Tuesday, Feb 18, 2020

Ανοιχτή πόρτα Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας: γνωρίζοντας τον Ανώτατο Θεσμό: οι Πρόεδροι, το Κτήριο Τσίλλερ, το Εθνόσημο, τα Τάγματα Αριστείας

Μόνο στη Ρόδο: Αποστόλου Παύλου 50 (Ανάληψη)-Βενετοκλέων (Στάδιο ΔΙΑΓΟΡΑΣ)-Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ)-Λεωφόρος Κρεμαστής – Πηγές Καλλιθέας (από Μάιο-Οκτώβριο) & catering Γάμοι-Βαπτίσεις, Συνέδρια, Εκδηλώσεις

PANE DI CAPO – AT RHODES – ΣΤΗ ΡΟΔΟ – ΤΗΛ: 22410-69007

Ευλογημένο, Δημιουργικό, Αισιόδοξο, Υγιές, Ειρηνικό 2020


Διαβάστε το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Πανούση στην iΠόρτα για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που θα δημοσιευθεί απόψε τα μεσάνυχτα. 2.1.2020


Η περιοχή όπου βρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο ήταν μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έξω από το σχέδιο πόλεως της πρωτεύουσας. Τα Ανάκτορα, σημερινή Βουλή, ήταν το όριο της πόλης προς Ανατολάς. Πίσω από αυτό απλώνονταν άκτιστες εκτάσεις, χωράφια και περιβόλια. Τα μόνο κτίρια που διακρίνονται στους χάρτες της εποχής είναι το Μέγαρο της Δουκίσσης Πλακεντίας “Ιλίσια” (σημερινό Βυζαντινό Μουσείο) και η Μονή Πετράκη, κτισμένα και τα δύο στην εξοχή μακριά από το κέντρο της πόλης. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι όταν το 1854 αποφασίζεται η ίδρυση ορφανοτροφείου θηλέων κάτω από την προστασία της Βασίλισσας Αμαλίας, το οικόπεδο που επελέγη βρισκόταν δίπλα ακριβώς στο σημερινό Προεδρικό Μέγαρο. Το ορφανοτροφείο “Αμαλιείον” (κατεδαφισμένο σήμερα) βρισκόταν μεταξύ των οδών Ηρώδου Αττικού, Λυκείου και Στησιχόρου. Άκτιστα επίσης παρέμεναν και τα επί του άξονα της λεωφόρου Κηφισίας (σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας) οικόπεδα τα οποία το κράτος προόριζε για την ανέγερση υπουργείων.

Στις αρχές του 1870, το δημόσιο επέτρεψε την πώληση οικοπέδων σε ιδιώτες. Κτίζονται τότε τα πρώτα ιδιωτικά μέγαρα που στεγάζουν τις μεγαλοαστικές οικογένειες της Αθήνας. Κατά τη δεκαετία του 1890 ανατίθεται στον αρχιτέκτονα Έρνεστ Τσίλλερ η οικοδόμηση του Ανακτόρου του Διαδόχου (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο), στη θέση όπου βρισκόταν ο βασιλικός λαχανόκηπος. Το οικόπεδο καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των οδών Ηρώδου Αττικού, Αραβαντινού, Ησιόδου, Μελεάγρου και Διοχάρους (σημερινή Βασιλεώς Γεωργίου Β΄).

Σήμερα που η Αθήνα επεκτάθηκε, το Προεδρικό Μέγαρο βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο της πόλης, πίσω από τον Εθνικό κήπο και το Κοινοβούλιο, στα όρια ακριβώς του ιστορικού κέντρου και της νέας πόλης.

Η οδός Ηρώδου Αττικού που φιλοξενεί το Μέγαρο, δεν είναι μόνον ένας από τους ωραιότερους δρόμους της πόλης, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική και κοινωνική ζωή αυτού του τόπου, αφού πέραν του Μεγάρου, φιλοξενεί και το Μέγαρο Μαξίμου όπου βρίσκεται το γραφείο του εκάστοτε Πρωθυπουργού.

Το Προεδρικό Μέγαρο καταλαμβάνει συνολική έκταση 27 περίπου στρεμμάτων, μεγάλο τμήμα της οποίας κατέχει ο κήπος. Στην κύρια όψη του κτιρίου, επί της Ηρώδου Αττικού, βρίσκεται η επίσημη είσοδος του Μεγάρου. Η ανεπίσημη είσοδος βρίσκεται επί της Βασιλέως Γεωργίου Β΄.

Η απόφαση για την ανέγερση του κτιρίου που στεγάζει σήμερα την Προεδρία της Δημοκρατίας ανάγεται στο 1868. Τη χρονιά αυτή γεννήθηκε ο υιός του Γεωργίου Α΄ και διάδοχος του θρόνου, Κωνσταντίνος και το Ελληνικό δημόσιο αποφάσισε να του δωρίσει, όταν ενηλικιωθεί, ιδιαίτερη κατοικία. Πράγματι, εικοσιένα χρόνια αργότερα, όταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος νυμφεύεται την πριγκίπισσα Σοφία Χοετζόλλερν, το ελληνικό δημόσιο τήρησε την υπόσχεσή του.

Ο σχεδιασμός του “Ανακτόρου του Διαδόχου”, όπως έγινε γνωστό το κτίριο, ανατέθηκε στον Ερνέστο Τσίλλερ. Το ανάκτορο άρχισε να κτίζεται το 1891 και τελείωσε έξι χρόνια αργότερα, το 1897.

Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1909 πυρκαγιά κατέστρεψε ένα μεγάλο τμήμα του κτιρίου των Ανακτόρων όπου διέμενε ο βασιλεύς, δηλαδή της σημερινής Βουλής, με αποτέλεσμα το Ανάκτορο του Διαδόχου να χρησιμοποιηθεί προσωρινά ως κατοικία και της υπόλοιπης βασιλικής οικογένειας. Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου του Α΄ (1913) και την άνοδο στο θρόνο του διαδόχου Κωνσταντίνου μετατρέπεται οριστικά σε βασιλικά Ανάκτορα.

