Βιβλίο

«Το δακτυλίδι της Θεάς». Κεφάλαιο 15o: Στα ίχνη του Άγγελου, του Νίκου Βασιλειάδη

Ο διοικητής, του Δημήτρη, ένας πενηντάρης αστυνόμος ονόματι Σταυράκης, καθόταν βλοσυρός στην πολυθρόνα του και κάπνιζε. Μπροστά από το γραφείο του  στεκόταν ο Δημήτρης με την αναφορά του στα χέρια.

– Σε μεγάλους μπελάδες μας έβαλε ο ψαράς δεν νομίζεις;  του είπε ο αστυνόμος.

– Πράγματι κύριε Διοικητά, έτσι είναι αλλά νομίζω πως ο Πρόξενος θα καταλάβει πως πρόκειται για ατύχημα Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που συμβαίνει να χαθεί κάποιος μέσα σε ένα μπουρίνι.

– Λες να παραλείψουμε όλη αυτή την ιστορία με τα αρχαία και να πούμε πως απλά ο ψαράς έκανε αγώγι από την Ντιά και χάθηκαν στην θάλασσα;

– H γνώμη μου κύριε Διοικητά είναι πως καλύτερα να μην ανοίξουμε αυτό το κεφάλαιο με την δράση του Σπραντ στην Κρήτη. Οι εποχές είναι δύσκολες πολιτικά και δεν ξέρω αν η Αθήνα θα επιθυμούσε να υπάρχει μια κατηγορία για παράνομη δράση Εγγλέζου υπηκόου στο νησί. Μπορούμε άνετα να πούμε πως ο άτυχος τουρίστας βρέθηκε στον λάθος τόπο την λάθος στιγμή.

– Ο Σταυράκης, με ύφος ανθρώπου που είχε δει πολλά και γνώριζε περισσότερα, γύρισε στον Δημήτρη  Κοκκαλά και είπε: «Λοιπόν, για να τελειώνουμε! Ο …κύριος Σπραντ είχε πάει να επισκεφθεί την Ντιά.

Εκεί κατά  το μεσημεράκι ήρθε να τον παραλάβει, όπως είχε κανονίσει ο ψαράς με την Παντάνασσα , παλιό σκαρί, προβληματικό.

Τον πήρε, ξανοίχτηκαν στο πέλαγο με προορισμό το Ηράκλειο αλλά μάλλον έπεσαν στο μπουρίνι και χάθηκαν και οι δυο στην θάλασσα.

Ο ένας αμάθευτος στα άγρια νερά, ο άλλος άρρωστος χρόνια από την νόσο των δυτών. Κανείς τους δεν τα κατάφερε.

– Και το παντελόνι και τα στιβάνια κύριε Διοικητά; Πώς θα τα δικαιολογήσουμε;

– Είναι απλό Δημήτρη, πάνω στην ταραχή χάθηκαν τα κουπιά. Ο ψαράς γδύθηκε για να πέσει στην θάλασσα να τα πιάσει. Εκεί τον πήρε το κύμα. Ο Εγγλέζος έμεινε μόνος και αβοήθητος στην βάρκα. Πανικοβλήθηκε, σηκώθηκε όρθιος να ψάξει να τον βρει. Το κύμα τον έριξε μέσα και χαθήκανε και οι δυό τους…. Κι ο αστυνόμος συνόδεψε τα τελευταία λόγια του με μια χειρονομία που φανέρωνε ικανοποίηση.

Στον άγιο Θωμά ο Δημήτρης Κοκκαλάς έφτασε τα χαράματα της επόμενης μέρας.  Από ’κει τράβηξε κατευθείαν για την λαξευτή πολιτεία, να βρει την εκκλησία της Κυράς Σπηλιώτισας και το πηγάδι του Άδη. Προς το μεσημεράκι αφού περιηγήθηκε εκεί γύρω για αρκετή ώρα, κάθισε μπροστά σε έναν λαξευμένο τάφο, να ξεκουραστεί και να πιει λίγο νερό από το παγούρι του.

Κοίταξε ένα γύρω, ερημιά και ησυχία, χωρίς ίχνος ανθρώπου. Το τοπίο είχε μια παράφορη οικειότητα, οι τεράστιες πέτρες, ένα παζλ με αταίριαστα κομμάτια που καταφέρνουν να ενωθούν με εκπληκτική αρμονία, απομεινάρια ιερών, φυτεμένα μέσα στα αγριόχορτα που θεριεύουν, αγκαλιάζονται μαζί τους.

Λίγη ώρα αργότερα οι δυο τους, ο Δημήτρης και ο Άγγελος μιλούσαν ήρεμα εκεί στην ησυχία μακριά από τα μάτια του κόσμου.

Βλέποντάς τον, ο Δημήτρης  παραδέχτηκε σιωπηρά ότι αν και δεν τον ήξερε, θα μπορούσε να τον έχει αναγνωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους. ο Άγγελος, ένας ηλιοκαμένος μεσήλικας με αξύριστα γένια και παχύ μουστάκι που είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και ένα βλέμμα που ήξερες πως είχε γίνει ένα με την θάλασσα.

– Ανησύχησαν όλοι κάτω ε;  ρώτησε ο Άγγελος.

– Ξέρεις πως πολλοί σε αγαπούσαν. Φίλοι, συνάδελφοι ψαράδες, ακόμη και αυτή η έρμη η κυρά Μαριγούλα που νοίκιαζες το σπίτι. Αυτή ξεκίνησε να σε ψάχνει. Στεναχωρήθηκε πολύ σαν έμαθε πως χάθηκες στην θάλασσα.

– Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ, απάντησε ο Άγγελος.

Δεν μπορώ να κατέβω πια στην πόλη κυρ αστυνόμε. Εσύ ξέρεις και καταλαβαίνεις.          – Εντάξει, μην κουράζεσαι! είπε ο Δημήτρης, με ικανοποιημένη πλέον την περιέργειά του. Σε λίγο καιρό θα σ’ έχουνε ξεχάσει. Εξάλλου πάντα έλεγαν πως δεν ανήκεις στην στεριά, καλύτερα σου πάει η θάλασσα. Όλοι πια νομίζουν πως σε κράτησε για πάντα κοντά της.

Σηκώθηκε αργά και έκανε να φύγει, όταν ξαφνικά θυμήθηκε το παντελόνι και τα στιβάνια στην βάρκα.

– Είχες ένα παντελόνι μαύρο, καλό, στη βάρκα; ρώτησε.

Πώς θα κολύμπαγα με τα παπούτσια και το παντελόνι κυρ Αστυνόμε; απήντησε ο Άγγελος. Ευτυχώς που ο Παπα Γιώργης με πόδεσε και μούδωσε τα αναγκαία.

Ο αστυνομικός χαμογέλασε.

Ξέρεις, είπε, αυτό το παντελόνι και τα στιβάνια σου, σου χάρισαν ένα καλό άλλοθι για να εξαφανιστείς. Και ούτε που σου πέρασε απ’ το μυαλό….

Εδώ   τα κεφάλαια

Νίκος Βασιλειάδης

llll.png  

SHARE
RELATED POSTS
Τὰ ἀχνὰ ὅρια φυσικῆς, φιλοσοφίας καὶ ποίησης, του Γεροτάσου
Μεγκ Ρόσοφ «Μυστικά ή ψέματα», του Μάνου Κοντολέων
Αφηγούμαι ή στοχάζομαι;, του Δημήτρη Στεφανάκη

Leave Your Reply

*