Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Τα δέντρα που με ακολουθούσαν, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Φτάνουμε; Ήταν η δέκατη φορά που ρώτησα. Ο μπαμπάς συγκεντρώμενος στον δρόμο. Η μαμά στην θέση του συνοδηγού είχε στα γόνατα της μια τσάντα και κάτι έψαχνε. Γύρισε προς τα εμάς στο πίσω κάθισμα και είπε :”Σε λίγο. Μην ενοχλείτε τον πατέρα σας όταν οδηγεί.” Ο χρόνος φαινόταν να είχε σταματήσει για μένα. Το αμάξι έτρεχε στην εθνική οδό και γω από το παράθυρο έβλεπα να χάνονται από τα μάτια δέντρα, σπίτια, ταμπέλες. Πηγαίναμε διακοπές… Κάθε δέντρο στα δεξιά και αριστερά της εθνικής οδού αισθανόμουν πως με καθυστερούσε. Ουφ πια! Πόσες πικροδάφνες, πόσα κυπαρίσσια; Στο βάθος αροκάριες … Πιο μέσα πεύκα και παντού χόρτα. Γιγάντια χόρτα που πηγαινοέρχονταν με το ζεστό καλοκαιρινό αεράκι…Βγήκαμε από την εθνική οδό ακολουθώντας τις μπλε μεταλλικές ταμπέλες… Κάποιες φορές ρωτούσαμε και ανθρώπους που βρίσκαμε στον δρόμο μας…

Το GPS της δικής μου εποχής ήταν ευγενικοί κάτοικοι που όχι μόνο μας εξηγούσαν πού είμασταν, αλλά ενδιαφέρονταν και για το πού πηγαίναμε… Μας έδιναν πληροφορίες που ένας μακρινός δορυφόρος θα ήταν αδύνατον να μας παρέχει… Όπως για παράδειγμα… “Όταν φτάσετε στον μεγάλο πλάτανο, πριν την πλατεία, είναι το καφενεδάκι του Γιώργη που έχει ωραίο μεζέ με τσίπουρο και γλυκό του κουταλιού, να πάρετε και στην Αθήνα. Από την Αθήνα δεν είστε; Μέσα από την Αθήνα; Έχω τον ανηψιό μου στην Αθήνα. Σπουδάζει γεωπόνος , του αδερφού μου παιδί. Πολύ καλό παιδί. Θα΄ ρθει να αναλάβει τα κτήματα μας όταν πάρει με το καλό το χαρτί του ” Λάχανο τον έτρωγε τον δορυφόρο ο χαμογελαστός αγρότης-ξεναγός-γραφείο πληροφοριών . Και σε όλη αυτή την διαδρομή τα δέντρα, όλα τα δέντρα, οι θάμνοι, τα χόρτα, οι καλαμιές, με ακολουθούσαν. Εμένα προσωπικά, έτσι νόμιζα. Μαζί και τα τζιτζικια που είχαν λυσσάξει.

” Πω πω, ζέστη θα έχουμε και σήμερα” μουρμούριζε η μαμά κραδαίνοντας το μαχαιράκι που είχε βγάλει από την σακούλα. ” Είμαστε μακριά ακόμα;” Ρωτούσα ξανά και ξανά οδηγό και συνοδηγό. Η συνοδηγός-μητέρα, καθάριζε μήλα και μας μπούκωνε έναν έναν στην σειρά…Να μην μιλάμε. Μασάτε αργά…έχει πνίγει κόσμος με μήλο. Ακολουθούσε τρομαχτική ιστορία πνιγμού από τον απαγορευμένο καρπό. Πρόσεχε τον μικρό, μην μαλώνετε, ζαλίζεστε; Μετά μονόλογουσε αν έριξε νερό στους βασιλικούς πριν φύγουμε. “Κοιτάξτε έξω για να μην ζαλίζεστε, έξω και μακριά.” Αυτό το τελευταίο ήταν το βάσανο μου. Ζαλιζόμουν τόσο πολύ που ούτε να φάω ήθελα ούτε να πιω. Να φτάσουμε μόνο, να βάλω το μαγιό μου και να γίνω ψάρι. Ο μπαμπάς απέφευγε τις πολλές στάσεις και δεν μιλούσε πολύ όταν οδηγούσε. Ευτυχώς δεν κάπνιζε πια. Να τα πάλι τα δέντρα. Δεν τελείωναν και με είχαν πάρει στο κατόπι…Βαρετό το θέαμα…Μα πότε επιτέλους θα φτάσουμε;