Η χρήση του κτιρίου ως Ανακτόρων διακόπτεται το 1924 όταν καταλύεται η βασιλεία και ανακηρύσσεται Δημοκρατία. Το κτίριο χρησιμοποιείται ως Προεδρικό Μέγαρο μέχρι το 1935 και επανέρχεται στην αρχική του χρήση με την παλινόρθωση της Μοναρχίας το 1935 και την επιστροφή του Βασιλέως.

 Η Αρχιτεκτονική

Η ανάθεση της ανεγέρσεως των Ανακτόρων στον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ είχε ως όρο το σχεδιασμό ενός κτιρίου, το οποίο δεν θα ήταν μεγαλοπρεπές, ούτε κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών ανακτόρων. Τα ανάκτορα έπρεπε να συγγενεύουν μορφολογικά με τις μεγαλοαστικές κατοικίες της εποχής και να εκπροσωπούν την άρχουσα κοινωνική τάξη της χώρας. Φαίνεται ότι ο Γεώργιος Α΄ ήταν αυτός που έδωσε τις κατευθυντήριες οδηγίες.

Πρόκειται για ένα τριώροφο νεοκλασικό κτίριο, με λιτή και αυστηρή πρόσοψη που ακολουθεί τους νόμους της συμμετρίας. Το κύριο σώμα πλαισιώνεται από δύο πτέρυγες που προεξέχουν ελαφρά. Στο δεύτερο όροφο μία σειρά από διπλά παράθυρα αφήνουν ενδιάμεσα κενά όπου διακρίνονται ανάγλυφα εραλδικά σύμβολα, παραστάσεις των τεσσάρων εποχών, τα μονογράμματα Κ και Σ (Κωνσταντίνος και Σοφία) καθώς και πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας. Στη στέψη του κτιρίου ο Τσίλλερ έχει τοποθετήσει αγάλματα. Όλες οι όψεις του κτιρίου είναι απλές. Μοναδική προεξοχή αποτελεί το ιωνικό πρόπυλο της κυρίας εισόδου προς την οδό Ηρώδου του Αττικού.

Τόσο στην πρόσοψη όσο και στην κάτοψη το ανάκτορο του Διαδόχου παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τα σχέδια του Θ. Χάνσεν για τα Ανάκτορα του Πειραιά που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ο Ερνέστος Τσίλλερ υπήρξε συνεργάτης φίλος και θαυμαστής του διάσημου αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, από το έργο του οποίου ήταν λογικό να επηρεασθεί.

Οι μετατροπές που έχουν γίνει στο κτίριο στο διάστημα που μεσολάβησε από την ίδρυσή του και μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Εξαίρεση αποτελεί η προσθήκη της αίθουσας χορού (σημερινή αίθουσα διαπιστευτηρίων) το 1909 και η προσθήκη της πίσω πτέρυγας (σημερινή αίθουσα δεξιώσεων) στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Οι κατόψεις παρουσιάζουν βέβαια κάποιες αλλαγές σε σχέση με την αρχική σχεδίαση του Μεγάρου. Οι περισσότερες όμως είναι φυσικές και αναμενόμενες εφόσον το κτίριο έχει ήδη συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι η προσθήκη ενός δεύτερου κλιμακοστασίου στην πίσω πλευρά του κτιρίου, που επιτρέπει την επικοινωνία των ορόφων μεταξύ τους χωρίς να γίνεται χρήση του κεντρικού κλιμακοστασίου και η εγκατάσταση ανελκυστήρος.

Ο κήπος

Ο κήπος του Προεδρικού Μεγάρου καταλαμβάνει έκταση 25 περίπου στρεμμάτων και αποτελεί μια όαση πράσινου στο κέντρο της Αθήνας. Στα μέσα του 19ου αιώνα το χώρο αυτό καταλάμβανε ο λαχανόκηπος των Βασιλικών Ανακτόρων (σημερινής Βουλής) μια και το έδαφος στη θέση αυτή ήταν ιδιαίτερα εύφορο.

Μετά την αποπεράτωση του Μεγάρου το 1897 και τη χάραξη της οδού Ηρώδου Αττικού, ο χώρος που περιέβαλε το Ανάκτορο του Διαδόχου διαμορφώθηκε σε μεγάλο διακοσμητικό κήπο. Το σχεδιασμό φαίνεται ότι ανέλαβε το τεχνικό γραφείο του Τσίλλερ. Την επιλογή όμως των κατάλληλων φυτών θα πρέπει να επιμελήθηκε Έλληνας ειδικός, αφού τα περισσότερα δένδρα ανήκουν στην ελληνική χλωρίδα.

Το Εθνόσημο

Το έμβλημα (εθνόσημο) της Ελληνικής Δημοκρατίας αποτελείται από ένα κυανό θυρεό που σχηματίζει μία αιχμή στο μέσο της κάτω πλευράς του. Στη μέση ο θυρεός φέρει έναν λευκό σταυρό ο οποίος περιβάλλεται εξ ολοκλήρου από δύο κλαδιά δάφνης.

Το εθνόσημο ζωγραφίζεται ή υφαίνεται, κυρίως πάνω στα πηλήκια, στις στολές ή στα κουμπιά των στρατιωτικών, των οργάνων των σωμάτων ασφαλείας κλπ.

Το ελληνικό “εθνικό σημείο” προβλέφθηκε από το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος (Σύνταγμα της Επιδαύρου της 1ης Ιανουαρίου 1822) και καθορίστηκε με διάταγμα στις 15 Μαρτίου του ίδιου έτους. Τα γνωρίσματά του ήταν το κυανό και λευκό χρώμα και το κυκλικό σχήμα.

Το ελληνικό εθνόσημο υπέστη πολλές, μέχρι σήμερα, μεταβολές στο σχήμα και στις παραστάσεις μετά την πρώτη καθιέρωσή του, κυρίως εξαιτίας των πολιτειακών μεταβολών.

Το πρώτο ελληνικό εθνόσημο έφερε έμβλημα την Αθηνά και την κουκουβάγια και μετά την άφιξη του Καποδίστρια προσετέθη και ο φοίνικας σαν σύμβολο αναγέννησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα, το βασιλικό έμβλημα, με τα δυο στεφανωμένα λιοντάρια που κρατούσαν το θυρεό με το βασιλικό στέμμα, έγινε το εθνόσημο του κράτους. Τα βαυαρικό έμβλημα αντικαταστάθηκε από το δανικό μετά την άφιξη του Γεωργίου του Α΄. Μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1924 το εθνόσημο είχε απλή μορφή λευκού σταυρού πάνω σε γαλάζιο πλαίσιο. Το δανικό έμβλημα επανήλθε με την επαναφορά της βασιλείας μέχρι το 1967.

