Ανοιχτή πόρτα

Πώς είπαμε πως σε λένε εσένα, χρυσό μου;, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Spread the love

-Πώς σε λένε χρυσό μου;

-Δεν σας λέω.

-Γιατί δεν μου λες πουλάκι μου. Μην φοβάσαι μάτια μου.

-Εγώ δεν φοβάμαι. Εσείς να φοβηθείτε.

-Εγώ, να φοβηθώ ένα τόσο γλυκό κοριτσάκι που μου φαίνεται πως έχει χαθεί εδώ στις ερημιές ;  Το ξέρεις πως είναι επικίνδυνο να είσαι έξω τέτοια ώρα και μάλιστα μόνη σου; Το ξέρουν οι γονείς σου;

-Το ξέρουν.

-Και δεν ανησυχούν.

-Οι γονείς μου με στείλανε.

-Οι γονείς σου; Άλλο πάλι κι ετούτο! Μην φοβάσαι πουλάκι μου, τώρα είμαι εγώ εδώ και θα σε πάω σπίτι σου.

-Σας είπα, δεν φοβάμαι, δεν έχω χαθεί και επίσης δεν έχω σπίτι.

-Τί ακούω ο περιπατητής! Αυτά δεν είναι αστεία και θα με κάνεις να θυμώσω. Τα καλά παιδάκια δεν πρέπει να λένε ψέματα.

-Δεν σας λέω ψέματα και ποιός σας είπε πως είμαι καλό παιδάκι. Για την ακρίβεια δεν είμαι καν παιδάκι.

-Α, εδώ θα τα χαλάσουμε. Κι αν δεν είσαι παιδάκι τί είσαι; Πλάκα έχεις. Έλα, πάμε στο τελεφερίκ, να σε κατεβάσω στην πόλη, να πάμε στην αστυνομία μπας και βρούμε άκρη. Στον δρόμο μπορεί και να μου πεις την αλήθεια για το πώς βρέθηκες εδώ  τέτοια ώρα μοναχούλα, να μου πεις και τ΄ονοματάκι σου. (Mιλώντας στον εαυτό του: Είπα και γω να πάω στο βουνό ένα Σάββατο να αναπνεύσω καθαρό αέρα και κοίτα πώς έμπλεξα ο χριστιανός!)

-Να έρθω, αν και σας λέω πώς δεν θα προλάβουμε.

-Τί δεν θα προλάβουμε;

-Θα βρέξει.

-Μπα, δεν νομίζω, κοίτα τα συννεφάκια πόσο μακριά είναι από μας. Αλλά ακόμα κι αν βρέξει, τί, φοβάσαι μιά βροχούλα;

-Εγώ όχι. Εσείς θα έπρεπε. Αλήθεια, να σας ρωτήσω κάτι;

-Ότι θες.

– Ασφάλεια ζωής σε περίπτωση που σας χτυπήσει κεραυνός, έχετε;

-Αχαχαχα, για τόσο μικρούλα εσύ ξέρεις πολλά! Πάντως, δεν νομίζω πως θα βρέξ…ουπς, μια σταγόνα έπεσε στο μάτι μου!

-Σας το είπα. Θα ρίξει καρέκλες. Ξέρω, ξέρω.

-Ε, καλά, μιά σταγονίτσα δεν είναι και τόσο φοβερό. Περαστικό συννεφάκι…(Κοιτώντας ξανά προς τον ουρανό: Kαλά, πότε ήρθε από πάνω μας τούτο το μαύρο πράμα! ΄Ελα Παναγία μου!) Και για να έχουμε καλό ρώτημα, εσύ από πού ξέρεις, ξέρεις;

-Από τον μπαμπά μου ξέρω. Κι από την αδερφή μου. Γενικά όλη μας η οικογένεια ασχολείται με τον καιρό.

-Μπα, η δουλειά του μπαμπά σου είναι μετεωρολόγος;

-Όχι ακριβώς. Θα έλεγα μάλλον το αντίθετο.

-Το αντίθετο; Δεν καταλαβαίνω.

-Να, ο μπαμπάς μου είναι η δουλειά του μετεωρολόγου.

-Μιλάς πολύ περίεργ…Αμάν, τώρα έπιασε κανονική βροχή. Κοίτα να δεις που είχες δίκιο! Έλα πάμε λίγο πιό γρήγορα να προλάβουμε… Κοίτα που σκοτείνιασε κιόλας!

-Μα δεν με ακούτε όταν σας μιλάω.

-Καλά, καλά, σε ακούω…τρέξε τώρα.

(Τώρα βρέχει καταρακτωδώς, όλα σκοτεινιάζουν και ακούγονται μπουμπουνητά!)

– Και να ξέρεις, το όνομά σου δεν μου το είπες ακόμη κι  αυτό δεν είναι καθόλου ευγενικό. Εμένα μα λένε…

-Αχ, μην μου πείτε. Δεν θέλω να ξέρω ονόματα γιατί μετά τα μπερδεύω στο μέτρημα.

