Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

…τότε που τα Καλοκαίρια δεν ονομάζονταν «σεζόν», του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Αρχές Ιουνίου του 1978 και στο Ταμείο Νομικών – βάσει εσωτερικής εγκυκλίου που κυκλοφόρησε – θα έπρεπε όλοι οι υπάλληλοι να δηλώσουμε την άδειά μας για τις Καλοκαιρινές μας διακοπές. 

Ο συνάδελφος Μ, φέροντάς μου έναν φάκελο στο γραφείο προκειμένου να εγκρίνω δια της υπογραφής μου τα «Aχρεωστήτως καταβληθέντα» σε Συμβολαιογράφο, με ρώτησε: «Πού προτίθεσθε φέτος να πάτε διακοπές;». Γνωρίζοντας ότι ο συνάδελφος δεν διέθετε σπίτι στην επαρχία καθότι το πούλησε ανεβαίνοντας στην Αθήνα, δεν του απάντησα αμέσως. Άφησα όμως να εννοηθεί ότι το χωριό θα ήταν ο προορισμός μου. Ο συνάδελφος δάκρυσε: «Ξέρετε…, εγώ εδώ στην Αθήνα θα το περάσω κι αυτό το Καλοκαίρι. Κι αν ήταν για μένα μόνο, πάλι καλά αλλά νοιάζομαι γι αυτά τα δυο μου παιδιά και την σύζυγο που θα ψηθούν σ’ αυτό το καμίνι της Αθήνας, καθότι χρήματα δεν περισσεύουν ούτε για γκαρσονιέρα να νοικιάζαμε κάπου εδώ κοντά, κι όχι μακρύτερα πάντως από την Λούτσα ή την Σαρωνίδα». Σας ομολογώ ότι φαρμακώθηκα, ακούγοντάς τον. Ήμουν έτοιμος να του προτείνω ότι ευπρόσδεκτος θα ήταν να τον φιλοξενούσα στο πατρικό μου στο χωριό, αλλά εκείνη τη χρονιά το άνω μέρος του σπιτιού που αποτελείται από δυο δωμάτια, ένα μπάνιο κι ένα μικρό χωλ, το είχε προορίσει η μαμά – από το Πάσχα εκείνης της χρονιάς – για την πολυαγαπημένη της νύφη Κούλα και τον σύζυγό της Τάσο (αδελφός της μάνας μου), οπότε πού χώρος να περισσεύσει, καθότι στο κάτω μέρος διέμεναν οι γονείς ενώ εγώ  θα φιλοξενούμην στον εξάδελφο Π., αφού δεν θα κατέβαιναν οι αδελφές του με τα κουτσούβελά τους.

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου τα Καλοκαίρια δε τα ονομάζαμε «σεζόν». 

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου τα χωριά «κρατούσαν» ακόμα τον πληθυσμό τους, και δεν είχαν αδειάσει όπως σήμερα.  

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου διατηρούσαμε ακόμα τα μποστάνια μας με τα ζαρζαβατικά τους κάτω χαμηλά στη θέση «Ποτάμι» και πλησίον των πηγών του Παλαιού Λουτρού όπου τα ποτίζαμε με νερό που ερχόταν μέσω του αυλακιού κι εμείς οι νεαροί την αράζαμε κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια έχοντας δίπλα μας το τρεχούμενο νερό να βγαίνει μέσα από το βουνό – σκέτο κρούσταλλο – με τις ντομάτες μας και το ψωμοτύρι και τύφλα να ‘χαν τα καλύτερα εστιατόρια (λιγοστά που υπήρχαν) σε Καλαμάτα, Μεσσήνη, Πύλο, Χώρα, Γιάλοβα, Αριστομένη, Στέρνα, Κοπανάκι , Εύα…

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου στις παραλίες της Αθήνας δεν υπήρξαν συρματοπλεγμένες ακρογιαλιές και εισιτήρια εισόδου σε αυτές ούτε ο «πόλεμος» της ξαπλώστρας είχε εφευρεθεί παρά μόνο μια ψάθα και δυο πετσέτες μας ήσαν αρκετές για να κάνουμε το μπάνιο μας, με το κορίτσι μας στα high up του ανεβασμένο και ξυπόλυτο με την άμμο κολλημένη στα πόδια βγαίναμε στη λεωφόρο Βουλιαγμένης για να πάρουμε το λεωφορείο της γραμμής.

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου παίρναμε το λεωφορείο από το Χαϊδάρι με προορισμό τον Σκαραμαγκά για μπάνιο, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Ναυπηγεία και η Πετρόλα με τα φουγάρα της να «λιβανίζουν» επί εικοσιτετραώρου βάσεως το Ψ. Ν. Α. (Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών).

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου στην Ελλάδα δεν κατέφθαναν οι τουρίστες του ημερησίου πεντάευρου κατανάλωσης κατ’ άτομο, αλλά όσοι την επισκέπτονταν αποχωρούσαν με τις καλύτερες των εντυπώσεων κριτικές, και στην χώρα τους που επέστρεφαν μόνο θαυμασμό για την Ελλάδα εξέφραζαν στους συμπολίτες τους με την υπόδειξη ότι θα την ξανά επισκέπτονταν, πλήρως ευχαριστημένοι για την επιλογή τους.

Ήταν η δεκαετία εκείνη όπου το Ταμείο ανεργίας επιτελούσε τον ρόλο του στο ακέραιο για τον οποίον συνεστήθη – αν και η ανεργία δεν αποτελούσε πρόβλημα ευρισκόμενη στα κατώτατα όριά της – καθότι όπου και αν απευθυνόσουν έβρισκες εργασία αξιοπρεπώς αμειβόμενη.  

Πριν μερικούς μήνες επισκεπτόμενος την Ελλάδα για σύντομο χρονικό διάστημα, όπου εισερχόμενος σε Super Market συνάντησα νεαρό φοιτητή στο ταμείο ο οποίος μου εξομολογήθηκε ότι κάνει τρεις έως τέσσερις δουλειές την εβδομάδα για να τα φέρει εις πέρας αυτός και το κορίτσι του που είναι φοιτήτρια και συγκατοικούν. 

Εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ από την δεκαετία του ’70 είναι το ότι οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας τότε φύτευαν βασιλικούς σε τενεκέδες τυριού φέτας καθώς και αρμπαρόριζες στα μπαλκόνια τους που μοσχοβολούσε ολόκληρη η ρούγα!

Στην υπουργό Εργασίας το βίντεο που ακολουθεί αφιερωμένο, όπου μάλλον δεν γνωρίζει από επαρχία καθότι γεννημένη στην «Φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη, ακριβώς στην λήξη της δεκαετίας. Η δική μου η γενιά όμως την ένοιωσε  πολύ βαθειά στο πετσί της:

SHARE
RELATED POSTS
Οι σχιζοφρενείς δολοφόνοι με τις ντομάτες, του Αλέξανδρου Μπέμπη
Τα πασχαλινά παπούτσια
Νιόνιος και νιονιό, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.