 


Τα Τάγματα Αριστείας

Από τον οικείο νόμο προβλέπεται ότι το Τάγμα του Σωτήρος απονέμεται σε Έλληνες πολίτες που διακρίθηκαν στην προάσπιση των συμφερόντων της χώρας ή στην προσφορά εξαίρετων υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα εντός ή εκτός Ελλάδος. Στην πράξη από το Τάγμα αυτό απονέμεται μόνο ο Μεγαλόσταυρος σε Αρχηγούς Ξένων Κρατών.

Τα διάσημα του Τάγματος απονέμονται σε Έλληνες πολίτες που διακρίθηκαν στους αγώνες τους για την Πατρίδα, σε οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας διοίκησης, του εμπορίου, της ναυτιλίας, της βιομηχανίας, των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης. Απονέμεται επίσης σε αλλοδαπούς που διακρίθηκαν ως προσωπικότητες και συνέβαλαν στην προβολή της Ελλάδας.

Μέχρι το 1927 διάσημα του Τάγματος απονέμονταν σε Έλληνες καθώς και αλλοδαπούς πολίτες. Όταν όμως, σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1927, απαγορεύθηκε η απονομή παρασήμων σε Έλληνες, το Τάγμα διατηρήθηκε για την αναγνώριση της προσφοράς αλλοδαπών μόνο πολιτών.

Μετά την Παλινόρθωση της Μοναρχίας το 1935 και σύμφωνα με το Α.Ν. 19-4-1935 (ΦΕΚ Α, 170) επετράπη η εκ νέου απονομή και σε Έλληνες υπηκόους.

Τώρα, πλέον, απονέμεται σε Έλληνες που διακρίθηκαν στη Δημόσια Διοίκηση, στις επιστήμες, στις τέχνες και τα γράμματα, στο εμπόριο, τη βιομηχανία και τη ναυτιλία, όπως επίσης σε αλλοδαπούς που συνέβαλαν στην εξύψωση του ονόματος της Ελλάδας στο εξωτερικό.

Τα διάσημα του Τάγματος της Ευποιΐας απονέμονται μόνο σε γυναίκες, Ελληνίδες και αλλοδαπές, για εξαιρετικές υπηρεσίες που προσέφεραν στην Πατρίδα, για πράξεις φιλανθρωπίας και για άριστες επιδόσεις στα γράμματα και τις τέχνες.


 Αρμοδιότητες

Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποτελεί τον ρυθμιστή του Πολιτεύματος. Ωστόσο, κατά το παρόν Σύνταγμα, οι ουσιαστικές αρμοδιότητες του Προέδρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις αρμοδιότητες του Πρωθυπουργού και των Υπουργών.

Οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας διακρίνονται σε συμβολικές, ρυθμιστικές, νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές, είναι συγκεκριμένες, απαριθμούνται περιοριστικά στο Σύνταγμα και διέπονται:

-Aπό τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 50 σύμφωνα με τον οποίο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει μόνο όσες αρμοδιότητες του αναθέτουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό.

-Aπό τη ρήτρα του άρθρου 35 παρ. 1 σύμφωνα με την οποία, καμία πράξη του Προέδρου δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την προσυπογραφή του αρμοδίου Υπουργού εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου.

Ειδικότερα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας:

Εκπροσωπεί διεθνώς το κράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Βουλή όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Κράτους το επιτρέπουν. Η αρμοδιότητα αυτή είναι τυπική και ασκείται ουσιαστικά από την Κυβέρνηση (άρθρο 36 παρ. 1).

Διορίζει τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς (άρθρο 37 παρ. 1).

Απαλλάσσει την Κυβέρνηση από τα καθήκοντά της αν αυτή παραιτηθεί ή απολέσει την εμπιστοσύνη της Βουλής (άρθρο 38 παρ. 1).

Αναθέτει διερευνητική εντολή προκειμένου να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής (άρθρο 37 παρ. 2, 3 και 4).

Συγκαλεί τη Βουλή σε σύνοδο τακτικά μία φορά το χρόνο και έκτακτα όταν αυτός το κρίνει εύλογο (άρθρο 40 παρ. 1).

Κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής συνόδου αυτοπροσώπως ή δια του Πρωθυπουργού (άρθρο 40 παρ. 1).

Αναστέλλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου, αρμοδιότητα που μπορεί να ασκήσει ο Πρόεδρος κατά διακριτική ευχέρεια μία φορά σε κάθε βουλευτική σύνοδο (άρθρο 40 παρ. 2, 3).

Διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει εκλογές στις περιπτώσεις που καθορίζει το Σύνταγμα: (άρθρα 32 παρ. 4, άρθρο 37 παρ. 3, άρθρο 41)

Εάν δεν τελεσφορήσουν οι διερευνητικές εντολές και επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής (άρθρο 37 παρ. 3).

Εάν έχουν καταψηφισθεί από τη Βουλή δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα (άρθρο 41 παρ. 1).

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, μετά από πρόταση της Κυβέρνησης που έχει τη ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής (άρθρο 41 παρ. 2).

Προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 44 παρ. 2 εδ. 1).

Προκηρύσσει δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά σε σοβαρό κοινωνικό θέμα, με διάταγμα που προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Βουλής, εφόσον αυτό έχει προταθεί από 120 βουλευτές και έχει αποφασισθεί από 180 βουλευτές (άρθρο 44 παρ. 2 εδ. 2).

Απευθύνει διαγγέλματα προς το λαό σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά από σύμφωνη γνώμη του Πρωθυπουργού. Τα διαγγέλματα προσυπογράφονται από τον Πρωθυπουργό και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 44 παρ. 3).

Εκδίδει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή τους. Με την έκδοση δηλ την υπογραφή του νόμου, ο Πρόεδρος πιστοποιεί τόσο τη γνησιότητα του νόμου όσο και την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας (άρθρο 42 παρ. 1).

