Ανοιχτή πόρτα Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Κωστής Α. Μακρής: Της κοντής Δημοκρατίας μου, το «μου» της φταίει

Spread the love

Ένα από τα πολλά αμαρτήματα της μητρός και του πατρός μου ήταν και η εκμάθηση του «οικιακού» τανγκό στα παιδιά τους. Που αργότερα έγινε τάνγκο και μας φόρτωσε κάμποση γενετήσια ορμή και ― υποτίθεται ― ολίγη κουλτούρα παραπάνω.

«Βάλε παντόφλες» είπε η μαμά λίγο μετά τα πρώτα βήματα. «Με έχεις ξενυχιάσει…» γέλαγε, ενώ παιάνιζε μια τυχάρπαστη κουμπαρσίτα* στο ημίφως**. 

Φορούσα κάτι μποτάκια, σχεδόν ορειβατικά. Ανθεκτικά στο κυνηγητό του σχολείου, στα χώματα και στις πέτρες αλλά αναποτελεσματικά στην πλατυποδία μου, στις κακουχίες του παρελθόντος των γονιών μου και στις κακοτράχαλες ανηφόρες του μέλλοντός μου.
Και απολύτως ακατάλληλα για οποιονδήποτε χορό για δύο. Βαλς, σλόου, τανγκό.

«Με ξενύχιασες…»

Και ο τρόμος αυτός να με ακολουθεί έκτοτε.
Μην τύχει και ξενυχιάσω την ντάμα μου στον χορό. Μην τύχει και ξενυχιάσω κανέναν στο λεωφορείο, στο θέατρο, στο σινεμά, στην πλαζ. Μην τύχει και ξενυχιάσω κάποιον φίλο στην κουβέντα, υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα. Που μερικές φορές ξεχνάω πόσο ρηχά και στενά μπορούν να είναι για κάποιον αυτά τα εσκαμμένα και ―όταν παίρνω θάρρος, ο χωριάτης― διολισθαίνω στην αμετροέπεια.

Μας μάθανε και καλούς τρόπους.
«Να ζητάς συγγνώμη όταν κάνεις λάθος ή πατάς κάποιον ή σκουντάς κάποιον ή προσβάλλεις άθελά σου κάποιον».

«Μην ορμάς πρώτος στην πιατέλα».

«Να λες καλημέρα και παρακαλώ και ευχαριστώ πολύ».

«Να χαιρετάς πρώτος όταν μπαίνεις κάπου».

«Δεν είναι ευγενικό να βάζεις πρώτο τον εαυτό σου όταν αφηγείσαι κάποιο περιστατικό. Δεν είναι ωραίο να λές: Ήμουνα εγώ, ο Αντώνης, ο Αλέξης, ο Βαγγέλης, ο Πάνος, ο Φώτης και κάτι άλλα παιδάκια σε μια Δημοκρατία κοντή, γεμάτη από κάτι χοντρά “μου”».
Και μ’ αυτές τις παραινέσεις, μας αμόλησαν σε μια κοινωνία γεμάτη “μου”.

Αυτά τα “μου”…
Χειρότερα κι από ολλανδέζικα τσόκαρα είναι.

Όταν φορέσεις στη Δημοκρατία αυτά τα χοντροκομμένα “μου”, σαν τις αρβύλες της παλιάς Βέρμαχτ, με καρφιά από κάτω, η Δημοκρατία κονταίνει και φτωχαίνει. Μετατρέπεται σε κάτι τελείως άχαρο και ακατάλληλο για χορό ζευγαρωτό, χορό για δύο και για πολλούς.

Αλλά και η Ελλάδα, μόλις της φορέσεις κι αυτηνής τα βαριά και χοντρόσολα “μου” ―που μονίμως σε ξενυχιάζουν― γίνεται μια Ελλαδίτσα να την κλαιν οι ρέγγες. Μια ψωροκώσταινα σιχαμένη, κοντοστούπα και χαμηλόκωλη. Πώς λέμε καρυάτιδες; Καμιά σχέση…

Και η θάλασσα και ο πολιτισμός και η γλώσσα…
Πόσο κονταίνουν όλα αυτά με τα “μου” που θα τους φορέσεις.

