Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Τα χέρια μου θα γίνουν η αγχόνη της, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 33
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Τα χέρια μου θα γίνουν η αγχόνη της

Ένα ξερακιανό κορμί χωρίς σταγόνα λίπους επάνω του κουβαλώντας όλη τη θηλυκότητα κι έχοντας κτίσει ένα κορμί θεσπέσιο στην ηλικία των 26 χρόνων, η Χριστίνα με τους προκλητικούς γλουτούς που κόλαζαν και άγιο και τα στήθη της που μύριζαν λεμόνια του Άργους, να ξεσηκώνει νιους, μεσόκοπους και γέρους κι όλοι να την λιγουρεύονται, καρτέρια στο δρόμο να της στήνουν σαν κατέβαινε από το βουνό με το κοπάδι της αραιά και που να της αποσπάσουν μια κουβέντα αγάπης, μια υπόσχεση ερωτική, έγινε γνωστή μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα στην ευρύτερη περιοχή αποσπώντας τον τίτλο της τέλειας ‘’αμαρτίας’’. Κι εκείνη η άτιμη και η καπάτσω έχοντας τεράστια εμπιστοσύνη στον εαυτό της για το τι ‘’πουλάει’’ πανάκριβα κάνοντας πολλούς να παραφρονήσουν, άλλους να διαλύσουν το σπίτι τους οικονομικά προσφέροντάς της ό,τι είχαν και δεν είχαν, όσα οικόπεδα και χωράφια μπόρεσαν και πούλησαν μετατρέποντάς τα σε λούσα για χάρη της,  πανάκριβα εισαγόμενα αρώματα των μεγαλυτέρων οίκων εξωτερικού, ρούχα και παπούτσια που ντίβες μόνο μπορούσαν να ‘’πλησιάσουν’’ κι όλα αυτά για μια βοσκοπούλα που όλους στην περιοχή τους έπαιζε στα δάχτυλα του ενός χεριού της με το μπρίο, την τσαχπινιά και την κορμοστασιά, έτσι όποιος τυχαία έπεφτε μπροστά στο διάβα του αμέσως σχημάτιζε την εντύπωση – και καθόλου δεν ήταν υπερβολή – ότι έσταζε  ηδονή και κα@λα, αποπνέοντας έναν έρωτα τέτοιον που όμοιό του δεν είχε συναντήσει κανείς, όπως έλεγαν. Όταν φορούσε φόρεμα – τι φόρεμα δηλαδή, δυο παλάμες ρούχο όλο κι όλο ίσα και μόνο για να κρύβει το εσώρουχό της – άφηνε επί τούτοις και πολλές φορές στεκόταν έτσι που να είναι ορατό το σημείο εκείνο ψηλά και ανάμεσα των ποδιών της με το τατού να φαίνεται χαραγμένο στη μελαχροινή επιδερμίδα της Christina now, ένα καθαρά προκλητικό συνθηματικό που κανέναν και οιασδήποτε ηλικίας δεν άφηνε ασυγκίνητο και συγκρατημένο αισθησιακά.

Μετά από τρία χρόνια και την παραμονή της αρκετά βράδια στην καλύβα του βουνού που είχε κατασκευάσει για τα πρόβατα και δίπλα δικό της ξεχωριστό δωμάτιο για να περνά τα βράδια των ερώτων της με τις καλύτερες συνθήκες,  μακριά από περιορισμούς χρόνου, επιλογή πελατών όπως αυτή προτιμούσε (άφησε απένταρους πολλούς από τους επιχειρηματίες της περιοχής με οικονομική επιφάνεια και κοιλίτσες προτεταμένες) κάποια στιγμή κι ενώ έκανε τα γερά κουμάντα της έσκασε το μυστικό ότι φεύγει, εγκαταλείπει κοπάδια και πελατεία, δεν αντέχει πια το όνομά της να διασύρεται, προτιμά να φύγει, να χαθεί στην πρωτεύουσα Αθήνα, να ηρεμήσει εγκαταλείποντας στη μοίρα της τη σίγουρη πελατεία αφού φρόντισε πρώτα και εν μία νυκτί κανόνισε να αφήσει ως προίκα όλο της το βιός σε κάποιον τσοπάνη φουκαρά που ούτε χρήματα είχε, ούτε περιουσία και χωράφια, ανύπαντρος ήταν αλλά σεξουαλικά δεν της απαίτησε να την αγγίξει ποτέ, παρά το ότι πολλές φορές συνέτρωγαν στη δική του καλύβα και για να τον δοκιμάσει ακόμη και γυμνή άλλαζε μπροστά του ή του ζητούσε να της ρίχνει νερό με το κανάτι για να λούζει τα μαλλιά της, ο συγκρατημένος Διονύσης.