Δημοσιεύει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή. Δημοσίευση είναι η πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας με την οποία εντέλλεται τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 42 παρ. 1).

Έχει το δικαίωμα της αναπομπής του ψηφισμένου νόμου στη Βουλή. Το δικαίωμα της αναπομπής μπορεί να ασκηθεί εντός ενός μηνός από την ψήφισή του νόμου και πρέπει να συνοδεύεται από έκθεση των λόγων της διαφωνίας του Προέδρου με το νομοσχέδιο (άρθρο 42 παρ. 1 και 2).

Εκδίδει κανονιστικά διατάγματα. Το Σύνταγμα προβλέπει τις εξής περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: (άρθρο 43)

Ο Πρόεδρος εκδίδει διατάγματα που θεσπίζουν λεπτομερειακούς κανόνες αναγκαίους για την εκτέλεση των νόμων. Το Σύνταγμα αναθέτει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την εκτέλεση των νόμων με τη σύμπραξη του αρμοδίου Υπουργού που προτείνει και προσυπογράφει. Για την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας δεν απαιτείται εξουσιοδότηση του κοινού νομοθέτη (άρθρο 43 παρ. 1).

Ο Πρόεδρος εκδίδει κανονιστικά διατάγματα με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μετά από πρόταση του αρμοδίου Υπουργού (άρθρο 43 παρ. 2).

Ο Πρόεδρος εκδίδει κανονιστικά διατάγματα για τη ρύθμιση θεμάτων που καθορίζονται σε νόμους-πλαίσια πάντοτε με τη σύμπραξη του αρμοδίου Υπουργού (άρθρο 43 παρ. 4).

Εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αποτελούν νομοθετικές ρυθμίσεις και εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου: (άρθρο 44)

Σε έκτακτες περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης (άρθρο 44 παρ. 1).

Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εξωτερικής ασφάλειας, μετά την έναρξη ισχύος των μέτρων του άρθρου 48, για να αντιμετωπισθούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών (άρθρο 48 παρ. 5).

Κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας εφόσον η Βουλή απουσιάζει ή υφίσταται αντικειμενική αδυναμία έγκαιρης σύγκλησής της, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (άρθρο 48 παρ. 2).

Διορίζει το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας (άρθρο 35 παρ. 2ε).

Απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών νόμων (άρθρο 46 παρ. 2).

Είναι ο συμβολικός αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας και απονέμει τους βαθμούς σε όσους υπηρετούν σε αυτές όπως ορίζει ο νόμος (άρθρο 45).

Ως διεθνής εκπρόσωπος του Κράτους, χορηγεί τα διαπιστευτήρια γράμματα στους διπλωματικούς αντιπροσώπους της χώρας στα ξένα κράτη και δέχεται τα διαπιστευτήρια γράμματα των ξένων διπλωματικών αντιπροσώπων (άρθρο 36 παρ. 1).

Παρεμβαίνει στη δικαστική λειτουργία με την αρμοδιότητα της απονομής χάριτος. Ο Πρόεδρος μπορεί να χαρίζει, να μετατρέπει ή να μετριάζει τις ποινές που επιβάλλονται από τα δικαστήρια και επίσης να αίρει τις κάθε είδους έννομες συνέπειες των ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη (απλή και όχι σύμφωνη) του Συμβουλίου Χαρίτων (άρθρο 47 παρ. 1).

Απονέμει χάρη σε Υπουργό που καταδικάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος. Το δικαίωμα αυτό ασκείται μόνο μετά τη συγκατάθεση της Βουλής (άρθρο 47 παρ. 2).

Διαδικασία εκλογής Προέδρου, ο όρκος, η θητεία και οι απαραίτητες προϋποθέσεις

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του Πολιτεύματος (άρθρο 30 παρ. 1).

Εκλέγεται από τη Βουλή και έχει το δικαίωμα της επανεκλογής μία μόνο φορά.

Ο εκλεγμένος Πρόεδρος πριν αναλάβει τα καθήκοντά του δίνει, ενώπιον της Βουλής όρκο, τον τύπο του οποίου καθορίζει το Σύνταγμα.

Ο Όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 33 παρ. 2)

“ Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού. ”

Η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 30)

Η θητεία του Προέδρου είναι πενταετής και παρατείνεται σε δύο περιπτώσεις:

-Σε περίπτωση πολέμου, έως τη λήξη του.

-Σε περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου δεν περατωθεί εγκαίρως, έως την ανάδειξη του νέου Προέδρου.

Τα προσόντα εκλογιμότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 31)

Τα προσόντα που πρέπει να συγκεντρώνει ο Πρόεδρος είναι τέσσερα:

-Η ελληνική ιθαγένεια, η οποία πρέπει να έχει αποκτηθεί πέντε τουλάχιστον χρόνια πριν από την εκλογή.

-Η ελληνική καταγωγή, από τον πατέρα ή τη μητέρα.

-Η συμπλήρωση του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας κατά την ημέρα της εκλογής.

-Η νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν (ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα).

Το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι ασυμβίβαστο με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.

Η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 32)

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική (δηλαδή φανερή) ψηφοφορία και σε ειδική συνεδρίαση που συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Βουλής έναν τουλάχιστον μήνα πριν λήξει η θητεία του απερχομένου Προέδρου. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας διεξάγεται είτε σε μία είτε σε δύο φάσεις ανάμεσα στις οποίες μεσολαβούν υποχρεωτικά βουλευτικές εκλογές.

Πρώτη φάση της διαδικασίας (άρθρο 32 παρ. 3)

Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τρεις επί μέρους ψηφοφορίες:

ΠΡΩΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ – 200 ΨΗΦΟΙ

Στην πρώτη ψηφοφορία απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ – 200 ΨΗΦΟΙ

Εάν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μετά από πέντε ημέρες και απαιτείται η ίδια πλειοψηφία.

ΤΡΙΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ – 180 ΨΗΦΟΙ

Εάν και πάλι δεν συγκεντρωθεί η απαιτουμένη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μετά από πέντε ημέρες και εκλέγεται Πρόεδρος Δημοκρατίας εκείνος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

Εάν αποβεί άκαρπη και η τρίτη ψηφοφορία, τότε η Βουλή διαλύεται μέσα σε δέκα μέρες και προκηρύσσονται εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής.

