Πόρτα στη Μουσική

Lou Reed: ο αναντικατάστατος, του Στάθη Παναγιωτόπουλου

Spread the love
 
 
 
Στα μέσα της δεκαετίας του 70, οι λιγοστοί φίλοι από το γυμνάσιο που ακούγαμε ροκ, για κάποιον λόγο που τώρα πια αδυνατώ να θυμηθώ, βγαίναμε βόλτα με τους δίσκους μας (τα LP) παραμάσχαλα, σα να τους βγάζαμε βόλτα. Ένας μας είχε ένα δίσκο των Deep Purple, άλλος έναν των Ramones, ένας των Queen και τους μοιραζόμασταν εκ περιτροπής, τόσο στο πικάπ όσο και στη βόλτα. Επαναλαμβάνω, δε θυμάμαι γιατί ακριβώς το κάναμε αυτό, αλλά είχε πλάκα και νιώθαμε ότι επιδεικνύουμε τα…εικονίσματά μας. Ο Στέφανος πήγαινε στο ίδιο σχολείο αλλά ήταν καναδυό χρόνια μεγαλύτερος (το χάσμα των γενεών!) και φυσικά μας έβλεπε λίγο περιφρονητικά, κι εμάς και τη μουσική μας. Αυτός είχε παραμάσχαλα το Rock n Roll Animal του Lou Reed, και δεν έχανε ευκαιρία να μας πει ότι “αυτά που ακούτε είναι αηδίες, εδώ είναι η μουσική!”, δείχνοντάς μας το εξώφυλλο με μια φλου φωτογραφία ενός ανδρόγυνου πλάσματος με μακιγιάζ και μεταλλικά στολίδια.
 
Σαν τα πρόβατα μαζέψαμε λίγες δραχμές κι αγοράσαμε συνεταιρικά το δίσκο. Αποκάλυψη. Ξεκινά με μια ορχηστρική εισαγωγή όπου οι κιθάρες των Steve Hunter/ Dick Wagner κεντάνε, και σε κανένα τρίλεπτο πιάνουν το ριφ του Sweet Jane, ακούγονται έντονα χειροκροτήματα και στο μυαλό έρχεται η εικόνα ότι βγαίνει στη σκηνή το ανδρόγυνο πλάσμα με την παράξενη, ελαστική φωνή κι αποθεώνεται. Και μετά ακολουθεί το Heroin, σε μια δεκάλεπτη σχεδόν εκτέλεση. Αυτό ήταν, παραδεχόμαστε το δίκιο που είχε ο μεγαλύτερος και από τότε είμαστε “βαμμένοι” φανς του Lou Reed. Κυκλοφορούν τα πρώτα μουσικά περιοδικά, και οι φωτογραφίες του (με βαμμένα μαύρα νύχια, ω Θεοί!) είναι ίσως ακόμη πιο γοητευτικές από τη μουσική την ίδια.

 

 

Μεγαλώνοντας, έμαθα για τους Velvet Underground και το πόσο επιδραστικοί ήταν, αντίθετα με όλους τους άλλους που, λέει ο θρύλος, ακούγοντας το άλμπουμ τους με τη μπανάνα παρακινήθηκαν να σχηματίσουν συγκρότημα, τράβηξα προς τη μουσική δημοσιογραφία. Πέρασαν πολλά χρόνια και ο Reed έπαψε κάποτε να είναι στην κορυφή της δημοσιότητας, τον παρακολουθούσα όμως πάντα με προσοχή, άλλωστε αυτές οι πρώτες παιδικές επιρροές μένουν ανεξίτηλες. Παρακολουθώντας την πορεία του παράλληλα ανακάλυπτα και τα παλιότερα άλμπουμ, εκείνο το επικό Berlin του Bob Ezrin, το Transformer του Bowie, ακόμη και το παράξενο, σχεδόν αδύνατο να το ακούσεις Metal Machine Music.

 

 

Και παρατήρησα ότι πάντα έκανε το δικό του, δεν ακολούθησε μόδες, δεν έγραψε ντίσκο, δε μπήκε στο lifestyle, πάντα οδηγούσε, συχνά με δυσμενές εμπορικό αποτέλεσμα.

 

 

 

Ήρθε στην Ελλάδα, τον είδα live, ήταν ακόμα πιο μαγνητικός. Τον γνώρισα φευγαλέα (χάρη στο μακαρίτη το Νίκο Σαχπασίδη), ήταν σοβαρός, αυστηρός αλλά το μάτι το γυάλιζε κι είχε ένα αδιόρατο χαμόγελο, σα να σου έλεγε, “δεν είμαι το τέρας που νομίζεις, έχω χιούμορ κι είμαι ωραίος τύπος, αλλά θέλει προσπάθεια για να το ανακαλύψεις”.
 
Ήταν αυτό που λένε “maverick”, ζητώ συγνώμη που δε μπορώ να το μεταφράσω ακριβώς, δεν έμπαινε σε καλούπια, χάραζε πάντα το δικό του δρόμο, ήταν κατά κάποιο τρόπο ξένο σώμα στη μουσική βιομηχανία που, αν θέλεις να βγάλεις λεφτά και φήμη, πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθήσεις τους κανόνες της.
 
Μπορούσε πολύ εύκολα να γράψει χιτάκια (ποιος ξέρει ότι έκανε αυτήν ακριβώς τη δουλειά, γράφοντας επιτυχίες κατά παραγγελία στη δεκαετία του 60;), αλλά αν η ψυχή του το υπαγόρευε, προτιμούσε να βγάλει έναν διπλό, εξαιρετικά δύσκολο και ιδιόρρυθμο δίσκο με τους Metallica, έναν δίσκο (Lulu) που κανείς δεν κατάλαβε, λιγότερο απ όλους οι οπαδοί των Metallica.
 
Εγώ, γι αυτήν του την ιδιορρυθμία θα τον θυμάμαι. Αλλά και για τα οριακά τραγούδια, μεγάλες επιτυχίες όπως το Vicious, Walk on the Wild Side, Perfect Day, I Love You Suzanne.
Στο τέλος, δεν έζησε όσο θα μπορούσε, μια ολόκληρη ζωή καταχρήσεων (οι οποίες όμως ενέπνευσαν ίσως τις σημαντικότερες μουσικές του) τον έρριξαν στο καναβάτσο. Δυσάρεστο, αλλά αναμενόμενο.
Εμείς οι παλιοί λέμε συχνά (και συχνά έχουμε άδικο!) ότι “δε βγαίνει πια τέτοια μουσική”. Στην περίπτωση του Lou Reed έχουμε δίκιο. Κανείς δεν ήταν σαν κι αυτόν και κανείς δε θα ξαναβγεί που να του μοιάσει. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους, λένε, κι ένα νεκροταφείο κάπου στο Μπρούκλιν (υποθέτω) θα έχει να επιδείξει έναν αληθινό αναντικατάστατο.

 

 

 

 

 

Lou Reed & Metallica “Lulu”
Velvet Underground
 

 

SHARE
RELATED POSTS
Ἀνακαλύπτοντας θησαυρούς τοῦ παρελθόντος, του Τάσου Γέροντα
Το τραγούδι της Κυριακής
Τα 15 μου τραγούδια, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.