-Πιό μέτρημα, μετράς όποιον γνωρίζεις;

-Όχι όλους, μόνο όσους δεν με προσέχουν.

(Τώρα τρέχουν μέσα στην μπόρα και προσπαθούν να αποφύγουν τα κλαδιά από τα δέντρα που πέφτουν τριγύρω τους)

-Καλά και πώς τους ξεχωρίζεις; Αυτό δεν το έχω ξανακούσει!

-Τους ξεχωρίζω αλλιώς. ‘Εχω δικό μου σύστημα. Τους ονομάζω «αυτοί που  συνάντησα στο βουνό-καλή ώρα»,  «αυτοί που με πέτυχαν στην θάλασσα», «της πόλης», «του χωριού», «στο μποστάνι», «στον δρόμο»…τέτοια. Τους ξεχωρίζω γεωγραφικώς, καταλάβατε;

-Προσπαθώ…αν και πιό σημαντικό νομίζω πως είναι να μου πεις το όνομά σου.

-Να σας το πω, αφού λυσσάξατε.  Έτσι κι αλλιώς μετά που θα σας χτυπήσει ο κεραυνός, αν την σκαπουλάρετε δηλαδή, δεν θα το θυμάστε… Αλλά και να το θυμάστε δεν θα σας πιστεύει κανείς…οπότε.

(Τώρα πιά δεν βλέπουν πού πηγαίνουν, βρίσκονται στην μέση μιά φοβερής ξαφνικής καταιγίδας. Αρχίζουν να φωνάζουν δυνατά γιατί οι βροντές σκεπάζουν τις φωνές τους. Βρίσκουν ένα μεγάλο δέντρο και ο περιπατητής αποφασίζει να μείνουν εκεί μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα.)

-Θα κάτσουμε εδώ μέχρι να καταλαγιάσει η μπόρα. Για πες μου λοιπόν, πώς σε λένε;

– Νεφέλη με λένε.

-Νεφέλη; Τί μου θυμίζει αυτό το όνομα, τί μου θυμίζει; Σα να το άκουσα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου όπως ερχόμουν το πρωί! Νεφέλη σκέτο; Επώνυμο δεν έχεις;

-Καλέ πώς δεν έχω. Έχω και παραέχω, αλλά είστε ο πρώτος που ρωτάει.

-Ο πρώτος;! Μα πώς είναι δυνατόν. Δεν θέλει κανείς να μάθει ολόκληρο το όνομά σου; Πολύ παράξενο!

-Μάλιστα κύριε, είναι πολύ παράξενο. Ολόκληρο το όνομά μου είναι, Νεφέλη Συννεφούλη-Τυφώνα του Μίνωα και της Θύελλας, το γένος Ανεμοστρόβιλου. Την αδερφή μου της λένε Αριάδνη, θα την έχετε ακουστά και σίγουρα έχετε ακούσει και για τις θείες και τις ξαδέρφες μου από το εξωτερικό. Την ξαδέρφη Ίρμα, την ξαδέρφη Σάντυ…είχαν κάνει μεγάλο σουξέ κάποτε.  Ειδικά η θεία Κατρίνα είναι πολύ διάσημη. Πολύ!  Ναι, όλο γυναικεία ονόματα σας αναφέρω, σωστά το παρατηρήσατε. Είναι που και το σόϊ του μπαμπά και το σόï της μαμάς είναι γυναικόσογα!  Ο παππούς μ΄αυτόν τον καημό πήγε, που δεν άκουσε το όνομά του. Ο καημένος ο συγχωρεμένος ο παππούς,  και μιά που μιλάμε για συγχωρεμένους  δεν κάνετε ένα έτσι να τρέξετε μακριά από αυτό το δέντρο γιατί εδώ μάλλον θα σκάσει εκείνος ο κεραυνός που σας έλε…

…γα πιο πριν…

Και  το ΄πα η γρουσούζα! «Ασφάλεια ζωής για πτώση κεραυνού έχετε;»

«Από πού είσαι ποταμάκι; Από κείνο το βουνό.

Πώς τον λένε τον παππού σου;  Σύννεφο στον ουρανό.

Ποία είναι η μάνα σου; Η μπόρα,

Πώς κατέβηκες στην χώρα;

Τα χωράφια να ποτίσω και τους μύλους να γυρίσω.

Στάσου να σε ιδούμε λίγο ποταμάκι μου καλό.

Βιάζομαι πολύ να φύγω, ν΄ανταμώσω το γιαλό.»

Στίχοι: Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg

 

 

 

 

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Μανώλης Δημελλάς
Βαρδινογιάννης, Μπόμπολας, Ψυχάρης. Ποιος θα πετάξει το αναμμένο σπίρτο;, του Μανώλη Δημελλά
Θάνο, με μπερδεύεις, του Δημήτρη Κατσούλα
Gerotasos
Bova Marina, τοῦ Τάσου Γέροντα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.