Δεύτερη φάση της διαδικασίας (άρθρο 32 παρ. 4)

Η δεύτερη φάση της διαδικασίας διεξάγεται από τη νέα Βουλή αμέσως μετά τη συγκρότησή της σε σώμα και περιλαμβάνει άλλες τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες:

ΠΡΩΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ – 180 ΨΗΦΟΙ

Κατά την πρώτη ψηφοφορία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ – 151 ΨΗΦΟΙ εάν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μέσα σε πέντε ημέρες και απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

ΤΡΙΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ Εάν δεν επιτευχθεί ούτε και αυτή η πλειοψηφία τότε μετά από πέντε ημέρες, διεξάγεται η τρίτη και τελευταία ψηφοφορία, μεταξύ των δύο προσώπων που πλειοψήφησαν, κατά την οποία εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Διατελέσαντες Πρόεδροι (1974-σήμερα) 

ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

(1974-1975)

Βιογραφικό

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1903. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αναγορεύθηκε Διδάκτωρ Νομικής το 1934. Το 1937 διορίσθηκε Υφηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1943 τακτικός Καθηγητής της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών της οποίας διετέλεσε Πρύτανης από το 1951 έως το 1958.

Κατά τη διετία 1951-1953 διετέλεσε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Το 1952 υπηρέτησε ως υπηρεσιακός Υπουργός Προεδρίας και Εργασίας στην Κυβέρνηση Κιουσόπουλου και το 1958 ως Υπουργός Προεδρίας στην Κυβέρνηση Γεωργακόπουλου.

Το 1929, επιτυχών πρώτος στο σχετικό διαγωνισμό δικαστών, εισήλθε ως Εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος από το 1966 έως το 1969.

Συγγραφική Πορεία

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος ανέπτυξε πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. Πρωτοεμφανίστηκε ως λογοτέχνης, στο περιοδικό Μούσα (1920-1923). Δημοσίευσε πολυάριθμα επιστημονικά συγγράμματα και λογοτεχνικά έργα καθώς και μεταφράσεις έργων Γάλλων ποιητών και πεζογράφων. Το 1968 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και κατά τα έτη 1969 και 1970 προτάθηκε από τον Πρόεδρο του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας Rene Cassin ως υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης.

Πολιτική Πορεία

Στις βουλευτικές εκλογές του 1974, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Μετά την καθιέρωση, με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 της αβασίλευτης Δημοκρατίας ως οριστικού πολιτεύματος, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος εξελέγη κατά πλειοψηφία από τη Βουλή ως προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Άσκησε τα καθήκοντα αρχηγού του κράτους από την 18η Δεκεμβρίου 1974 μέχρι την 20η Ιουνίου 1975, δηλαδή μέχρι την οριστική διαμόρφωση του νέου πολιτεύματος από την Αναθεωρητική Βουλή.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος απεβίωσε στις 31 Οκτωβρίου 2002.


(1975-1980)

Βιογραφικό

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του, το 1987. Ήταν παντρεμένος με την Ιωάννα Σεφεριάδου και είχε δυο κόρες. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σπουδές και Διπλωματία

Παράλληλα με τις σπουδές του ασχολήθηκε με τα έργα των κλασσικών Ελλήνων και λατίνων συγγραφέων καθώς και με την νεοελληνική λογοτεχνία και την ποίηση. Δημοσίευσε δύο τόμους ποιημάτων και θεατρικών έργων με το ψευδώνυμο Ύβος Δελφός.

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι το 1920 τοποθετήθηκε στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.

Μετά τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη φιλοσοφία και φιλοσοφία του δικαίου στη Χαϊδελβέργη επέστρεψε στην Αθήνα. Ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Νομικής το 1929, υφηγητής το 1930 και έκτακτος καθηγητής στη Νομική Αθηνών το 1932 στην έδρα της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και εκτοπίσθηκε στη Σκύρο, το 1941 απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή.

Πολιτική Πορεία

Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την απελευθέρωση και το 1945 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στη Κυβέρνηση Βούλγαρη, καθώς και το Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών στην Κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Το 1946 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο και πολιτεύθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Χρημάτισε Υπουργός Εθνικής Παιδείας στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1949), καθώς και Υφυπουργός Συντονισμού στη Κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου (1951).

Το 1956 προσχώρησε στο νεοϊδρυθέν κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) με το οποίο και εξελέγη βουλευτής σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Υπηρέτησε ως Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως και Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στην Κυβέρνηση Καραμανλή (1961, 1963), καθώς και Υπουργός Δικαιοσύνης στη Κυβέρνηση Κανελλόπουλου (1967).

Μετά τη μεταπολίτευση το 1974, ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1974 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Στις 20 Ιουνίου 1975, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από τη Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 210 ψήφους επί 295 παρόντων βουλευτών. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας μέχρι το Μάιο του 1980.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

(1980-1985, 1990-1995)

Βιογραφικό

O Κωνσταντίνος Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στην κωμόπολη Πρώτη Σερρών της τότε υπόδουλης Μακεδονίας. Ο πατέρας του, δημοδιδάσκαλος, είχε μετάσχει ενεργά στο Μακεδονικό αγώνα. Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και, μετά την αποφοίτησή του, άσκησε, από το 1930, τη δικηγορία στην πόλη των Σερρών.

Πολιτική Πορεία

Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος στην περιφέρεια Σερρών το 1935. Συνολικά, στην ευρύτερη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, εξελέγη 12 φορές βουλευτής, διαδοχικά, του Λαϊκού Κόμματος, του Ελληνικού Συναγερμού, της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ) και της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ). Τα δυο τελευταία κόμματα ίδρυσε ο ίδιος, αντίστοιχα, το 1956 και το 1974. Διετέλεσε, μεταξύ 1946 – 1955, υπουργός Εργασίας, Μεταφορών, Κοινωνικής Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και τέλος, Δημοσίων Έργων.

