Πόρτα στην Ιστορία

Ερμούπολη: μια πόλη, μια ιστορία, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου (μέρος β’)

Spread the love

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στην Σύρο, θα περάσουμε σε δύο αλληλένδετους και σημαντικότατους για εκείνη τομείς: το εμπόριο και την βιομηχανία.


Η πρωτεύουσα της Σύρου – βασικός συνδετικός κρίκος του εμπορίου ανάμεσα στη «Δύση» και την «Ανατολή» αποτελούσε το σημαντικότερο διαμετακομιστικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, («αποθήκη της Ανατολικής Μεσογείου» την ονομάζει η ιστορικός Αγριαντώνη)– είχε αναμφισβήτητα όλα τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης, για τα δεδομένα της εποχής, «δυτικής» πόλης ή μάλλον μιας «δυτικής» πόλης στην «Ανατολή» ή στις «παρυφές» της «Ανατολής». Ήταν ένα λιμάνι που λειτουργούσε μέσα στον ενιαίο οικονομικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά παράλληλα ήταν ενταγμένο πολιτικά στην Ελλάδα. Η ιδιαιτερότητα αυτή έδωσε βέβαια μια προνομιακή θέση στην Ερμούπολη στον ευρύτερο οικονομικό χώρο της Εγγύς Ανατολής. Με την απογραφή του 1870 η Ερμούπολη είχε περίπου 21.000 κατοίκους και ήταν η δεύτερη πόλη σε πληθυσμό μετά την Αθήνα που είχε μόλις τους διπλάσιους (44.000). Σημειώστε ότι σήμερα (2013) ολόκληρο το νησί έχει 21.500 κατοίκους!

Το εμπόριο, εισαγωγικό και διαμετακομιστικό, αποτελούσε για το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα το κέντρο της οικονομίας της «πόλης του Ερμή» και κυριαρχούσε ολοκληρωτικά επί των άλλων τομέων της οικονομίας. Όπως ήταν επόμενο, η τάξη των εμπόρων κεφαλαιούχων, εφοπλιστών και τραπεζιτών αποτελούσε την άρχουσα τάξη της πόλης.
Συγκεκριμένα επί τέσσερις δεκαετίες η Ερμούπολη θα είναι το πρώτο εισαγωγικό λιμάνι της χώρας. Την περίοδο 1840-1860, το 50% του συνόλου των ελληνικών εισαγωγών σε αξία περνά από τη Σύρο. Οι εμπορικές και τραπεζικές πράξεις αποτελούν μέρος της καθημερινότητας. Η Σύρα θα γίνει και το κέντρο της ιστιοφόρου εμπορικής ναυτιλίας που ανασυγκροτείται ταχύτατα, μετά τις καταστροφές του πολέμου, και θα ξαναβρεί την κυρίαρχη θέση της στην ακτοπλοϊα του Αιγαίου, αλλά και στη μεταφορά των δημητριακών από τη Μαύρη Θάλασσα και τις εκβολές του Δούναβη στη Μασσαλία και το Κάδιξ.

Ο στόλος των παλαιών ναυτιλιακών κέντρων, που ανθούσαν ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, είχε στο μεγαλύτερο μέρος του καταστραφεί κατά την επανάσταση. Η Σύρος συγκεντρώνει τώρα τα καινούργια και τα μεγαλύτερα ιστιοφόρα. Στο λιμάνι της είναι νηολογημένα 468 πλοία το 1840 και 635 το 1855, δηλαδή το 15% του συνόλου των πλοίων με ελληνική σημαία και στις δύο χρονολογίες. Αλλά στο σύνολο της χωρητικότητας το τμήμα του στόλου της Ερμούπολης περνά από το 285 στο 62% από τη μια χρονολογία στην άλλη. Αυτή η νέα εμπορική ναυτιλία εγκαταλείπει σιγά σιγά το παλαιό σύστημα των «μεριδίων», σε όφελος των μισθωτών σχέσεων.

