λαμόγια των Βαλκανίων, τους τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας! Μωρέ θα τους στείλω εκεί τις τσούχτρες γιατί τόσα χρόνια με τις σαλούφες και τα ζελεδάκια ψηλά τον είχαν τον αμανέ. Κι αν δεν γίνει δουλίτσα με τις μωβ, αυτές με τα δηλητηριώδη πλοκάμια αμολάω τους καρχαρίες να έρθουν να λαχταρήσουν. Να βάζουν το πόδι τους στην θάλασσα και να σκέφτονται τον Σπίλμπεργκ τουρου, ρουρου, ρουρου, ρουρου… Εγκεφαλικόοοο. Να πλατσουρίζουν στο μισό μέτρο και να κάνουν τάματα στην Μεγαλόχαρη μη βρεθούν με το’να χέρι στο χέρι και τ’ άντερα τους κοκορέτσι. Κι αν δεν πιάσει κι αυτό, που δεν θα πιάσει, τους θυμάμαι εγώ τί σκεπάρνια ήταν από τον καιρό του Μέγα Αλέξανδρου, άλλη ψωνάρα κι αυτός, θα στείλω το βαρύ πυροβολικό. Τους λαγοκέφαλους ντε. Αυτά τα ψαράκια που στην αρχή τα είχα φτιάξει να κουρεύουν τα λιβάδια της Ποσειδωνίας και να μασουλάνε κοράλλια. Σαν χλοοκοπτικά ένα πράμα.
Κηπουροί ήταν τα έρμα, και μερικά γλύπτες, τώρα πώς βρέθηκαν να μασουλάνε κονσερβοκούτια και κουτάκια αναψυκτικών στην τηλεόραση, τί να πω! Λίγο οι πολεμοι, λίγο που μου κάνανε τις θάλασσες σκουπιδαριο και έβρασε ο τόπος, ε, χάσανε τα νερά τους και τα λογικα τους μαζί…Πολύ θέλει;
Εντωμεταξύ αλλού τα είχα βάλει εγώ, αλλού τα βρήκα και ημίτρελα! Ήταν μια χαρά ψαράκια, με τα δοντάκια τους τα χαριτωμένα, τα χειλάκια τους τα φουσκωτά, ένα δέρμα χέλι, τις βουλίτσες τους. Γλύκες ήτανε, σαν λαγουδάκια! Αφού ένας πρωτοξάδελφος τους είχε κάνει καριέρα στον κινηματογράφο, ο Φούσκας της Άριελ. Αλλά, δεν θέλει και πολύ το ψάρι να το χάσει. Στο τέλος δεν θυμοντουσαν τί είναι φαΐ και τι όχι. Σαν τα ροντβάιλερ ένα πράμα. Παχύνανε γίνανε σαν τις φάλαινες… Φτύστο φτύστο πουλάκι μου θα πνιγείς ( πού λέει ο λόγος) τους έλεγα. Τίποτα αυτά, ό,τι έβλεπαν να το μασουλησουν. Αν δεν έβγαιναν Μεσόγειο θα τα έβαζα για συρραπτικά στην εφορία των επτά θαλασσών. Έτσι που κατάντησαν, βουλιμικά και με διπολική διαταραχή καραμπινάτη θα τα στείλω Αιγαίο στους τεμπελχανάδες μετά τους καρχαρίες. Ταμάμ!
Κι αν δεν πιάσει κι αυτό, ε, τι να πω; Θα απολύσω τα πιράνχας!
Άντε βρε και καλό καλοκαίρι…


Το σκίτσο είναι του Βαγγέλη Παυλίδη

Στηρίξτε-Ενισχύστε την iΠόρτα με τη δική σας χορηγία…