Ανέλαβε, τον Οκτώβριο του 1955, ως διάδοχος του Αλέξανδρου Παπάγου, την Πρωθυπουργία, την οποία και διατήρησε, μετά από τρεις επιτυχείς εκλογικές αναμετρήσεις, ως τον Ιούνιο του 1963, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του εξαιτίας διαφωνίας με τον Βασιλέα Παύλο. Έκτοτε, παρέμεινε επί ενδεκαετία στο εξωτερικό διατυπώνοντας, κατά αραιά διαστήματα, τις απόψεις του για την ανάγκη της αποκατάστασης του δημοκρατικού πολιτεύματος πάνω σε νέες βάσεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα, ενώ κατέρρεε η δικτατορία των Συνταγματαρχών, τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1974 και συγκρότησε, υπό την προεδρία του, την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία και αντιμετώπισε δραστικά την ανάγκη της άμεσης επαναλειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της αντιμετώπισης της εθνικής κρίσης που είχε προκληθεί μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Επικράτησε σε δυο, διαδοχικές, εκλογικές αναμετρήσεις κατά τα έτη 1974 και 1977, εξασφαλίζοντας την αδιάλειπτη άσκηση της εξουσίας ως την παραίτησή του από την ενεργό πολιτική, το έτος 1980.

Σημαντικές Στιγμές

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δυο φορές, στις 5 Μαΐου 1980 και στις 4 Μαΐου 1990.

Αποχώρησε οριστικά από τον δημόσιο βίο, το 1995, έχοντας συμπληρώσει 60 χρόνια πολιτικής ζωής. Στο διάστημα αυτό, διετέλεσε οκτώ χρόνια Υπουργός, δεκατέσσερα Πρωθυπουργός και δέκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ως Πρωθυπουργός, μεταξύ των ετών 1955- 1963, έθεσε τα θεμέλια για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας και, μεταξύ 1974 – 1980, αποκατέστησε, σε νέες βάσεις, το δημοκρατικό καθεστώς, επέλυσε οριστικά το πολιτειακό πρόβλημα και εξασφάλισε την ένταξη της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη. Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατοχύρωσε την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, συνέβαλε στην ενίσχυση της εθνικής ομοψυχίας και εξύψωσε το κύρος της Ελλάδας στο διεθνή χώρο.

Τιμήθηκε με τα ευρωπαϊκά βραβεία Καρλομάγνου το 1978 και Σουμάν το 1980, το χρυσό μετάλλιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 1983 και το ανώτατο μετάλλιο των Πανεπιστημίων των Παρισίων το 1983 για την πίστη του στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης και τον αγώνα του για την ένταξη της Ελλάδος σε αυτή. Τιμήθηκε επίσης με το χρυσό μετάλλιο του Ιδρύματος Ωνάση, το 1983, για τη συμβολή του στην αποκατάσταση της δημοκρατίας, την επίτευξη της ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, το όραμά του για την αναγέννηση της ολυμπιακής ιδέας και τις προσπάθειές του για τη σταθεροποίηση της ειρήνης στα Βαλκάνια.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απεβίωσε στις 23 Απριλίου 1998.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ

(1985-1990)

Βιογραφικό

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης γεννήθηκε το 1929 στη Θεσσαλονίκη. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετά ολιγόμηνη δικηγορία, εισήλθε στον Δικαστικό κλάδο το 1955. Με εκπαιδευτική άδεια έκανε το 1965-1967 μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι στο εμπορικό δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Είναι έγγαμος με την Έφη Αργυρίου και έχουν μία κόρη.

Δικαστική και Πολιτική Πορεία

Το 1963, υπηρετών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έγινε και διεθνώς γνωστός ως Ανακριτής της υποθέσεως πολιτικής δολοφονίας του βουλευτού της αριστεράς Γρηγορίου Λαμπράκη, την οποία με επιτυχία διεξήγαγε.

Το 1968, επί δικτατορικού καθεστώτος, απελύθη από το Δικαστικό Σώμα και στη συνέχεια συνελήφθη δύο φορές, βασανίσθηκε και φυλακίσθηκε, χωρίς δίκη, επί ένα περίπου χρόνο. Με την κατάρρευση της δικτατορίας αποκαταστάθηκε στην υπηρεσία του τον Σεπτέμβριο του 1974 με τον βαθμό του Εφέτου. Το 1981 προάγεται στον βαθμό του Προέδρου Εφετών και το 1982 στον βαθμό του Αρεοπαγίτου.

Κατά την Προεδρική εκλογή του 1985 ο Χρήστος Σαρτζετάκης προτείνεται από το κόμμα του Πα.Σο.Κ. και εκλέγεται από αυτό και τα κόμματα της αριστεράς στις 29 Μαρτίου 1985 ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παραμείνας στη θέση αυτή μέχρι τις 5 Μαΐου 1990.

Σημαντικές Στιγμές

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης είναι Επίτιμο μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πορτογαλίας, Επίτιμος Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Επίτιμο μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και μέλος επιστημονικών εταιρειών στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Έτυχε διαφόρων τιμητικών διακρίσεων και των ανωτάτων παρασήμων ξένων κρατών και είναι Επίτιμος δημότης πολλών Δήμων και Κοινοτήτων της χώρας μας. Δημοσίευσε διάφορες μελέτες νομικού και πολιτικού περιεχομένου.

Διατηρεί στο διαδίκτυο την προσωπική ιστοσελίδα: www.sartzetakis.gr


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

(1995-2005)

Βιογραφικό

O Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα στις 15 Αυγούστου 1926. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1954 άσκησε ενεργό δικηγορία μέχρι το 1974, ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών. Άρχισε να πολιτεύεται στις εκλογές του 1958 με την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Αχαΐας το 1964. Επανεξελέγη βουλευτής Αχαΐας, με τη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) στις εκλογές του 1974, 1977, 1981 και 1985. Διετέλεσε Γραμματεύς της Κοινοβουλευτικής ομάδος και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος από το 1981 μέχρι το 1985.

Πολιτική Πορεία

Το 1974 μετέσχε στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Υφυπουργός Εμπορίου. Τα επόμενα επτά χρόνια υπήρξε μέλος των κυβερνήσεων της ΝΔ ως Υπουργός Εσωτερικών από το Νοέμβριο του 1974 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1976, Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών (Σεπτέμβριος 1976 – Νοέμβριος 1977) και Υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως (1977-1981).

