Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Σενέ κενενέ, του Αλέξανδρου Κανταρτζή (Μπέμπης)

Spread the love

Ο Αλέξανδρος Μπέμπης (Κανταρτζής) είναι επιχειρηματίας

”Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία

απ’ την Υπάτη το ‘σκασα και πήγα στη Λαμία”…

(Η προσευχή της παρθένου από ΤΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ των Μάνου Χατζιδάκι-Νίκου Γκάτσου).

Κάθε φορά που θυμάμαι την Μ., έρχεται στο μυαλό μου αυτό το τραγούδι από το έργο των δύο μεγάλων δημιουργών και αντιστρόφως,

που ερμήνευσε με τον ξεχωριστό προσωπικό της τρόπο η Μελίνα.

(Ένα έργο που κατά την ταπεινή μου άποψη συγκαταλέγεται ανάμεσα στα δέκα καλύτερα της εγχώριας δισκογραφίας).

Τόσο ήταν λοιπόν-δεκαπέντε χρονών-η Μ. όταν το ΄σκασε από το χωριό της και πήγε στο Κιλκίς αφού ”κλέφτηκε” και παντρεύτηκαν κρυφά

με τον χωροφύλακα τον κρητικό από τα Σφακιά που αδιαφόρησε για τις υποχρεώσεις της στολής του επειδή

”Ήμουν μικρούλα κι’ άπραγη και δροσερή κι’ ωραία

πώς το ‘παθα μανούλα μου κι’ αγάπησα εκδορέα”…

διότι εκδορέας και όχι μόνο, αποδείχθηκε ο, κατά δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερός της, σφακιανός.

Είχε και βάναυση συμπεριφορά, διαχρονικά καταγεγραμμένη από την εποχή των σπηλαίων μέχρι τις μέρες μας των αρσενικών προς τα θηλυκά

...”Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη

γι’ αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη”…

Βέβαια στην περίπτωσή μας δεν την έπνιξε, ίσως αναλογιζόμενος τις συνέπειες λόγω επαγγέλματος, την ξυλοφόρτωνε όμως συστηματικά,

καθημερινά και ανελέητα για να την χαλιναγωγήσει.

Μια μέρα πήγε στο χωριό της για να πει στους γονείς της τα καθέκαστα και την ξυλοφόρτωσε και ο πατέρας της και την έδιωξε δια παντός.

Αυτός για να την τιμωρήσει ως μίασμα της οικογένειας.

Πήρε λοιπόν τη μεγάλη απόφαση, εγκατέλειψε τον σφακιανό, το χωριό και το Κιλκίς και κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη. Μόνη, ολομόναχη.

Εκεί…

...”Στο δρόμο με σφυρίζανε και με φωνάζαν Γκόλφω

μα ευτυχώς τον Τάσο μου τον λέγανε Ροδόλφο”…

…επειδή…

…”Ήμουν ψηλή κι’ ανάλαφρη κι’ αφράτη και μοιραία

πώς έμπλεξα μανούλα μου με τέτοιο διαφθορέα”…

Έτσι την έβλεπαν όλοι, σαν αντικείμενο και ευκαιρία προς εκμετάλλευση και σφαζόταν τα παλικάρια στην ποδίτσα της, ποιός θα την πατρονάρει πρώτος

Εδώ κάπου όμως αρχίζει η διαφοροποίηση από τον στίχο του Γκάτσου…

…”Από σκαλί σ’ άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος

πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος.

Κι  απ’ το Ροδόλφο στο Μηνά κι απ’ τον Κοσμά στον Πάνο

πελάγωσα μανούλα μου και τώρα τι να κάνω”…    

Διότι η Μ. όχι μόνο δεν πελάγωσε ούτε πήρε σοκάκι λάθος αλλά επέλεξε έναν δρόμο αξιοσέβαστο.

Έπιασε δουλειά σαν κουμπωτρυπού στον ακμαίο την εποχή εκείνη κλάδο του ρούχου στη Θεσσαλονίκη.

Με λίγα χρήματα που εξοικονόμησε αγόρασε ένα μηχανάκι ”μαντάρονται θηλιές καλσόν” και τα απογεύματα διόρθωνε τις κάλτσες και τα καλσόν

που της πήγαιναν οι γυναίκες τις γειτονιάς, βγάζοντας έτσι φιλότιμα μερικές ακόμη δραχμούλες.

Όλα αυτά όμως μέχρι τις εφτά. Από τις εφτά μέχρι τις δέκα, τρεις ώρες αφιέρωνε στον εαυτό της…

Το επόμενο πρωί πάλι τα ίδια. Μεροδούλι μεροφάι και το βράδυ δικό της. Ολόδικο της,

Όταν μια γειτόνισσα την κουτσομπόλεψε ότι έκανε το κορμί της κέντρο διερχομένων αλλάζοντας τους άντρες σαν τα πουκάμισα,

έδωσε την αποστομωτική απάντηση ”δικά μου είναι η καρδιά και το κορμί ό,τι θέλω τα κάνω”.

Αυτό όχι από κάποιον σεξουαλικό παροξυσμό ή εκδικητική για τα αρσενικά μανία αλλά από γενναία στάση.

Δεν ήθελε να φτάνει τη σχέση στο σημείο να την θεωρήσουν δεδομένη και εξαρτώμενη.

Εδώ ήταν που ξεκίνησε και η δική μου ιστορία μαζί της.

Ένα απόγευμα που την συνάντησα στο δρόμο, την ρώτησα ”γιατί με όλους τους άλλους και όχι και μαζί μου”, η απάντησή της ήταν τσεκουράτη.

”Μικρέ, συνέχισε να βαράς μαλακία και όταν γίνεις δεκαοκτώ έλα να σου κάνω το δώρο σου”.

Και κράτησε την υπόσχεσή της και μου το έκανε και ήταν από τα καλύτερα δώρα γενεθλίων που δέχθηκα εδώ και πολλές δεκαετίες.

Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι της χαράς και της ηδονής μου διηγήθηκε την ιστορία της.

Στην ερώτησή μου πώς χώρισαν με τον χωροφύλακα μου είπε ”σενέ κενενέ”. (Για καλή της τύχη ο δικηγόρος της ήταν ανεψιός του μητροπολίτη).

Ήταν αγράμματη και δεν μπορούσε να πει ”κοινή συναινέσει”!!!

Αγράμματη, όμως τόσο ντόμπρα, τόσο σταράτη και κυρίως τόσο δυναμικά αξιοπρεπής και μαχητικά υπερήφανη. 

Υ.Γ. Αφιερωμένο σε όλες εκείνες τις γυναίκες που πέφτουν θύματα δολοφονιών, βάναυσης συμπεριφοράς και εκμετάλλευσης,

από εκδορείς, διαφθορείς και άλλα παρόμοια υποκείμενα της ίδιας συνομοταξίας.  

SHARE
RELATED POSTS
Της ξηρανθείσης Συκής ή, Η ψυχή των φυτών, του Μάνου Στεφανίδη
Η συμφορά τής συμφόρησης, του Νότη Μαυρουδή
Τα δικά μου λάθη, του Δημήτρη Κατσούλα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.