Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Το σάϊσμα, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 19
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Μπήκαν στο σπίτι μεσημέρι, ένας μαντράχαλος ίσα με ‘κει πάνω κι ένας κοντός γεροδεμένος και μυώδης. Ο γέρος κοιμόταν στην κουζίνα. Χωρίς να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση, πάρτε ό, τι θέλετε, να, σ’ αυτό εκεί το συρτάρι έχω κάτι ψιλά, μην ανακατώνετε ολόκληρο το σπίτι, τους είπε. “Βούλωσέ το γέρο, εσύ θα κάθεσαι σε κείνη εκεί τη γωνία κι αν έχουμε απορίες μόνο τότε θα σε ρωτούμε και τότε μόνο θα απαντάς. Τη βλέπεις αυτή εδώ τη σιδηρογροθιά; προορίζεται για τη μούρη σου”.

Ο μαντράχαλος κάνει νόημα στον κοντό για ν’ αρχίσει την έρευνα παντού στο σπίτι. Το ανασκέλωσε, τα έφερε όλα άνω κάτω. Είσαι και τυχερός γέρο γιατί έχεις και τα τζιτζίκια παρέα που σου τραγουδούν κατακαλόκαιρα.

Λέγε γρήγορα, του λέει ο μαντράχαλος καθ’ ον χρόνο τον έδενε στην καρέκλα με ένα σκισμένο σεντόνι. Εκτός από τα ψιλά στο συρτάρι, τα άλλα πού τα έχεις κρυμμένα; μίλα γρήγορα και μη παριστάνεις το χαζό. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο λεβέντες μου εκτός από μερικά βιβλία του γιού μου που έχει πεθάνει εκεί πάνω στην αστράχα τα έχω στριμωγμένα και τα πιατικά μαζί με τα μαχαιροπήρουνα της συχωρεμένης μου Λενιώς. Ξέρασέ τα γρήγορα, και άφησε τα αστειάκια κωλόγερε. Αυτούς τους σταυρούς που φορούν στις φωτογραφίες, λέγε πού τους έχεις καταχωνιασμένους;  Αν δε μιλήσεις, θα σου τρίψουμε τις φωτογραφίες στη μούρη, λέγε πού είναι οι σταυροί γρήγορα και μη μας χασομεράς.

“Δεν έχω τίποτα άλλο παιδιά μου, ξαλαφρώστε με λίγο από την καρέκλα γιατί πονάω αφόρητα. Μίλα σου λέμε, γιατί θα σου ξεριζώσουμε με την τανάλια κι αυτό το χρυσό σου δόντι. Το ακούς;”.

Άφησέ τον ρε, πετάγεται ο ψηλός, μου ήρθε μια ιδέα. Μέσα στο σάισμα τα έχει ραμμένα ο κωλόγερος. Μεγάλε, σε παραδέχομαι για το γρήγορο μυαλό σου απαντά ο κοντός. Άφησέ το σε μένα, εδώ έχω τη φαλτσέτα, θα το κάνω κόσκινο. Και άρχισε να ξεκοιλιάζει το σάισμα. Ίδρωσε από τις πολλές του προσπάθειες, αλλά με τίποτα δεν σκιζόταν. Άρχισε να βλαστημά Θεούς και καντήλια, μούγκριζε σα θεριό από την αγωνία του, πέταξε και τη φανέλα που φορούσε γιατί του ήταν εμπόδιο στις προσπάθειές του να βρει τις(υποτιθέμενες) λίρες που ήσαν μέσα στο σάισμα. Πώς πάμε; τον ρωτά ο ψηλός, θα τα καταφέρουμε να το σκίσουμε; Εδώ μέσα είναι ραμμένες, δεν ακούς πώς κουδουνάνε; τις μυρίζομαι σου λέω! Σε λίγο ετοίμασε σακί, όπου να ‘ναι τις τινάζω!

Ο γέρος ακούνητος στην καρέκλα όπως ήταν δεμένος, άχνα δεν έβγαζε. Μόνο μια θλίψη στο χαρακωμένο του από τα χρόνια πρόσωπο σχηματίστηκε και οι μαχαιριές που έμπαιναν στο σάισμα τις ένιωθε στο δικό του κορμί. Φτάνει ρε παιδιά, μη παιδεύεστε άλλο, λύστε με σας παρακαλώ και αν πεινάτε να μου κάνετε παρέα κιόλας σας λέω. Σας παρακαλώ μόνο ν’ αφήσετε ήσυχη τη Λενιώ μου γιατί με περιμένει. Και αστειάκια ε; Πού τα πουλάς αυτά ρε παμπόνηρε; για ποια γυναίκα μου μιλάς,  ακούστηκε η φωνή του μαντράχαλου. Άστον ρε, απαντά ο κοντός ο οποίος είχε πλέον αποκάμει από τις προσπάθειές του ν’ ανοίξει το σάισμα. Αυτό το μαγκούφι δεν ανοίγει με τίποτα, όσες μαχαιριές και αν του έριξα. Σε ποιόν τσαγκάρη να το ‘χει τάχα ραμμένο; Ρε μ@@@κα, λέει ο ψηλός, μη τυχόν και έχει κρυμμένο χρηματοκιβώτιο μέσα; είμαι σίγουρος ότι μέσα κρύβεται γερή μπάζα, μεγάλος θησαυρός μ@@@@κα, κάτι πρέπει να κάνουμε τελικά.

Τραβούν το σάισμα από το κρεβάτι και το πετούν εμπρός κατάχαμα.  Και τότε ακούστηκε κάτι σαν πόνος γυναίκας στην προσπάθειά της να γεννήσει. Το ξαναγυρίζουν  και το πετούν όπως λάχει ξανά πάνω στο κρεβάτι. Κοιτάζονται μεταξύ τους και λέει ο κοντός στον ψηλό: ρε μ@@@κα, μη μασάς, η φωνή του γέρου ήταν, στριγκλιά θα μας ρίχνει και φωνάζει έτσι σαν τη γάτα που της αρπάζουν τα γατιά. Ο ψηλός δεν μιλά, μένει για λίγο αμίλητος, κάτι σαν να σκέφτεται και με φωνή που λες ότι έχει πάθει καθίζηση, του λέει: παράτα το, πάμε να φύγουμε. Γυρίζει προς το μέρος του γέρου και του δένει με μια πετσέτα το στόμα για να μη τρέχουν τα αίματα.

Σε λίγο, δυο άντρες έσυραν καταμεσής του δρόμου ένα βαρύ από το χρόνο των κορμιών σάισμα και το παράτησαν να λιάζεται.

Σημείωση: Το σάισμα είναι χειροποίητο σκληρό υφαντό στον αργαλειό, κατασκευασμένο από γίδινα μαλλιά και επί αρκετό χρονικό διάστημα στην νεροτριβή επεξεργασμένο και χρησιμοποιείται είτε ως στρωσίδι σε παλιά σπίτια της επαρχίας λόγω βαρυχειμωνιάς είτε ως βαρύ ένδυμα για βοσκούς προοριζόμενο σε   αντίξοες καιρικές συνθήκες. Ακόμα χρησιμοποιείται είτε ως υπόστρωμα κρεβατιού ή στρώμα, ενίοτε δε και ελλείψει στρώματος αντικαθιστούσε αυτό αλλά εις διπλούν πλεγμένο και ραμμένο για μεγαλύτερη αντοχή, σταθερότητα και ζεστασιά.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 19
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Νοτούρνο – Φ.Γ. Λόρκα, της Δέσποινας Κοντάκη
Για καλημέρα, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Η ιστορία της Στεφανίας, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.