Τον Αύγουστο του 1985, ο Κ. Στεφανόπουλος αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία και στις 6 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους ίδρυσε το κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης (ΔΗΑΝΑ). Εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών στις εκλογές του 1989, ενώ παρέμεινε πρόεδρος του κόμματος αυτού μέχρι τον Ιούνιο του 1994, οπότε το κόμμα αυτό ανέστειλε τη δράση του.

Προεδρική Θητεία

Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 1995, το κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης (ΠΟΛΑΝ) πρότεινε και στήριξε ως υποψήφιο Πρόεδρο Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο ο οποίος με τη στήριξη και του ΠΑΣΟΚ εξελέγη στις 8 Μαρτίου 1995, κατά την τρίτη ψηφοφορία, με 181 ψήφους ως ο πέμπτος Πρόεδρος Δημοκρατίας μετά τη μεταπολίτευση του 1974 και την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος διαδέχθηκε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 10 Μαρτίου 1995. Επανεξελέγη στο Προεδρικό αξίωμα στις 8 Φεβρουαρίου 2000 με την πρώτη ψηφοφορία αφού έλαβε 269 ψήφους επί 298 παρόντων βουλευτών, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι τις 12 Μαρτίου 2005.

Έτυχε διαφόρων τιμητικών διακρίσεων και των ανωτάτων παρασήμων ξένων κρατών και αποτελούσε επίτιμο δημότης πολλών Δήμων και Κοινοτήτων της χώρας μας. Ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος απεβίωσε στις 20 Νοεμβρίου του 2016.


ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

(2005-2015)

Βιογραφικό

Ο Κάρολος Παπούλιας γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1929 στα Γιάννινα, γενέθλιο τόπο της μητέρας του. Ο πατέρας του, Υποστράτηγος Γρηγόρης Παπούλιας, Εύελπις της ηρωικής τάξεως του 1911, υπέκυψε το Σεπτέμβριο του 1936 στις κακουχίες της Μικρασιατικής εκστρατείας του 1921.Τελείωσε το δημοτικό σχολείο Πωγωνιανής και εφοίτησε στα γυμνάσια Πωγωνιανής, Ζωσιμαίας Ιωαννίνων, Παλαιού Φαλήρου και 7ου Παγκρατίου Αθηνών. Η ναζιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή του γυμνασίου Πωγωνιανής. Εντάχθηκε από τους πρώτους στην ένοπλη αντίσταση εναντίον των εισβολέων.

Νομική – Συνδικαλιστική Πορεία

Δικηγόρος σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Μιλάνου και Κολωνίας όπου και ανηγορεύθη διδάκτωρ της Νομικής Σχολής με θέμα, “Κτήση και Απώλεια της Νομής κατά το Ελληνικό και Γερμανικό Δίκαιο” υπό την επίβλεψη του διαπρεπούς νομομαθούς, καθηγητού του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου Gerhard Kegel. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Μονάχου.

Έγραψε επιτομή της ελληνικής αντίστασης που κυκλοφόρησε στο γνωστό γερμανικό εκδοτικό οίκο Suhrkamp. Μελέτες και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ξένες εφημερίδες και περιοδικά. Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 τον βρήκε στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Εκεί πρωτοστάτησε στην οργάνωση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ένωσης Εξωτερικού, η οποία οργάνωσε και κινητοποίησε τους Έλληνες εργαζομένους, φοιτητές και επιστήμονες της Δυτικής Ευρώπης εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος της πρώτης συνδικαλιστικής αντιστασιακής οργάνωσης και ήταν ένας από τους τακτικότερους συνεργάτες της Ντόϊτσε Βέλλε.

Πολιτική Πορεία

Από το Δεκέμβριο του 1974 εκλέγεται αδιαλείπτως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ. Υπήρξε μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου, μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας, Γραμματέας της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων του ΠΑΣΟΚ από τον Απρίλη του 1975 μέχρι το 1985. Διετέλεσε επί σειρά ετών μέλος της συντονιστικής Επιτροπής των Σοσιαλιστικών και Προοδευτικών κομμάτων της Μεσογείου.

Το 1974 έλαβε μέρος στις εθνικές εκλογές ως υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ στο Νομό Ιωαννίνων, δεν εξελέγη, αν και κατετάγη πρώτος σε αριθμό ψήφων του κόμματος του. Το 1977 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων και επανεκλεγόταν συνεχώς μέχρι τις εκλογές του 2004.Από το 1981 έως το 1985, επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου, διετέλεσε Υφυπουργός, Αναπληρωτής Υπουργός, και από το 1985 έως 1989 και από το 1993 έως 1996, Υπουργός Εξωτερικών. Κατά τη διάρκεια της Οικουμενικής Κυβέρνησης διατέλεσε Υπουργός Αναπληρωτής Εθνικής Άμυνας (1989-1990). Επί πρωθυπουργίας του κ. Κ. Σημίτη διετέλεσε επί σειρά ετών, 1998 έως 2004, Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης υπουργικής του θητείας ταυτίστηκε με μια διορατική και πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική. Τη δεκαετία του 1980 πρωταγωνίστησε σε όλες τις προσπάθειες επίλυσης του μεσανατολικού ζητήματος με κορυφαίο γεγονός την επιτυχή διαμεσολάβηση του για την ασφαλή αποχώρηση των εγκλωβισμένων μαχητών της παλαιστινιακής αντίστασης και του ίδιου του Αραφάτ με ελληνικά πλοία από την Τρίπολη του Λιβάνου (1983). Απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία στέρεων σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, είναι δε ενδεικτική η εξομάλυνση των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων και η θεσμοθέτηση της τριμερούς συνεργασίας Ιράν-Αρμενίας-Ελλάδος. Συνομίλησε με δώδεκα συνολικά Υπουργούς Εξωτερικών της Τουρκίας και ήταν σταθερά προσανατολισμένος στη διαρκή και επίπονη προσπάθεια εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η προσπάθεια αυτή κορυφώθηκε με την υπογραφή του Μνημονίου Παπούλια-Γιλμάζ το 1988. Υποστήριξε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας υπό τον όρο του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και του κοινοτικού συστήματος αξιών.