Έβαλα τα ακουστικά του Walkman μου… Η μουσική που μου άρεσε αντικατέστησε το” ένα όμορφο αμάξι με δύο άλογα να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω” Μα είναι στίχοι αυτοί;”, σκέφτηκα και χάθηκα μέσα στα “νταπα ντουπα”, όπως τα έλεγε ο μπαμπάς. Ακολούθησα την συμβουλή της έμπειρης συνοδηγού-μαμάς, να κοιτάζω έξω και μακριά… ΤΟ βλέμμα μου χάθηκε σε μια σειρά μηλιές, φουντωτες καταπράσινες, φυτεμένες στην σειρά…σαν πειθαρχημένα στρατιωτάκια. Όπως έτρεχε το αυτοκίνητο οι μηλιές γίνονταν ένα πράσινο τείχος… Μονο μερικές πανύψηλες ιτιές έσπαγαν την μονοτονία. Οι κλαίουσες… Τί όμορφα δέντρα! Αυτές μάλιστα. Όταν μεγαλώσω θέλω μια στην αυλή μου παρακαλώ.

Συνέχισα να κουνάω το κεφάλι μου πέρα δώθε στον ρυθμό της μουσικής και να σιγομουρμουρίζω το ρεφραίν… Έτσι κι αλλιώς μόνο αυτό ήξερα… Strawberries cherries… Oh summer wine. Ο μικρός δίπλα μου είχε αποκοιμηθεί στον ώμο μου. Είχαμε ξεκίνησε με το πρώτο φως… Να προλάβουμε την μέρα, έλεγε ο μπαμπάς. Στο πίσω αυτοκίνητο το ίδιο σκηνικό με μας. Φίλοι των γονιών μου και τα παιδιά στο πίσω κάθισμα να διαβάζουν Μανίνες, Κατερίνες και Μίκυ Μάους και να περιμένουν την επόμενη στάση για να γίνουμε μια παρέα και να πούμε τα δικά μας. Εμένα μου ήταν αδύνατον να διαβάσω στο αυτοκίνητο. Αδύνατον. Κι έτσι χάζευα την διαδρομή, μετρούσα εκκλησάκια από δυστυχήματα, κλαίουσες που μου άρεσαν, χιλιόμετρα στις ταμπέλες, λευκούς σκαραβαίους, αριθμούς αυτοκινήτων που έληγαν σε 1 και νανουριζόμουν από το ταρακούνημα του αυτοκινήτου.

Σε όλη την διαδρομή τα δέντρα πάντα μπρος και πίσω μου. Να σκαρφαλώνουν τις πλαγιές, να κρέμονται στις άκρες μικρών γκρεμών, να χάσκουν πάνω από τα κεφάλια μας σε στενά περάσματα μέσα στο δάσος… Σε κάποιο δρόμο, δεν θυμάμαι πού ακριβώς, ήταν τόσο μεγάλα και πυκνά που δημιουργούσαν ένα σκιερό τούνελ. Ο ήλιος έπαιζε κρυφτό μέσα στα φυλλώματα τους και νερά έτρεχαν στα πόδια τους. “Ποτιστικά ρυάκια” Είπε ο μπαμπάς, που ήξερε από αγροτικά. Με το “φτάνουμε;” και “πότε φτάνουμε;” επιτέλους φτάσαμε… Μια τεράστια αροκάρια περικυκλωμένη από περιποιημένες λεβαντίνες μας υποδέχτηκε στην είσοδο του μικρού οικογενειακού ξενοδοχείου. Στα σκαλιά γλάστρες με βασιλικούς. Ο μπαμπάς στάθηκε δίπλα σε έναν πλατυφυλλο φουντωτό βασιλικό, άφησε κάτω τα δύο σακ βουαγιάζ και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα καταπράσινα φύλλα. Μετά μύρισε στο χέρι του την ευωδιά του ευλογημένου φυτού χαμογελώντας με ικανοποίηση. Αυτή η κίνηση του πατέρα μου καρφώθηκε στο υποσυνείδητο μου. Πιάνω τον εαυτό μου να την κάνω και γω χωρίς καν να το σκεφτώ. Κάθε φορά που βλέπω και μυρίζω βασιλικό σκέφτομαι τον πατέρα μου. Η κυρία που μας έδειξε το δωμάτιο μας, μας άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Έφυγε χαμογελαστή αφήνοντας το κλειδί και αντικουνουπικό παστίλιες στο κομοδίνο. Έχει κουνούπια το βράδυ, μας είπε, γιατί έχουμε πολύ πράσινο, έχουμε ωραίο κήπο. Δέντρα πολλά (βάτα πάλι τα δέντρα) και μια κληματαριά που κάνει ωραία σκιά στην πίσω αυλή που σερβίρουμε το πρωινό.