Έφτασε στην Αθήνα συστημένη να εργάζεται όπως της είπαν αραιά και που σε οίκο ανοχής χωρίς πολλές απαιτήσεις για να βρει την πολυπόθητη ηρεμία από τους  ‘’αγροίκους λεφτάδες και κοιλαράδες της επαρχίας’’, μπουχτισμένη πια από τα όσα αποκόμισε από αυτούς χρησιμοποιώντας τα τσαλίμια και τα τερτίπια που τόσο καλά ήξερε για να τους ‘’ανάβει’’ και να τους εξουθενώνει στον έρωτα. Τώρα είναι αραγμένη σε ένα υπόγειο μπουρδέλο της οδού Μιχαήλ Βόδα, θέλει να ξεχάσει όλη αυτή την έντονη ζωή των τριών χρόνων που έζησε στην επαρχία γιατί στα αυτιά της ακόμα ηχούν οι αντίλαλοι των αναστεναγμών όλων των πεινασμένων για έρωτα επαρχιωτών στα απέναντι βουνά επί όση ώρα ο καθείς έκανε κέφι μέχρι να την ‘’χορτάσει’’, μα πιο πολύ να σηκώνεται κάθε τόσο και να πλένεται από τα σπλιθάρια του βουνού προκειμένου να ‘’εισχωρήσει’’ εντός της ο επόμενος φραγκάτος τον οποίο είχε τόσο πολύ ανάγκη. Από τούδε και στο εξής στην Αθήνα είναι υποχρεωμένη να δέχεται όλους τους γραβατωμένους αλλά και τους πλέον άθλιους και ξεπεσμένους εραστές που την επισκέπτονται και δεν βλέπει την ώρα να ‘’τελειώνουν’’, να ηρεμούν εκτονωμένοι χωρίς να μπορούν να σηκώσουν τα πόδια τους από το να ανοίγει η Χριστίνα τα σκέλια της και επί δέκα πέντε λεπτά μόνο να την ‘’οργώνουν’’.  Μετά το πέρας της πράξεως ανάβει τσιγάρο, κατευθύνει προς το ταβάνι τον καπνό αφού παράθυρα απαγορεύεται να είναι ανοιχτά για λόγους ασφαλείας και για να μη εξέρχονται οι φωνές της σεξουαλικής τους λύσσας έστω των 3-4 πελατών που δέχεται ημερησίως αντί του ποσού των 30 ευρώ και όταν υπάρξουν αναδουλειές αυτό κατεβαίνει στα 20 ευρώ.

Δεν άντεξα, ούτε ως συγχωριανός της που είμαι, ούτε με την επιλογή της συμβιβάστηκα να προτιμήσει την Αθήνα αλλά και να ξελογιάσει μια ολόκληρη περιοχή με τα νάζια, τα τερτίπια και τις λάγνες της ματιές οδηγώντας πολλούς ακόμα και φτωχοδιάβολους στην αφραγκία και ένα βράδυ αποφάσισα να πάω να την πνίξω με τα δυο μου χέρια χρησιμοποιώντας τα σαν την πιο μαρτυρική αγχόνη,  σαν μέγγενη σφιγμένα. Όχι για να λάβω εκδίκηση για αυτούς που ‘’ξεπουπούλιασε’’ οικονομικώς αλλά για το μαύρο της το χάλι το οποίο ξεκίνησε ποντάροντας σε ένα σώμα ‘’σκέτη αμαρτία’’ και κατέληξε πολύ γρήγορα στο βούρκο του μπουρδέλου και της τσατσάς συντομεύοντας όπως είδα επισκεπτόμενος το ‘’σπίτι’’ της, κατά πολύ τη ζωή της… Βλέποντάς την όμως στο μαύρο της το χάλι, γερασμένη τόσο γρήγορα και ρυτιδωμένη έγειρα στην αγκαλιά της, παρέμεινα εκεί κλαίγοντας αντικρίζοντας αυτή την κατάντια, κι αυτή εκεί…, ακόμα να επιμένει στα παραμύθια που πουλούσε τόσα χρόνια επάνω στο βουνό είτε κατακαλόκαιρα ήταν αυτά, οπότε εντελώς υπαίθριος ο έρωτας είτε Φθινόπωρα και Χειμώνες κι από πάνω να ακούγεται η βροχή χτυπώντας στα τσιγκόφυλλα  εμπιστευόμενη τον κάθε καρυδιάς καρύδι για εραστή.

Πέρασα τη νύχτα επάνω στα ζαρωμένα στήθη της όπου κάποτε ήσαν σαν του Άργους τα μοσχομύριστα λεμόνια με ένα βαθύ παράπονο όπου και με πήρε ο ύπνος ανάμεσά τους.

Catering-Συνέδρια-Γάμοι-Βαπτίσεις-Εκδηλώσεις

Απ.Παύλου 50 (Ανάληψη)-Βενετοκλέων (Στ.Διαγόρας)-Ρόδου-Λίνδου (ΙΚΑ)-Λεωφ.Κρεμαστής-Πηγές Καλλιθέας (Μάϊος-Οκτώβριος)

  • 33
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Τέσσερις μέρες χάνονται στη νύχτα, τέσσερις νύχτες λιώνουν τον καιρό σαν όνειρο, του Νίκου Βασιλειάδη
Οι λέξεις μου οι ανυπάκουες, του Δημήτρη Κατσούλα
Η κοπριά, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.