Την τριετία 1993-96 υπήρξε σημαντική η συμβολή του στην έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα στον καθοριστικό για την ένταξη της συμβούλιο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στο Εσσεν. Ως προεδρεύων της ΕΕ 1994 και ως μέλος της Ομάδος Επαφής για την πρώην Γιουγκοσλαβία, μαζί με τους κ.κ. Κρίστοφερ, Κίνκελ, Ζιπέ, Κόζιρεφ και Βαν ντερ Μπρούκ, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την υπέρβαση της κρίσης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Υπέγραψε την ενδιάμεση συμφωνία με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σεπτέμβριος 1995).

Διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους Βαλκάνιους ηγέτες και λειτούργησε κατ’ επανάληψη ως μεσολαβητής της ΕΕ. Είχε έντονο ενδιαφέρον για τις σχέσεις Ελλάδος με τις βαλκανικές χώρες και με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε η πρώτη διαβαλκανική διάσκεψη Υπουργών Εξωτερικών στο Βελιγράδι (1988) όπου πέτυχε την έναρξη συνομιλιών με τη Βουλγαρία και την τότε ΕΣΣΔ για τον πετρελαιαγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης. Προσπάθησε και επέτυχε την υπογραφή πρωτοκόλλου αμοιβαίας πολιτικοστρατιωτικής συνδρομής με τη Βουλγαρία μεσούντος του ψυχρού πολέμου. Απεκατέστησε σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας με την Αλβανία αίροντας την εμπόλεμο κατάσταση που μέχρι τότε επικρατούσε στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Ο Κάρολος Παπούλιας υποστήριξε με αμείωτο ενδιαφέρον κάθε θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της ύφεσης της ειρήνης και του αφοπλισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται: Η “πρωτοβουλία των έξη” για την ειρήνη και τον αφοπλισμό (Αλφονσίν, Ντελαντρίντ, Νυερέρε, Πάλμε, Γκάντι, Α. Παπανδρέου). Η συμμετοχή στη Διάσκεψη για τον αφοπλισμό και την ειρήνη στην Ευρώπη, στη Διάσκεψη για την κατάργηση των χημικών όπλων, οι προτάσεις για τη δημιουργία αποπυρηνικής ζώνης στα Βαλκάνια, η προώθηση της ιδέας για τη μετατροπή της Μεσογείου σε θάλασσα ειρήνης και συνεργασίας. Υπήρξε εμπνευστής της τριμερούς Διάσκεψης συνεργασίας Ελλάδος-Βουλγαρίας-Ρουμανίας (JANNINA 1) και ένθερμος υποστηρικτής της Διάσκεψης των παρευξεινίων χωρών, της οποίας διατέλεσε και πρόεδρος επί σειρά ετών. Την περίοδο 1997-2003 διετέλεσε Πρόεδρος της επιτροπής της Ελληνικής Βουλής για τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης.

Με την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον το 1985 και την αντεπίσκεψη του τότε επικεφαλής του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ Τζ. Σούλτς συνέβαλε σημαντικά στην επανατοποθέτηση και εξομάλυνση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων που τα προηγούμενα χρόνια είχανε δοκιμαστεί σκληρά.

Υπήρξε πρωταθλητής Ελλάδος στο άλμα επί κοντώ, παίκτης της εθνικής ομάδος βόλεϊμπολ και πρόεδρος για είκοσι πέντε χρόνια του ιστορικού Σωματείου του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου. Γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά. Είναι παντρεμένος με τη Μαίη Πάνου και έχει τρεις κόρες.


 

ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

2015-σήμερα [1.1.2020]

Ο Προκόπιος Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1950 στην Καλαμάτα. Το 1968 εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποίαν αποφοίτησε με άριστα το 1973. Συνέχισε, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, τις σπουδές του στο Παρίσι και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο Paris II. Το 1974 έλαβε Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο (DEA de Droit Public) και το 1977 αναγορεύθηκε με άριστα διδάκτωρ (Doctorat d’ État). Το 1982 εξελέγη και ακολούθως διορίσθηκε Εντεταλμένος Υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, μετά από διαδοχικές κρίσεις στις βαθμίδες του Επίκουρου Καθηγητή (1983) και του Αναπληρωτή Καθηγητή (1985), εξελέγη Καθηγητής της ίδιας Σχολής το 1989. Επιπροσθέτως, δίδαξε και διεξήγαγε έρευνα ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris II (1986).

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Ο Προκόπιος Παυλόπουλος υπήρξε ενεργός πολιτικός, αρχής γενομένης από το 1974-1975, κατά την άσκηση καθηκόντων Γραμματέα του πρώτου (προσωρινού) Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλου. Διετέλεσε μέλος της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα (1989-1990), στην οποίαν μετείχε ως Αναπληρωτής Υπουργός Προεδρίας, αρμόδιος για τα ΜΜΕ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Το 1990 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή του Νομικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας, επί προεδρίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1995. Μεταξύ 1995 και 1996 ήταν Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας. Το 1996 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και ως το 2000 άσκησε καθήκοντα Τομεάρχη Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. Από το 2000 ως το 2014 εκλεγόταν συνεχώς Βουλευτής Α΄ Αθηνών. Από το 2000 έως το 2004 ήταν Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας. Μεταξύ 2004-2009 διετέλεσε, αδιαλείπτως, Υπουργός Εσωτερικών στις Κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή, με την ενιαία μορφή που είχε τότε το Υπουργείο αυτό. Στις 18 Φεβρουαρίου του 2015 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πλειοψηφία 233 ψήφων επί 300.

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ

Το συγγραφικό έργο του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκοπίου Παυλοπούλου συντίθεται από βιβλία, ελληνόγλωσσα άρθρα, γνωμοδοτήσεις και ξενόγλωσσα άρθρα.

1.1.2020

Πληροφορίες: ιστοσελίδα της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας 

SHARE
RELATED POSTS
Ο τοιούτος, του Δημήτρη Κατσούλα
Γιώργος Σαράφογλου: Από τα Greek Islands στον “Εθνικό Κήρυκα” – Ο Επιχειρηματίας της Ομογένειας
Σάκης Μπουλάς: η Φωνή, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.

Shares