Στο μικρό μπαλκονάκι σκαρφάλωνε μια βουκαμβίλια. Είχε στρώσει χάλι τα άνθη της στο μικροσκοπικό μπαλκονάκι. Α! δεν θα γλυτώσω σήμερα από την οργιάζουσα φύση…πρέπει να το πάρω απόφαση. Τακτοποιηθήκαμε κι αναζητήσαμε τον δρόμο για την παραλία… Ο ευγενικός ξενοδόχος μας έδειξε το μονοπατακι που κατέβαινε προς την θάλασσα . Μας είπε να προσέξουμε τις φραγκοσυκιές μην τσιμπιθουμε. Μας είπε για τα ρίκια της παραλίας “δεν χρειάζεστε ομπρέλες” , για τις βερικοκιές του μονοπατιου, “Η μαρμελάδα για το πρωινό είναι από τις βερικοκιες μας” μας ανακοίνωσε με στόμφο και καμάρι.” Κόψτε αν θέλετε να δώσετε στα παιδιά, είναι η εποχή τους ” … Ούτε που ακούσαμε τίποτα από όλες αυτές τις βαρετές, μου φάνηκαν τότε, πληροφορίες. Εμάς μας ενδιέφερε μόνο η θάλασσα. Αν είχε άμμο, αν είχε αχινούς, αν είχε τσούχτρες. .. Και δεν είχε. Ούτε άμμο, ούτε τσούχτρες ούτε αχινούς, τα δύο τελευταία ευτυχώς. Πολλά δέντρα όμως. Και τα τζιτζικια συναυλία… Το πρωί μας ξύπνησαν τα πουλιά. Ε, στα δέντρα πού αλλού. Και μετά τα χειροποίητα ερασιτεχνικά πρωινά κάτω από την, εντυπωσιακή, είναι η αλήθεια, κληματαριά και από μεσημεριανά και βραδινά κάτω από πλατάνια, αχλαδιές, ροδιές, ρείκια στις ταβέρνες της περιοχής επιστρέψαμε στο σπίτι μας με τα δέντρα να με ακολουθούν με την ίδια επιμονή.

Η πρώτη δουλειά του μπαμπά να επιθεωρήσει τον κήπο.Το αυτόματο πότισμα είχε κάνει την δουλειά του. Όλα ήταν πράσινα και στην θέση τους. Οι λεμονιές του, οι πορτοκαλιές, μια βυσσινια έξω από το παράθυρο μου. Οι τριανταφυλλιές. όλα. Και όλα όπως τα αφήσαμε. Ακόμα και τα πεύκα έξω από το σπίτι που γέμιζαν το πεζοδρόμιο πευκοβελόνες και νευρίαζαν την μαμά. Βρώμα αυτά τα πεύκα πια… Τα μουρμούριζε κάθε που έπρεπε να τις σκουπίσει για να μην γεμίζουν την αυλή όταν φύσαγε. Άτιμο δέντρο. Εγώ ένα δέντρο αγάπησα κι αυτό το κόψανε. Την καρυδιά της γιαγιάς. Εκεί έκανα κούνια εκεί σκαρφάλωνα, εκεί έπαιζα και μάτωνα τα γόνατα μου.

Με έναν βαθύ αναστεναγμό κλείνω την τηλεόραση. Τα live από τις φωτιές μου έχουν μαυρίσει την ψυχή. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Ανάμεσα στις πορτοκαλιές και τις λεμονιτσες του κήπου μια γάτα έκοβε βόλτες στο σκοτάδι. Στο παρκάκι με τις δάφνες, τους αθάνατους τα ανθισμένα γιούκα και τις χαρουπιές κάποιος γείτονας έχει βγάλει βόλτα το σκυλάκι του. Μυρίζει καμένο. Στάχτες πάνω στο τραπέζι. Τις μαζεύω με ένα χαρτί. Το βλέμμα μου στο βουνό που καίγεται. Σαν λαμπάδα.

Pane di capo στις Πηγές Καλλιθέας

 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
“Δεν μου επιτρέπεται να μην μιλήσω” – Η απάντηση του Χρήστου Χωμενίδη αναφορικά με το άρθρο του για τον Θ.Μικρούτσικο
Το χειροφίλημα και ο έρωτας (μικρό δοκίμιο για τον πολιτικό ρομαντισμό), του Μάνου Στεφανίδη
Πάντως, ταλέντα υπάρχουν!, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.