Ανοιχτή πόρτα Βιβλίο ΕΥ ΖΗΝ

Σαν ευχή για τα Χριστούγεννα του 2018, του Κωστή Α. Μακρή

Μερικές φορές νιώθω «πως ξεχειλάει μέσα μου μια θάλασσα από ευγνωμοσύνη σιωπηλή και συγκρατημένη. Είναι ένα δυνατό μύρο που μαζεύεται αξεθύμαστο στην καρδιά μου, σαν μέσα σε βουλωμένο μυρογυάλι».

Τα λόγια στα εισαγωγικά είναι παρμένα από το απόσπασμα του Στράτη Μυριβήλη που ακολουθεί.

Η ευγνωμοσύνη όμως είναι όλη δικιά μου.

Ευγνωμοσύνη που γεννήθηκα.
Ευγνωμοσύνη που γεννήθηκα στον χρόνο και στον τόπο που γεννήθηκα.

Ευγνωμοσύνη που με δίδαξαν ―όσα…― γράμματα και μπορώ να διαβάζω βιβλία.

Ευγνωμοσύνη που μπορώ ξανά να διαβάζω το βιβλίο «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» του Στράτη Μυριβήλη και να στριμώχνονται μέσα μου καλά κι αγαθά συναισθήματα, σαν από έναν ξεχειλισμένο χείμαρρο ανθρωπιάς που ψάχνει διέξοδο σε μια θάλασσα αγάπης και ελπίδας.
Ήμουν κοντά δεκατριών χρόνων όταν για πρώτη φορά διάβασα αυτό το βιβλίο και πρωτόγνωρες εικόνες, λέξεις και φράσεις και συναισθήματα με είχαν συνταράξει.

Ευγνωμονώ τους γονείς μου που μιλούσαν μπροστά μου για τα βιβλία που τους άρεσαν και που πολλά απ’ αυτά βρισκόντουσαν στην οικογενειακή μας βιβλιοθήκη, καλώντας μας να τα ανοίξουμε. Χωρίς καμιά λογοκρισία. Από τα παραμύθια του Άντερσεν μέχρι το Δεκαήμερο του Βοκάκιου κι από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη μέχρι τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ· που μαζί με τον αδερφό μου το ξεφυλλίζαμε, ψάχνοντας τις πιο διεγερτικές σελίδες αρκετά πριν το ανακαλύψουμε ως όλον.

Τη «Ζωή εν τάφω» την ξαναδιάβασα κάπως μεγαλύτερος. Και μετά πάλι.  Και πάλι μέχρι που κάποια στιγμή το έχασα το βιβλίο όπως και το μητεροπατρικό σπίτι.

Και φέτος ―τύχη αγαθή― το ξαναπήρα να το έχω να το ξαναδιαβάζω.

Θυμάμαι τίτλους κεφαλαίων, θυμάμαι φράσεις, θυμάμαι συγκινήσεις μέχρι δακρύων. Και πάντα νιώθω ευγνωμοσύνη για πράγματα ανείπωτα που η γλώσσα του συγγραφέα, παρέα με τον ώριμο αναγνώστη τους δίνει κάποιο σχήμα, ανείπωτο κι αυτό αλλά που σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις απαντήσεις ακόμα και για ερωτήματα που δεν έχουν τεθεί και πως η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι ένα ταξίδι με τέρμα αλλά ένα ταξίδι με τέλος, δηλαδή με σκοπό· που νομίζω ότι και ποτέ να μην τον φτάσεις θα έχεις ήδη αγγίξει τον ουρανό.

Και νιώθω ξανά ευγνωμοσύνη για την τύχη μου να μπορώ να διαβάζω, για τη γλώσσα που ―όσο…―  κατανοώ και για τον Στράτη Μυριβήλη που έναν αιώνα (σχεδόν) μακριά από το δικό μου σήμερα και από όλους εμάς, στον Κόσμο, στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στη στενή μας γειτονιά, σε εμάς, στέλνει ένα πανίσχυρο μήνυμα ειρήνης και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους.

Κάτι σαν «Καλά Χριστούγεννα για ΌΛΟΝ τον κόσμο».

Και λέω μαζί του:
«Καλά Χριστούγεννα σε όλον ―μα ΌΛΟΝ!― τον Κόσμο.

24 Δεκεμβρίου 2018

Κωστής Μακρής

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

Ακολουθεί το απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΖΑΒΑΛΗ ΜΑΪΚΩ»

Πρόκειται για τη σπιτονοικοκυρά μου την Άνtchω.

