Ανοιχτή πόρτα

Ούτε μία λέξη από τον ΠΘ για το εργατικό ατύχημα, ευτυχώς η Εκκλησία συμμετέχει στο πένθος, του Μάνου Λαμπράκη

Spread the love

Ο Μάνος Λαμπράκης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. 

Βιολάντα – Αυτές είναι οι τέσσερις νεκρές γυναίκες από την έκρηξη στο εργοστάσιο: Νέες μητέρες με παιδιά - Στο 1ο σχόλιο

Ούτε μια λέξη.

Ούτε ένα δημόσιο μήνυμα.

Ούτε ένα λεπτό σιγής στη Βουλή.

Ούτε μια στοιχειώδης πράξη συλλογικού πένθους.

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση που μιλά καθημερινά για «ανάπτυξη», «επενδύσεις», «σταθερότητα», δεν βρήκαν ακόμη τον χρόνο να σκύψουν το κεφάλι.

Όχι να απολογηθούν.

Να αναγνωρίσουν.

Να πουν: εδώ χάθηκαν άνθρωποι που δούλευαν. Εδώ η χώρα οφείλει σιωπή και σεβασμό.

Γιατί το εθνικό πένθος είναι ο τρόπος μιας πολιτείας να πει: αυτοί οι θάνατοι μας αφορούν όλους.

Όταν δεν κηρύσσεται πένθος, δεν σημαίνει ότι «δεν προβλέπεται».

Σημαίνει ότι ιεραρχείται αλλιώς η αξία της ζωής.

Ότι κάποιοι θάνατοι χωράνε σε δελτία ειδήσεων, αλλά όχι στη συλλογική συνείδηση.

Ότι η εργασία παραμένει αόρατη μέχρι να καεί μαζί με τους ανθρώπους της.

Ένα λεπτό σιγής στη Βουλή δεν θα έφερνε πίσω καμία από αυτές τις γυναίκες.

Αλλά θα έλεγε κάτι κρίσιμο:

ότι η Δημοκρατία δεν σιωπά όταν καίγονται οι πιο εκτεθειμένοι.

Ότι το Κοινοβούλιο θυμάται πως εκπροσωπεί και αυτούς που ξυπνούν χαράματα για το μεροκάματο.

Η απουσία λόγου είναι κι αυτή λόγος.

Και λέει πολλά.

Λέει ότι η εργασία συνεχίζει να θεωρείται ιδιωτικό ρίσκο.

Ότι ο θάνατος στον χώρο δουλειάς παραμένει «ατύχημα».

Ότι η πολιτεία εμφανίζεται μόνο για να διαχειριστεί την εικόνα, όχι το πένθος.

Βούλα Μπουκουβάλα, μητέρα τριών παιδιών

Βασιλική Σκαμπαρδώνη, μητέρα δύο παιδιών

Έλενα Κατσαρού, μητέρα ενός παιδιού

Αναστασία Νάσιου

Αυτά είναι τα πρόσωπα των τεσσάρων από τις 5 απανθρακωμένες εργάτριες και θέτουμε ένα απλό ερώτημα που δεν χρειάζεται ρητορική:

Γιατί δεν μιλάει η κυβέρνηση;

Γιατί δεν πενθεί επίσημα η χώρα;

Γιατί όταν μια πολιτεία δεν βρίσκει ούτε ένα λεπτό σιγής για τους νεκρούς της,

τότε το πρόβλημα δεν είναι η συγκυρία.

Είναι η στάση.

Αυτά τα κορίτσια δεν ήταν «παράπλευρες απώλειες».

Ήταν εργαζόμενες.

Ήταν ζωή.

Και η σιωπή απέναντι στον θάνατό τους

είναι κι αυτή μια πολιτική πράξη.


Και ξαφνικά εμφανίζονται στιγμές που η Εκκλησία δεν καλείται να μιλήσει περισσότερο, αλλά να σιωπήσει σωστά.Να σταθεί.Να παύσει.Να μεταθέσει το κέντρο της από τη χαρά στον πόνο,όχι ως άρνηση της ελπίδας, αλλά ως συμμετοχή στο τραύμα.

Η σεμνή πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου

Μητροπολίτη Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης, η παύση και ο περιορισμός των λατρευτικών και κοινωνικών εκδηλώσεων, λόγω της διοικητικής σχέσης της Μητρόπολης με τα Τρίκαλα της νέας εθνικής τραγωδίας, είναι πράξη βαθιά χριστολογική.

