Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ο θάνατος του καλοκαιριού, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Σε τούτο εδώ το πεζούλι όπου κάποτε ήταν αραγμένος ο κυρ- Λεωνίδας με τη μαγκούρα του και φούμαρε αρειμανίως τον αργιλέ του, εάν σήμερα βρισκόταν στη ζωή κι έκανε μια μεγάλη στράτα ανά την ύπαιθρο, σίγουρα τα μάτια του θα έτρεχαν ποτάμια. Γιατί η διαπίστωση παραμένει χωρίς καμία αλλαγή ίδια.

Έρμη και βουβή η ελληνική επαρχία ικετεύει για μια ανθρώπινη παρουσία. Χωράφια και πλαγιές όπου κάποτε έσφυζαν από ζωή, από ανθρώπινα χέρια, τώρα έγιναν λόγγοι και ρουμάνια αναμένοντας να τους ανοίξουν πληγές με μεγάλη ευχαρίστηση τα ξυνάρια, οι τσάπες και οι κασμάδες. Δεν αρκούν, δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτα οι βιαστικοί και περαστικοί τουρίστες με την φωτογραφική μηχανή στον ώμο κρεμασμένη, αντίθετα επιτείνουν θα έλεγα με την παρουσία τους το βουβό δράμα που συντελείται.

Ελάχιστοι νέοι που εγκατέλειψαν το κλεινόν άστυ και κατέβηκαν προς τα εδώ προκειμένου να ξαναζωντανέψουν την πατρική τους γη, μένουν αβοήθητοι και ανυπεράσπιστοι από ένα ένα αδηφάγο κράτος το οποίο αντί να τους σταθεί αρωγός στις προσπάθειές τους παραμονεύει να φορολογήσει ακόμα και την τελευταία στάλα γάλα από τα ελάχιστα βοοειδή ζωντανά τους που μερικοί εκτρέφουν.

Οι πολυδιαφημιζόμενοι ουρανοξύστες του Ελληνικού, τα πολυτελή cafe όπου θα στηθούν και τα απέραντα εμπορικά κέντρα όπου θα ξεφυτρώσουν στην περιοχή εμφανέστατα μαρτυρούν τον επιθανάτιο ρόγχο ενός κράτους.

Και οι βόλτες, και οι έρωτες, και οι ρεβασμοί του Δεκαπενταύγουστου με τα ολόγιομα φεγγάρια του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μαυροφορεμένος περίπατος ανάμεσα σε αχλαδιές που δεν καρπίζουν πια, σε βελανιδιές που δεν παράγουν βελανίδια, σε κληματαριές που παραμένουν ατρύγητες, σε συκιές όπου παραπονούνται γιατί τα παιδιά τους τα σύκα εφέτος δεν θα γεννηθούν, σε κάτι αραχνιασμένα ξωκλήσια όπου μόνο νυχτερίδες κατοικούν, τα τρένα που ξετροχιασμένα χρόνια τώρα είναι σκουριασμένα στις ράγες τους.

Και, σαν να μη έφταναν όλα αυτά ήρθαν καί οι πυρκαγιές όπου ισοπέδωσαν χωρίς έλεος τα πάντα, επιταχύνοντας μάλιστα με το φονικό τους χέρι την πολυπόθητη «ανάπτυξη», και όσες – ελάχιστες – ελπίδες παρέμειναν για ένα μέλλον των παιδιών μας.

Αναρωτιέμαι: υπάρχουν άνθρωποι μετά από όλες αυτές τις » καθιζήσεις» που να ονειρεύονται ρόδινα ακρογιάλια; Κι αν ναι, γιατί να τα επισκεφθούν απ’ τη στιγμή που ακόμα μυρίζουν τ’ αποκαΐδια, ο καπνός είναι ακόμα αποπνικτικός κι η στάχτη γίνεται παιχνίδι του αέρα;

Αυτά, δεν είναι καλοκαίρια πια.

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, «Πηγές Καλλιθέας»

και  Pane di capo στη Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου στο ύψος του ΙΚΑ & Λεωφόρος Κρεμαστής

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.   

The article expresses the views of the author      

iPorta.gr 

SHARE
RELATED POSTS
Κάποτε, βγαίναν κοχύλια στη στεριά, του Δημήτρη Κατσούλα
Χαμένα λόγια!, του Μάνου Στεφανίδη
Αραιά και που σε θυμάμαι, του Δημήτρη Κατσούλα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.