Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Το σπίτι της νονάς, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Spread the love

–  ήταν σε μια εξοχή. Μια εξοχή αρκετά χωριά πιο πέρα από την δική μας εξοχή. Τέσσερις, πέντε θάλασσες πιο πέρα από την δική μας θάλασσα. Δηλαδή μακριά, αλλά όχι και τόσο μακριά που να πρέπει να κοιμηθούμε εκεί το βράδυ και να επιστρέψουμε το πρωί. Κάθε φορά που έπρεπε να πάμε επίσκεψη, πάντα και μόνο τα καλοκαίρια, ήξερα εκ των προτέρων πως θα περνούσα δύσκολα.

Ήμουν σε μια ηλικία που η ατάκα “εγώ δεν θα έρθω μαζί σας, θα μείνω με την παρέα μου” δεν είχε γεννηθεί ούτε στο μυαλό της μαμάς μου ακόμα. Οπότε φορούσα τα ίσια μου τσοκαράκια, αυτά που μου πλήγιαζαν κάθε καλοκαίρι τα πόδια και το φόρεμα με τις σφηγκοφωλιές και ακολουθούσα την οικογένεια στο μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στην νύχτα! Βαριόμουν, βαριόμουν, βαριόμουν. Αλλά τότε δεν ήξερα καν πως αυτό που ένιωθα ήταν βαρεμάρα. Στην εποχή των καλοκαιρινών καθημερινών περιπετειών οι οικογενειακές επισκέψεις των Σαββατόβραδων σε κουμπάρους, φίλους και συγγενείς που διακόπευαν στα πέριξ της παραλίας μας ήταν αναπόφευκτες.

– Πρώτα ήταν η απόσταση, μετά οι στροφές, αχ αυτές οι στροφές και το πίσω κάθισμα δεν βοηθούσε καθόλου το ευαίσθητο στομάχι μου. Άνοιγα το παράθυρο και φώναζε η μαμά πως της χαλούσα τα μαλλιά. Ο παραλιακός δρόμος, όσο κρατούσε είχε ένα ενδιαφέρον, αλλά εν τω μεταξύ η νύχτα έπεφτε βαριά (που λένε και τα τραγούδια του πόνου) και η διαδρομή γινόταν ορεινή σε κάποια διχάλα, οπότε το μόνο ενδιαφέρον ήταν μπροστά από τα φώτα του αυτοκινήτου. Πάντα φτάναμε… σε ” λίγο” . Αυτό το λίγο πάντα κρατούσε πολύ περισσότερο από ό,τι θα ήθελα. Κάποτε φυσικά φτάναμε. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Μαύρα σκοτάδια και νταλκαδιάρικα τζιτζίκια, σκιές και πεύκα. Είχα από ώρα πάψει να μυρίζω την θάλασσα. Κακόν για την καλοκαιρινή μου φύση.

– Μετά ήταν και η παρέα. Για την ακρίβεια δεν είχα παρέα, γιατί τα παιδιά της νονάς μου ήταν τα δύο πολύ μεγαλύτερα μου και δεν ήταν καν εκεί και ο μικρός γιος ήταν πολύ μικρότερος… και φυσικά τα αδέρφια μας ΔΕΝ είναι παρέα… Τουλάχιστον όχι τότε. Οπότε εγώ ήμουν μόνη, με τα αδέρφια μου, να σκέφτομαι τί να κάνει τώρα η καλοκαιρινή παρέα που άφησα στην αλάνα, στην παραλία, γύρω από το συντριβάνι μας, στους χωματόδρομους πίσω από την πολυκατοικία… στις κρυψώνες μας..

– Προς το παρόν εγώ ήμουν νύχτα σε μια τρομαχτική πίσω αυλή. Δεν ξέρω γιατί αλλά σε αυτό το σπίτι πηγαίναμε πάντα νύχτα. Ήξερα πως ήταν σε παραθαλάσσια περιοχή αλλά εγώ θάλασσα δεν είχα δει ποτέ. Ήταν σε μια πλαγιά γεμάτη πεύκα , ανάμεσα σε δεκάδες ίδια σπίτια με την ίδια μπροστινή αυλή, τα ίδια συρματοπλέγματα και τις ίδιες εξώπορτες…τουλάχιστον εμένα έτσι μου φαινόταν, και σχεδόν πάντα νόμιζα πως ο πατέρας μου, οδηγός της εποχής του ενστίκτου, χανόταν λίγο μέχρι να το βρει, αλλά δεν το παραδεχόταν ποτέ.