Γιατί ο Χριστός δεν μπήκε στον κόσμο πανηγυρίζοντας.

Μπήκε κλαίγοντας.

Δεν στάθηκε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο ως εξηγητής,

αλλά κατέβηκε μέσα του ως συμπάσχων.

Η Εκκλησία, όταν είναι αληθινά Εκκλησία, δεν προχωρά σαν να μη συνέβη τίποτα.

Στέκεται.

Γιατί γνωρίζει, και αυτό είναι θεολογία, ότι ο πόνος του άλλου δεν «ξεπερνιέται»,

αλλά συμμερίζεται.

«χαίρειν μετὰ χαιρόντων,

κλαίειν μετὰ κλαιόντων»

(Ῥωμ. 12,15)

Αυτό δεν είναι ηθική προτροπή.

Είναι εκκλησιολογία.

Η απόφαση της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης να ζητήσει συμπροσευχή και να μετατρέψει τον εορτασμό σε πένθος,

μας θυμίζει κάτι που συχνά ξεχνάμε:

ότι η λατρεία χωρίς μνήμη του πάσχοντος γίνεται κενή,

και η δοξολογία χωρίς δάκρυ κινδυνεύει να γίνει θόρυβος.

Η παύση εδώ δεν είναι άρνηση της χαράς των αγίων.

Είναι σεβασμός στο ραγισμένο σώμα του ανθρώπου.

Και αυτό είναι βαθιά ευαγγελικό.

Ο Χριστός δεν έσπευσε να αναστήσει τον Λάζαρο

χωρίς πρώτα να σταθεί μπροστά στον τάφο και να δακρύσει.

«ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς»

(Ἰω. 11,35)

Δεν είναι τυχαίο.

Τα δάκρυα προηγούνται της Ανάστασης.

Όχι ως αδυναμία, αλλά ως αναγνώριση του πόνου ως πραγματικότητας.

Γι’ αυτό και αυτή η πρωτοβουλία δεν θα έπρεπε να μείνει τοπική.

Δεν αφορά μόνο έναν τόπο.

Αφορά το σώμα ολόκληρο.

Και το σώμα της Εκκλησίας, όταν πονά ένα μέλος του,

δεν συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα.

Θα έπρεπε όλες οι Μητροπόλεις της Ελλάδας να αφιερώσουν την αυριανή ημέρα σε συμπροσευχή για τα θύματα αυτής της τραγωδίας.

Όχι ως συμβολισμό.

Ως εκκλησιαστική ευθύνη.

Γιατί η προσευχή δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα.

Είναι ο μόνος τρόπος να την αντέξεις χωρίς να την απανθρωπίσεις.

Η Ορθόδοξη παράδοση δεν υπόσχεται εύκολες απαντήσεις.

Δεν εξηγεί τον θάνατο.

Δεν τον δικαιολογεί.

Τον διασχίζει.

«οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν,

ἀλλὰ ζώντων»

(Ματθ. 22,32)

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος εξαφανίζεται.

Σημαίνει ότι ο πόνος δεν μένει μόνος.

Η συμπροσευχή είναι το τελευταίο καταφύγιο της Εκκλησίας

όταν ο λόγος τελειώνει.

Είναι η στιγμή που η Εκκλησία λέει:

δεν έχουμε τι να πούμε,

αλλά είμαστε εδώ.

Και αυτό, σήμερα, είναι παρηγοριά.

Όχι γιατί απαλύνει τον πόνο,

αλλά γιατί δεν τον εγκαταλείπει.

Σε μια εποχή όπου όλα συνεχίζονται κανονικά, η παύση γίνεται μαρτυρία.Σε μια εποχή όπου όλα ξεχνιούνται γρήγορα, η μνήμη γίνεται αντίσταση.


SHARE
RELATED POSTS
Άϊ Βασίλη μου… μια ροδίτσα στον κήπο μου!, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Ανακοινώθηκε από τον Πρόεδρο της ΝΔ η κα Ιωάννα Καλαντζάκου Υποψήφια Βουλευτής Βόρειου Τομέα Β’Αθηνών
Βυθισμένα βλέμματα στους καθρέφτες του αλλόκοτου  ( Για την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας ), του Ηλία Καραβόλια 

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.