«Η Ερμούπολη είναι το πρώτο – και το μόνο στο πρώτο μισό του αιώνα – αστικό κέντρο της Ελλάδας με την πλήρη σημασία του όρου: με μια οικονομία αγοράς ανεπτυγμένη και κυρίαρχη, με νέες σχέσεις παραγωγής και με διαφοροποιημένη κοινωνική δομή.
Ανάμεσα στους πρόσφυγες που την εποίκισαν, βρίσκονται πλήθος άποροι άνδρες και γυναίκες, τεχνίτες, ναυτικοί, χειρώνακτες, που θα σχηματίσουν τον πρώτο πυρήνα εργατικού πληθυσμού. Ένα εργατικό δυναμικό σταθερό και συχνά ειδικευμένο, που θα στηρίξει την ανάπτυξη των πρώτων βιοτεχνιών της πόλης: βιοτεχνίες τροφίμων, σαπουνιού, κατεργασίες μετάλλων, βαφής υφασμάτων και ναυπηγικής.

Κατά τη διάρκεια των μέσων του 19ου αιώνα θα μεταβεί σε ένα διαφορετικό στάδιο, εκείνο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του 1840 η πόλη αρχίζει να ζει σε κλίμα προσωρινότητας- σε διαρκή αναστολή κατά κάποιο τρόπο. Ο ενιαίος οικονομικός και γεωγραφικός χώρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον οποίο συνεχίζει να συμμετέχει συντηρείται πάνω σε μια εύθραυστη ισορροπία που ήδη έχει αρχίσει να ανατρέπεται καθώς η πολιτική ρήξη επεκτείνεται.
Τη δεκαετία του 1840 συρρικνώνεται το διαμετακομιστικό εμπόριο, τη δεκαετία του 1860 μένει στάσιμο το εσωτερικό εμπόριο και στα 1885/6 καταρρέει. «Η επέκταση των ατμοπλοϊκών συγκοινωνιών στην Ανατολική Μεσόγειο επέφερε αλλαγή στους όρους που αποκλειστικά είχαν καθορίσει την ανάπτυξη της Σύρου σε διαμετακομιστικό λιμάνι της περιοχής. Και αυτό διότι οι διεθνείς ατμοπλοϊκές γραμμές συνέδεσαν απευθείας τα λιμάνια της Δυτικής Ευρώπης με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ανατολής και κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Η διαμεσολάβηση της Σύρου έγινε περιττή.

Κι όμως, η Σύρος ξαναγενιέται σε νέες βάσεις, μεταφέροντας τους πόρους από τον έναν τομέα στον άλλο, διευρύνοντας τη βιοτεχνική, εργαστηριακή και τέλος τη βιομηχανική της βάση. Πρώτα με τα ναυπηγεία,στα χρόνια 1830-1850, ύστερα με τα μεγάλα εργαστήρια, τα πρώτα εργοστάσια, βυρσοδεψεία και αλευρόμυλους, από τα μέσα του αιώνα, και τέλος με την κλωστουφαντουργία στο γύρισμα του αιώνα.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες που την εποίκισαν, βρίσκονται πλήθος άποροι άνδρες και γυναίκες, τεχνίτες, ναυτικοί, χειρώνακτες, που θα σχηματίσουν τον πρώτο πυρήνα εργατικού πληθυσμού. Ένα εργατικό δυναμικό σταθερό και συχνά ειδικευμένο, που θα στηρίξει την ανάπτυξη των πρώτων βιοτεχνιών της πόλης: βιοτεχνίες τροφίμων, σαπουνιού, κατεργασίας μετάλλων, βαφής υφασμάτων.