– – Το σπίτι της νονάς ήταν ένα σπίτι με αυτή την περιβόητη πίσω αυλή, αληθινή αυλή, με πεύκα και σιδερένιες κούνιες. Αυτό μάλιστα, ήταν το μόνο πράγμα που με έκανε να μην πεθάνω από βαρεμάρα. Κάτω κοκκινόχωμα πατημένο και άπειρες πευκοβελόνες. Μύριζε δάσος και φρεσκοποτισμένα πρασινάδες και το νερό έκανε λιμνούλες ανάμεσα στις πλάκες που έφτιαχναν το μονοπάτι από την είσοδο μέχρι εκεί. Από κάποιο ψηλό κλαδί κρεμόταν μια λάμπα με μεταλλικό καπέλο που όταν την φυσούσε το αεράκι πέρα δώθε έκανε με το λιγοστό της φως κύκλους και φώτιζε κομμάτια του χώρου ενώ στον επόμενο κύκλο τα βύθιζε στο τρομαχτικό σκοτάδι του άγνωστου. Πόσο την φοβόμουν αυτή την πίσω αυλή. Ήταν σαν να ένιωθα τα μάτια του κακού να με παραφυλάνε πίσω από τα μεγάλα δέντρα. Όταν φυσούσε έστω και λίγο σαν να άκουγα και την αναπνοή του. Ήταν η εποχή που φοβόμουν ό, τι δεν καταλάβαινα.

Λίγο πριν γίνω ατρόμητη πέρασα καλοκαίρια φόβου ανεξήγητου. Δεν ξέρω τί ήταν ακριβώς αυτό που φοβόμουν. Αυτό το σκοτάδι γύρω από τις κούνιες και η λάμπα με το θαμπό φως ήταν σαν ένας διάφανος τοίχος που κάποιος μπορούσε να με παρατηρεί απ’ έξω. Ετρεμα στην σκέψη και μόνο να διασχίσω τον στενό σκοτεινό διάδρομο στο πλάι του σπιτιού για να πάω τουαλέτα, ή για να ζητήσω κάτι.

√ Το κέρασμα. Το κέρασμα ερχόταν σε δίσκο που είχε πάντα πορτοκαλαδες χωρίς ανθρακικό, βυσιναδα χειροποίητη και παγωτό. Και ενώ οι μεγάλοι έλεγαν γελώντας τα δικά τους που τους έκαναν να ξεκαρδιζονται από τα γέλια που ερχόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού σαν απόηχος, εγώ έκανα κούνια και μασουλουσα το πλαστικό καλαμάκι με μανία.Μετά έρχονταν και καλαμάκια με το ψωμάκι καρφωμένο στην άκρη και πολλές πατάτες τηγανητές… αλλά πολλές. – Όλα τέλειωναν όπως άρχισαν…Μια φωνή από μακριά να μας ενημερώνει πως φεύγουμε… αγκαλιές φιλιά… Ραντεβού στην δική μας βεράντα το επόμενο Σαββατοκύριακο και νυσταγμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ξυπνούσα ως δια μαγείας στο πάρκινγκ…

Η επιστροφή πάντα κρατούσε πολύ λιγότερο από τον πηγαιμό, το παράδοξο του χρόνου και δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον… εξ ου και κοιμόμουν με το που βγαίναμε στην άσφαλτο.

– Ο μικρός στην αγκαλιά της μαμάς, εγώ να σέρνω τα τσόκαρα μου στις σκάλες μέχρι τον δεύτερο όροφο και η μαμά να κάνει νόημα για ησυχία. Σουτ… “Ο κόσμος κοιμάται”. – Πάει κι αυτό. Αύριο είναι μια άλλη μέρα και μόνη μου έννοια να μην έχει αέρα και αν θα φάμε γεμιστά. και καρπούζι με φέτα – .

Και τώρα, μεγάλη πια, με την νονά μου να μην θυμάται καν ποια είμαι, η καημένη, σκέφτομαι πως όλα όσα με φόβιζαν κάποτε, όλα όσα με έκαναν να βαριέμαι, όλα όσα ανυπομονούσα να τελειώσουν δεν ήταν ακόμα ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής μου ❤️ Και χαίρομαι που έχω ακόμα την μνήμη μου και μπορώ να τα θυμάμαι… γιατί ούτε αυτό είναι αυτονόητο… Πιστέψτε με. –


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Ο χαφιές Κότσυφας, του Κωστή Α.Μακρή
Η κοπριά, της Τζίνας Δαβιλά
Μισή ζωή μας ανήκει, του Δημήτρη Κατσούλα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.