Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Με την θηλιά ακόμα στον λαιμό, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Αν θυμάμαι καλά – γιατί σάστισα από τότε με αυτά που έζησα – πρέπει να ήταν κάπου προς το μέσον του περασμένου Οκτώβρη. Περίοδος κατά την οποία σε μια νυχτιά κατέφθασε στο λιμάνι της Μεθώνης μια καραβιά με πρόσφυγες από την Συρία, γεγονός που δεν έλαβε τις απαιτούμενες διαστάσεις γιατί ούτε εγράφη κάτι περί αυτού – παρά μόνον τα επαρχιακά κανάλια, και όχι όλα, ασχολήθηκαν για μία ημέρα περίπου – διότι τα Αθηναϊκά τοιαύτα, οι «κυρίαρχοι» των μέσων ενημέρωσης, ασχολούνται με την χιλιοπαιγμένη κασέτα πολιτικής ανάλυσης εν αρχή των ενημερωτικών τους δελτίων, κι έπειτα ρίχνουν και πέντε έξι κλοπές γυναικείων τσαντών ανά την επικράτεια, μπορεί και κάνα φόνο για να έχει σασπένς η υπόθεση και να κρατά το ενδιαφέρον γιατί η AGB μετράει κεφάλια, τελειώνοντας με το: « Σας ευχαριστούμε που επιλέξατε εμάς για την ενημέρωση σας, Καληνύχτα σας! »), και οι οποίοι πρόσφυγες λόγω του ότι στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν κέντρα υποδοχής και ούτε όπως προβλέπεται θα υπάρξουν, προσπερνούσαν την επαρχιακή οδό, κατέβαιναν πιο χαμηλά προς Καλαμάτα και μέσω της εθνικής οδού Καλαμάτας – Κορίνθου και κατ’ επέκταση προς Αθήνα ή των παράδρομων αυτής, αναζητούσαν τρόπους διαφυγής και σωτηρίας τους. Κάνα δυο  φορές διασταυρώθηκα καθ’ οδόν με τα μπουλούκια αυτά, αλλά χωρίς να δώσω και μεγάλη σημασία, προσπέρασα με ταχύτητα λόγω του ότι ο χρόνος μου ήταν ασφυκτικά περιορισμένος.

Πρωί Σαββάτου και κατευθύνομαι προς τον φούρνο του χωριού Άγιος Φλώρος Μεσσηνίας. Κατά μήκος του δρόμου δέκα πέντε με είκοσι άνδρες με το κεφάλι σκυφτό και σε πορεία βουβή. Περίπου στα τρία χιλιόμετρα παρακάτω ένας ξυπόλυτος κουτσαίνει και από το αριστερό του χέρι πετιέται το αίμα λες και πιέζεις σύριγγα. Θυμήθηκα τον πατέρα μου όπου κατά τον εμφύλιο είχε φάει σφαίρα περνώντας την δεξιά του παλάμη διαμπερώς. Σταματώ δίπλα του ξυστά, ανοίγω την πόρτα και επιβιβάζεται. Με το δεξί μου μάτι λοξά αρχίζω να τον «διαβάζω». Άνετα θα μπορούσε να ήταν και γιος μου. Βλέπεις όμως η μοίρα τα έφερε έτσι και είναι πρόσφυγας. Ένας ακόμη από τις εκατοντάδες χιλιάδες του πολέμου. Τον συμπάθησα τόσο που είμαι διατεθειμένος να τον μεταφέρω όπου θέλει, ακόμα και στον καταυλισμό του Σχιστού αν χρειαστεί. « Να προλάβω και τους υπόλοιπους », μου λέει. Αναπτύσσω ταχύτητα και τους φτάνουμε. Αποβιβάζεται, και κάνω επικίνδυνη αναστροφή πετώντας τα χαλίκια μακριά σαν βεντάλια. Για μερικά μέτρα το αυτοκίνητο ίσα – ίσα που κυλούσε. Επιταχύνω γρήγορα, αλλά λίγο παρακάτω φρενάρω απότομα στην άκρη του δρόμου.

Να μην ξεχάσω τις αχνιστές μπουγάτσες με μπόλικη ζάχαρη άχνη, το νέο σοκολατούχο γάλα milko που κυκλοφόρησε για το γειτονάκι μου τον Παύλο που κρυώνει και δεν μπορεί να βγει έξω, τη νέα συσκευασία μελωμένων παστελιών «ΛΑΜΠΟΥ», να αγοράσω διπλάσια ποσότητα ψωμιού από την συνήθη για το Σαββατοκύριακο και να προλάβω ανοιχτό και το κατάστημα με τις σκυλοτροφές για τα ζωντανά μου.

Σηκώνω το δεξί μου χέρι καθώς οδηγώ προς την οροφή του αυτοκινήτου, το κάνω γροθιά και κοπανάω το τιμόνι. Κάποιες πατρίδες ισοπεδώνονται, κάποιες θρησκείες καταρρέουν, κάποιες εθνικότητες σβήνονται, κάποια σύνορα παραβιάζονται. Ένας ολόκληρος κόσμος εντός μου  γκρεμίζεται, και τα δυο μαρτυρικά λεπτά μες στο μυαλό μου που κάνουν στάση, το παγώνουν.

Το αυτοκίνητο έχει σβήσει. Βάζω ξανά εμπρός και ξεκινάω…

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Μανώλης Δημελλάς
Το σαπάκι ασθενοφόρο της Κάσου! Σύμβολο ολόκληρης της χώρας, του Μανώλη Δημελλά
Τελικά, φταίει μόνο η madame?, του Αλέξανδρου Μπέμπη
Γιώργος Αρκουλής
Σας αρέσει ο Φαμπρ;, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*