Αναφουφουλιάζει και φρεσκάρει κάθε μέρα το στρωμάτσο που μου γέμισε με καλαμποκόφυλλα. Μου φέρνει μια χοντρή κούπα γάλα κάθε πρωί κι όλη την ώρα που τη ρουφώ, γέρνει πλάι το κεφάλι και με βλέπει σοβαρά και ιλαρά με τα χέρια ενωμένα στην ποδιά της. Με κανακεύει σαν ένα άρρωστο μωρό. Είναι μια φροντίδα στοχαστική και προνοητική, πολύξερη όσο κι απλή στην εκδήλωσή της. Μου την προσφέρει με μιαν ήσυχη και σεμνή αφέλεια, που μολαταύτα κάποτες παίρνει μια μορφή επίσημη, σχεδόν τελετουργική. Αυτή η μεγαλόπρεπη μητέρα, με το λευκό και αυστηρό πρόσωπο, με τα γυμνά καθαρά πόδια και το πολύζωστο τριχόσκοινο στη μέση, είναι μια γυναίκα από άλλη φυλή, και δεν έγιναν ακόμα είκοσι μέρες που τη γνώρισα. Ωστόσο προβλέπει μ’ ένα θαυμαστόν τρόπο ένα σωρό μικροπράγματα για ανάγκες και συνήθειές μου που δεν ήταν ποτές δικές της. Τις μυρίζεται με το ένστιχτο που μόνο το μητρικό φίλτρο γυμνάζει μέσα στις γυναίκες. Και τις θεραπεύει με μια σοβαρή καλοσύνη, τόσο σοβαρή, που ποτές μου δεν τόλμησα να της πω ένα ευχαριστώ. Μου φαίνεται πως θα τη βρίσω μ’ αυτήν την τυπική την χωραΐτικη λέξη. Αιστάνουμαι πως θα τάραζα μ’ αυτή την έκφραση του συμβατικού πολιτισμού μας τούτη την άκρατη και πηγαία ανάβρα της καλοσύνης, που ρέει δίπλα μου έτσι φυσικά, σαν μες από τη φούχτα του Θεού. Ύστερα θα ‘τανε κι αστείο. Δε θα ‘κανα άλλο παρά να λέω και να ξαναλέω από το πρωί ως το βράδυ «σπολλάτ γκοσποντίνα» για όλες τις μικρές ευεργεσίες που μου γίνονται κάθε στιγμή μέσα στο σπίτι της. Καταλαβαίνω μονάχα πως ξεχειλάει μέσα μου μια θάλασσα ευγνωμοσύνης σιωπηλής και συγκρατημένης. Είναι ένα δυνατό μύρο που μαζεύεται αξεθύμαστο στην καρδιά μου, σαν μέσα σε βουλωμένο μυρογυάλι.

Λοιπόν αυτό που έμαθα σήμερα είναι πως η Άνtchω έχει δύο γιους στρατιώτες. Είναι στα χαρακώματα του Περιστεριού αυτά τα παιδιά. Μαζί με τους οχτρούς που ‘χαμε αντίκρυ μας. Αυτός είναι ο θησαυρός που ξεσκάλισα σήμερα μέσα σ’ αυτή τη χωριάτικη ψυχή, που ‘ναι αγνή σαν τ’ απάτητο χιόνι.

Τούτοι εδώ μιλάνε μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν κι οι Σέρβοι κι οι Βούλγαροι. Τους πρώτους τους μισούνε, γιατί τους πιλατεύουν και τους μεταχειρίζουνται για Βουλγάρους. Και τους Βουλγάρους τους μισούν, γιατί πήραν τα παιδιά τους στον πόλεμο. Εμάς τους Ρωμιούς μάς δέχουνται με κάποια συμπαθητική περιέργεια, μόνο και μόνο γιατί είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υποταχτικοί του Πατρίκ, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η ιδέα του Πατριαρχείου απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη σε μια μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνω σε τούτο τον απλοϊκό χριστιανικόν κόσμο. Παράξενη, γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τους δεσποτάδες που έστελνε στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής μόνο την όχτρα του ήταν φυσικό να εξασφαλίσει. Ο γερο-Κύριλλο, που είναι ο πεθερός της Άνtchως και μου χαρακτηρίζει τη νέα γενιά για άπιστη και αποστάτισσα, θυμάται ακόμα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πώς γινόταν η περιοδεία του Δεσπότη σαν ήταν για να μαζέψει από τα χωριά της επαρχίας του τα «δοσίματα». Ερχόταν σε μια «νταλίκα» στολισμένη στα βελούδα, μέσα ήταν ξαπλωμένος σε παχιά στρωσίδια ο Δεσπότης και μπροστά, πλάι στον αμαξά, ο Διάκος. Όλα αυτά καλά και άξια, μόνο που η βαριά νταλίκα αντίς για αλόγατα είχε ζεμένους στα λουριά χωριάτες. Ο αμαξάς κρατούσε ένα γερό καμουτσί. Κάπου-κάπου τόπαιρνε στο χέρι ο Διάκος. Μολαταύτα η γοητεία από το ελληνικό Βυζάντιο βαστάει. Ύστερα είναι και οι τάφοι των προεστών και των παπάδων τους πούναι σκαλισμένοι με τα ιερά και μυστηριώδικα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα είναι γραμμένα στα παλιά σκεβρωμένα κονίσματά τους, γύρω από τ’ ασκητικά κεφάλια των αγίων του Βυζαντίου και μέσα στα κιτρινισμένα Βαγγέλια. Αυτά όλα μας κάμουν προνομιούχους αντίκρυ στα μάτια τους. Μολαταύτα δε θέλουν νάναι μήτε Μπουλγκάρ μήτε Σ’ρρπ μήτε Γκ’ρρτς.

