Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Πού πάει η αγάπη όταν πεθαίνει, της Ματίνας Ράπτη Μιληλή

Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

Αν η ζωές των ανθρώπων ήταν μυθιστόρημα. Αν κάθε άνθρωπος που υπέφερε μπορούσε με ένα γράμμα να λύσει τον γόρδιο δεσμό που τον πνίγει αργά και βασανιστικά. Αν ζούσαμε σε ένα κόσμο χάρτινο και ιδανικό, ο καθένας θα συνέχιζε την ζωή του από το σημείο ακριβώς που την είδε να σβήνει. Αν ο φόβος έχανε για λίγο το τρομαχτικό του πρόσωπο και την θέση του έπαιρνε το  θάρρος και η δύναμη.  Αν μπορούσαν οι λέξεις να λιώσουν τον πάγο τόσο όσο χρειαζόταν για να ανοίξουν οι παγωμένες πόρτες.  Τόσα Αν.  Αν ζούσαμε σε ένα όμορφο χάρτινο κόσμο με ιλουστρασιόν εξώφυλλα και  ιστορίες αγάπης που καμιά φορά έχουν άσχημο τέλος αλλά μετά η ζωή συνεχίζεται. όπως στις ταινίες.  Μόνο που η πραγματικότητα δεν κρατάει όσο μιά ταινία ή ένα βιβλίο… και μας ξεπερνάει. Μας προσπερνάει, για την ακρίβεια, και δεν γυρίσει πίσω να μας ρίξει ούτε ένα βλέμμα συμπόνοιας.   

«Σε αγάπησα, να το θυμάσαι.  Κοίταξέ με στα μάτια και πες μου ποιός είσαι στ΄αλήθεια; Κοιτάζω τα χέρια σου, το δαχτυλίδι με το όνομά σου, κάθε γραμμή, κάθε κηλίδα  πάνω τους  και δεν τα  αναγνωρίζω.   Πότε το πρόσωπό σου  έγινε ένας άγνωστος;   Κάποτε ήσουν ευτυχισμένος  μαζί μου, μα είναι τόσο μακρινή η ανάμνηση  που σχεδόν έσβησε κι αυτή μαζί με τόσα άλλα.

  Με κάνεις να  κλαίω. Με κάνεις να φοβάμαι. Σε φοβάμαι. Φοβάμαι και τον εαυτό μου.

  Πάρε την μεγάλη βαλίτσα, αυτή που κρύβεις κάτω από το κρεβάτι καιρό,  γέμισε την με τα πράγματα που αγαπάς και φύγε. Φύγε, σε παρακαλώ. Για το καλό μας.  Νομίζω πως η αγάπη μου τελείωσε. Στέρεψε σαν πηγάδι που του έκλεψαν το νερό.   Στην χάρισα όλη μονομιάς και δεν έχω πια ούτε στάλα. Σε λίγο θα αρχίσω να μην αγαπώ ούτε εμένα.  Φύγε σου λέω. Την σκόρπισες, την σπατάλησες.  Την μάτωσες.  Μην πεις πως δεν σε προειδοποίησα. Μην πείς πως δε σε νοιάστηκα. Δεν υπάρχουν άλλα λόγια να πούμε.  Πού πήγε η τρυφερότητα, η αγκαλιά η ζεστή, το χαμόγελό σου; Πού πήγαν; Σε εμπιστεύτηκα, έγινα αυτό που ονειρεύτηκες. Ή μήπως δεν έγινα;  Κάναμε τα ίδια όνειρα, τα ίδια σχέδια.  Το μέλλον μας κοινό. Τώρα δεν βλέπουμε τα χρώματα γύρω μας. Και υπάρχουν, είμαι σίγουρη πως υπάρχουν. Λυπάμαι. Να ήξερες πόσο λυπάμαι.   Θα ήθελα  να ξέρω πού πάει η αγάπη όταν πεθαίνει;  Γιατί σε αγάπησα, να το θυμάσαι.»

Pane di capo στις Πηγές Καλλιθέας

 


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Ένας κανόνας χωρίς εξαιρέσεις, του Γιάννη Στουραΐτη
Φόρεσα τα παλιά μου γυαλιά, της Αναστασίας Φωκά
Τα γενναία βατραχάκια, του Κωστή Α.Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.