Η πρώτη «βιομηχανία» της Ερμούπολης είναι η ναυπηγική. Στη νέα πόλη εγκαθίστανται από πολύ νωρίς οι πιο φημισμένοι αρχιναυπηγοί των νησιών του Αιγαίου και κυρίως της Χίου. 30 καράβια το χρόνο κατασκευάζονται κατά μέσον όρο στα 1830 και 75 μια δεκαετία αργότερα (από μικρά πλοία μέχρι 60 τόνων, και τρικάταρτα των 350 τόνων και πάνω). Το πιο συνηθισμένο ιστιοφόρο είναι το μπρίκι, ένα καράβι με 2 κατάρτια και χωρητικότητα από 150 ως 400 τόνους.
Η ατμοπλοΐα θα είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος. Η ελληνική ιστιοπλοΐα θα αντισταθεί 3 δεκαετίες ακόμα και το ναυπηγείο θα γνωρίσει κάποιες μικρές αναλαμπές. Το πλεονέκτημά της να προσφέρει χαμηλά ναύλα θα χαθεί σύντομα. Έτσι τη δεκαετία του 1860 η ήδη στάσιμη παραγωγή πλοίων καταρρέει. Η παράδοση που έχει όμως δημιουργηθεί θα περάσει στο πρώτο μεγάλο εργοστάσιο μηχανοκατασκευών της Εταιρίας της Ελληνικής Ατμοπλοΐας.

Όμως η πρώτη πραγματική βιομηχανία είναι η βυρσοδεψία που αναπτύσσεται επί μισόν αιώνα αρμονικά δίπλα στο μεγαλεμπόριο. Τα ακατέργαστα και κατεργασμένα δέρματα αποτελούν σημαντικό κομμάτι αυτού του εμπορίου, οπότε δημιουργείται χώρος για την ανάπτυξη της κατεργασίας τους. Αρκετοί τεχνίτες δέρματος εγκαταστάθηκαν στην πόλη ως πρόσφυγες.
Στα 1852 υπάρχουν 7 βυρσοδεψία που εργάζονται τακτικά και απασχολούν συνολικά 200 εργάτες. Οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις απασχολούν από 50 ως 100 εργάτες και οι άλλες από 4 η καθεμιά. Ο αριθμός αυτός δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για την Ελλάδα της εποχής. Τη δεκαετία 1860-1870 η βυρσοδεψία θα κάνει ένα δεύτερο άλμα. Στα μέσα του 19ου αιώνα τα δέρματα είναι πρώτο μη αγροτικό εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 θα κάνει τα πρώτα της βήματα και η αλευροβιομηχανία. Η Ερμούπολη αριθμεί 4 μεγάλους ατμόμυλους που απασχολούν συνολικά 150 εργάτες. Την ίδια εποχή η Ερμούπολη διαθέτει κιόλας 10 περίπου μηχανικά εργοστάσια, ενώ στο βιομηχανικό δυναμικό της πρέπει να προστεθούν ισάριθμα σχεδόν μεγάλα εργαστήρια.

Η παρακμή του εμπορίου θα παρασύρει και την ναυπηγική και την βυρσοδεψία. Έτσι η βιομηχανία της Ερμούπολης θα μετασχηματιστεί για να επιβιώσει μέσα στα νέα πλαίσια. Το 1887 ιδρύεται η πρώτη κλωστοϋφαντουργία. Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε και το πρώτο βαμβακουργείο. Σύντομα η βαμβακοβιομηχανία της Ερμούπολης, βασικός πλέον πνεύμονας της πόλης και τελευταίο της χαρτί αριθμεί 15 – 17 εργοστάσια το 1905, 14 το 1923 καμιά δεκαριά το 1954.

Αυτός ο μετασχηματισμός της βιομηχανικής δομής της Ερμούπολης δεν έγινε με τρόπο γραμμικό: δεν εκμηχανίστηκαν ούτε εκσυγχρονίστηκαν οι παλαιοί κλάδοι, αλλά ο μετασχηματισμός πραγματοποιήθηκε μέσω της μετατόπισης από τον έναν στον άλλο κλάδο.
Διαβάστε εδώ το α΄μέρος της έρευνας. 


Δήμητρα Παπαναστασοπούλουεπικοινωνείστε: [email protected]


SHARE
RELATED POSTS
Ρομπερτ Φάλκον Σκοτ: η αποστολή Discovery (μέρος β’), της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Ο Δράκος της Ρόδου, του Δρ Σπύρου Συρόπουλου
Το ανάδελφο δάκρυ, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.