Έτσι, το πάρσιμο των δυο παλικαριώ της στον πόλεμο η Άνtchω το δέχεται σαν ένα βαρύ κακό πούπεσε μέσα στο σπίτι, σαν οργή Θεού.

Υποτάζεται ταπεινά και καρτερικά σ’ αυτή την ακαταγώνιστη δυστυχία, με τα χέρια δεμένα στην ποδιά της. Και μονάχα προσεύκεται. Κ’ εμένα, που στάθηκα τόσους μήνες με οπλισμένο χέρι αντίκρυ στα παιδιά της, που μπορεί και να τα σκότωσα μέσα στη φαντασία της, με βλέπει το ίδιο σαν ένα ακόμα θύμα της ίδιας θεομηνίας. Η συμπόνεσή της πέφτει πάνω μου καθάρια σαν τη βροχή τ’ ουρανού. Δίχως βαρυγκόμιση, δίχως πικρή επιφύλαξη, δίχως παράπονο. Είμαι και γω στα μάτια της μονάχα ένας «άchκερ», ένας «ζάβαλη άchκερ», δυστυχισμένος στρατιώτης. Ωστόσο μπορούσε περίφημα μια νύχτα, σε κάποια σύγκρουση περιπόλων που τρακάρουνε στα τυφλά, μπορούσε να τύχαινε η καρδιά των παιδιών της αντίκρυ στη λόγχη μου. Κι η λόγχη μου θα ‘μπαινε βαθιά, θα ‘μπαινε ψυχρή μέσα στην καρδιά των παιδιών της. Θα ‘μπαινε, καημένη Άνtchω, μέσα στη δική σου την καρδιά. Μα δεν το βάζει ο νους της να μολέψει με μια τέτοια σκέψη την απλωτή χειρονομία της, σαν μου προσφέρνει στη χοντρή χωματένια κούπα με τα κόκκινα και μαβιά λουλούδια το φρεσκοαρμεγμένο γάλα της γελάδας. Αυτό που μου τ’ αρμέγει τραγουδώντας κάτω στο ντάμι η κόρη της η Γκιβέζω, η γλυκιά αδερφή των δύο άγνωστών μου οχτρών. Και σα μου φρεσκάρει το στρωμάτσο για να το κάμει όσο είναι βολετό πιο ξεκουραστικό για το πονεμένο κορμί μου, δε συλλογιέται πως μπορεί ο ίδιος εγώ αύριο-μεθαύριο να ξεκοιλιάσω τα παιδιά της. Με ρωτάει όμως συχνά για τη μάνα μου:

— Τώρα θα κλαίει;

— Ναι, θα κλαίει.

— Και θα σας απαντέχει;

— Θα μας απαντέχει…

— Ζάβαλη μάικω!

Σωπαίνει, κρατά τη σαγίτα και με κοιτάζει με αγαθά, γαλάζια μάτια. Ύστερα λέει με μονότονη φωνή:

— Πρώτα μου τα πήραν οι Σέρβοι. Τα κατέβασαν από το κάρο, τα ‘δειραν και μου τα πήρανε. Είστε Σέρβοι, φώναζαν, γιατί δεν θέλετε να πολεμήσετε το Βούλγαρο; Κατόπι ήρθαν μαζί με τους Γερμανούς οι Βούλγαροι. Είστε Βούλγαροι, φώναζαν. Μπρος, να πολεμήσετε το Σέρβο. Και άιντε ξύλο, και άιντε φυλακή.

― Ζάβαλη μάικω!»

_________________________________

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΖΑΒΑΛΗ ΜΑΪΚΩ», σελ. 194-196 του βιβλίου «Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» του Στράτη Μυριβήλη, Εκδόσεις  ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 4η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2018
Ο Στράτης Μυριβήλης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Ευστράτιος Σταματόπουλος) γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1890, Σκαμιά Λέσβου και πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969, Αθήνα.

SHARE
RELATED POSTS
08035e6c-724d-4f8a-a19d-6c9670338cef.jpg
Μετά τη μάχη, της Μαρλένας Σκουλά-Περιφεράκη
Kostis A. Makris
Ερωτοτροπίες, του Κωστή Α. Μακρή
«Το δακτυλίδι της Θεάς». Κεφάλαιο 6ο: Ρουτίνα, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*