Πόσο εύκολα μπορεί ο καθένας να κοτσάρει ένα τέτοιο “μου” σε όλα τα σημαντικά και κοινόχρηστα και να αρχίσει να κορδακίζεται δημοσίως. Μη λογαριάζοντας πόσους και ποιους θα ξενυχιάσει.

Και να καμαρώνουν κι από πάνω, και να περνιούνται για χορευταρούδες και χορευταράδες. Όλο νάζι, έπαρση και αυτοθαυμασμό.

Και να «Η Δημοκρατία “μου”». Κοντή. Στα μέτρα “μου”.

Και να «Η Γλώσσα “μου”». Κοντή. Στα μέτρα “μου”.

Και να «Η Ελλάδα “μου”». Κοντή. Στα μέτρα “μου”.

Από κοντά και το «Κόμμα “μου”». Κοντό έτσι κι αλλιώς. Και πάντα στα μέτρα “μου”.

Και η «Πατρίδα “μου”», η «Ιστορία “μου”», η «Θρησκεία “μου”», ο «Θεός “μου”», «Η Φυλή “μου”»… Και δεν έχει τέλος αυτό το Προκρούστειο πετσόκομμα. 

Κι όλο να μικραίνουν τα σπουδαία και να φυραίνει το όποιο μεγαλείο μπορεί να έχουν.
Με το κτητικό “μου”, το βαρύ και άχαρο, να τα μετατρέπει σε τσουρούτικα εξαρτήματα ενός “εγώ” ρηχού, επιθετικού, αντικοινωνικού κι απαίδευτου.

Και όλα αυτά να σε ποδοπατούν όταν περνούν από κοντά σου με τη χάρη θαλάσσιου ελέφαντα. Κι ας μην χορεύεις μαζί τους. Κι ας προσπαθείς να παραμερίσεις βλέποντάς τα να επελαύνουν εναντίον σου.

Και σου ’ρχεται να ουρλιάξεις:

«Βάλτε, ρε παιδιά, ένα σκαρπινάκι, κάτι λίγο πιο κομψό…
»Βάλτε ένα “μας” κάπως πιο πληθυντικό, πιο ψηλοτάκουνο, πιο ανάλαφρο και συλλογικό, κάτι τέλος πάντων που θα βοηθήσει να ξενυχιάσουμε τη μιζέρια αντί να ποδοπατάμε ο ένας τον άλλον.

»Μπας και ψηλώσουμε όλοι μαζί, έστω και λίγο.

»Να αποκτήσουμε λίγη χάρη, να ακολουθήσουμε κάποια βήματα πιο αρμονικά με τη μουσική ενός τάνγκο, ενός βαλς, μιας καραγκούνας, μιας ιτιάς, ενός χανιώτη, ενός κότσαρι, μιας σούστας ερωτικής.

»Μας έχετε ξενυχιάσει μ’ αυτά τα “μου”… Και η υπομονή, όπως και η ευγένεια, έχει τα όριά της.» Σου έρχεται να ουρλιάξεις…
Με τόσο τανγκό μέσα σου. «Εξ απαλών ονύχων» μαθημένος στο «μας», που δεν λένε κάποιοι ή κι αν το λένε κάτι άλλο εννοούν.

Θα ουρλιάξεις όμως; Και πότε;

01 Ιουλίου 2013

* LA CUMPARSITA – TANGO

** A MÉDIA LUZ – TANGO
επικοινωνείστε:kostimak@otenet.gr

SHARE
RELATED POSTS
«Τα δύσκολα ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ κοινωνικής συμβίωσης»: 32ο, της Μαρίας Γεωργαλά
Για τον Διονύση Αρβανιτάκη τον Φούρναρη της Κω από τον Μανώλη Γλυνό και τη “Συμμαχία Νοτίου Αιγαίου”
Μαζί σου, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.