Ανοιχτή πόρτα ΕΥ ΖΗΝ Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Όλα θα πάνε καλά… ε… σχεδόν όλα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Κάποιες φορές λέω στον εαυτό μου πως όλα θα πάνε καλά. Βέβαια, ξέρω πως  δεν πρόκειται να πάνε όλα όλα καλά και στατιστικά να το πάρεις δηλαδή, «δεν βγαίνω μάναμ΄» θα μας έλεγε και το ίδιο το σύμπαν! Οπότε λέω και καμιά χαζομάρα στον εαυτό μου, να τον ξεγελάω ώστε να χαρεί με τα ολίγα, που – τί στα κομμάτια πια;-  ε, θα πάνε καλά θέλουν δε θέλουν. Αυτό με τα στατιστικά που σας έλεγα παραπάνω…

Τώρα αυτό βεβαιότατα σημαίνει  πως αφού κάποια θα πάνε καλά, ε, μοιραίως κάποια θα πάνε κατά διαόλου μεριά και κάποια απλά δεν θα πάνε πουθενά. Γιατί ήταν α, α, αταξιδευτά! Οε οέ, οέ οέεε!

Τέτοια μου λέω τις Κυριακές. Μετά, μου φτιάχνω έναν διπλό ελληνικό καφέ τύπου ¨μπακλαβά¨, σε κούπα μπαμπάτσικη και κατόπιν περιμένω να πέσει ο ντελβές να με τα πει και το φλυτζάνι που όλα τα ξέρει.

Εγώ φυσικά από κουπάκια δεν  ξέρω τίποτα, το λέω να εξηγούμαι δηλαδή, πριν αρχίσουν να μου σκάνε φωτογραφίες με άπλυτες κούπες και ντελβέδες  με σταυρούς, καρδούλες και στεφάνια, μεγάλες πόρτες και τον Αϊ-Γιώργη με την ρομφαία του καβάλα στ’ άλογο να σκοτώνει τον δράκο! Κανένα κληρονομικά χάρισμα…Μιά αρθρίτιδα κληρονόμησα μονάχα από τη μιά γιαγιά και το μπόι πινέζας από την άλλη…Πέρνα τούτου ουδέν, πέραν της αγάπης τους και του ονόματός μου.

Και κάπως έτσι την φχαριστιέμαι εγώ την Κυριακή, αγκαλιά με τον κουπάτο του Λουμίδη και την τσίμπλα στο μάτι. Με ένα σύννεφο να μου κρύβει το όνειρο που είδα το προηγούμενο βράδυ, που ήταν μούρλια, δεν τίθεται θέμα, αλλά του οποίου δεν θυμάμαι μήτε πλάνο. Με τις πυτζάμες τις παράτερες και την ρόμπα να σέρνεται στα πατώματα σαν την νυχτικιά της Αστέρως. Με το γιουβετσάκι να βράζει στο ζουμί του και να μοσχομυρίζει το σπίτι κανέλες και μπαχάρια.  Με την Κυριακάτικη εφημερίδα «αναμαλλιασμένη» στο τραπέζι της κουζίνας. Με λίγο άρτο από την εκκλησία που μπορεί να  πήγα νωρίτερα, εγώ ή κάποιος άλλος,  μπορεί πάλι και όχι.

Το φως μπαίνει από το παράθυρο και με σημαδεύει ίσια στο αριστερό μάτι. Αντί να σηκωθώ να κλείσω τα σκούρα διαλέγω να φορέσω τα γυαλιά του ηλίου που έτυχε να βρίσκονται  ακριβώς δίπλα μου. Απλούστατο.

Κι αφού με έχω βεβαιώσει πως κάποια πράγματα θα πάνε καλά, και είμαι ευγνώμων που μπορώ να αισθανθώ έτσι, έστω και για λίγο,  τραβάω μιά γερή  μερακλίδικη γουλιά από τον καφεδάκο μου και αισθάνομαι με το γυαλί και τον φθινοπωρινό άκακο ήλιο στο πρόσωπο μου, σαν την Τζάκυ στην Μεγάλη Βρετάνια αισθάνομαι κι ακόμα παραπάνω.

Γιατί η Τζάκυ εδώ που τα λέμε, νόμιζε πως τα είχε όλα αλλά τελικά δεν είχε τίποτα η καημένη. Κι όταν το όλα ταυτίζεται με το τίποτα, βράστα κι άστα πολυαγαπημένη…

Γιατί αν μπορείς να χαίρεσαι τον ήλιο που σου χτυπάει το πρόσωπο μιά Κυριακή στην κουζίνα του σπιτιού σου, πίνοντας το αγαπημένο σου καφεδάκι και περιμένοντας το γιουβέτσάκι σου να δέσει, αυτό σημαίνει πως όλα θα πάνε καλά…κι ας είναι και τα μισά από το «όλα»…Αυτό φτάνει.

Φτάνει και περισσεύει.

Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Πάνος Μπιτσαξής
Το Κέντρο, η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος, του Πάνου Μπιτσαξή
Επίτιμος Α/ΓΕΕΘΑ Μανούσος Παραγιουδάκης: «Η Ελλάδα είναι ετοιμοπόλεμη απέναντι σε κάθε απειλή»
Αρχιτέκτονας Νίκος Κτενάς: “Η Ελλάδα χρειάζεται αστική κουλτούρα και εξωστρέφεια για να λάμψει στην Ευρώπη”, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.