Ανοιχτή πόρτα ΕΥ ΖΗΝ

«Σε είδα να κλαδεύεις…», του Αλέξανδρου Μπέμπη

»Μπέμπη τι κάνεις;» Κοντοστάθηκα στο κάλεσμα από την τρεμάμενη φωνή. Την είχα δει από μακρυά να ‘ρχεται-σεβάσμια γριούλα-με δύσκολο βηματισμό στηριζόμενη στο ομπρελίνο μπαστούνι της. Διασταυρωθήκαμε στις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου. Απόγευμα με Βαρδάρη. Αγνώριστη. »Η Βάσω είμαι δε με θυμάσαι;» Αν τη θυμόμουνα λέει. Ξεχνιούνται τέτοιες βάσεις; »Πω, πω. Βάσω εσύ;». »Ναι, εγώ είμαι. Η Βάσω. Είσαι καλά;». Η Βάσω ήταν γειτόνισσα-σ’ εκείνη τη μαγευτική γειτονιά δίπλα στο Ιπποκράτειο με τις μονοκατοικίες με τους ευωδιαστούς κήπους-φίλες με τη μάνα μου. Έπιναν τον απογευματινό καφέ τους στη σκιά της αζαλέας »λέγουσι και λέγουσι»-όπως της άρεζε να αποκαλεί το κουτσομπολιό-τα νέα της γειτονιάς. Αυτές »λέγουσι και λέγουσι» κι’ εγώ έλιωνα και έλιωνα. Τι στήθια ήταν εκείνα Θεέ μου; Τι χαράδρες; Τι κοιλάδες; Τι γάργαρη φωνή όταν τραγουδούσε Νίκο Γούναρη κάθε πρωί που έκοβε τριαντάφυλλα. Πώς φωτιζόταν το πρόσωπο της όταν μιλούσε για άντρες; Πώς έτριζαν τα πεζοδρόμια στο πέρασμά της; Μεγαλοκοπέλα που χαθήκαμε όταν κατέστρεψε τα πάντα η ανοικοδόμηση. Είχα μάθει ότι μετά από πολλά χρόνια παντρεύτηκε. Και τώρα;Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Σίγουρος ότι δεν θα παρεξηγήσει την αγένεια μου. »Ρε Βάσω…εσύ που περπατούσες και έτριζαν τα πεζοδρόμια». (Με είχε κόψει το »κυρία» πριν το Βάσω.»Σκέτο Βάσω θα με λες»). »Άστα να πάνε Μπέμπη.Τώρα τρίζω εγώ.Αλλά δεν θα με βάλει κάτω». Και γέλασε. Μόνο εκείνο το ηχηρό, γάργαρο γέλιο της είχε αφήσει αναλλοίωτο ο χρόνος. Και τα δικά μου χτυποκάρδια. Όπως τότε που η Βάσω ήταν η κυριότερη ηρωίδα στις εφηβικές μου φαντασιώσεις. Για γερές βάσεις με Βαρδάρη με πολλά μποφόρια. Τις μόνες με μουσική υπόκρουση. …»κι’ αυτό που είδα φως μου,αχ δεν το ‘χα ξαναδεί»…

Σε είδα να κλαδεύεις, σε είδα να κλαδεύεις σε είδα να κλαδεύεις,  μια τριανταφυλλιά Και πήδηξα απ’  το φράχτη και πήδηξα απ’  το φράχτη και πήδηξα απ’  το φράχτη, αχ να πάρω δυο φιλιά Κι από τότε κοπελιά μου τίκι τακ κάνει η καρδιά μου Τίκι τακ τακ τακ κάνει η καρδιά μου από τότε κοπελιά μου Σε είδα να κλαδεύεις,  σε είδα να κλαδεύεις
σε είδα να κλαδεύεις το πιο ψηλό κλαδί Κι αυτό που είδα φως μου κι αυτό που είδα φως μου
κι αυτό που είδα φως μου,  αχ δεν το ‘χα ξαναδεί  Σε είδα να κλαδεύεις,  σε είδα να κλαδεύεις σε είδα να κλαδεύεις το πιο ψηλό δεντρί Και σου ‘πιανα την σκάλα και σου ‘πιανα την σκάλα
και σου ‘πιανα την σκάλα,  ν’  ανέβεις πιο ψηλά 

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 

SHARE
RELATED POSTS
Έρωτας, της Ελένης Χατζηπέτρου
Νυχτερινές επιστροφές, πρωινές απώλειες, του Δημήτρη Κατσούλα
Η Εθνική συναίνεση περνά απ’ το στομάχι, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Leave Your Reply

*