Ανοιχτή πόρτα ΕΥ ΖΗΝ

Καϋμένε Λυμπερόπουλε, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Είμαστε, που λέτε, σε ένα χωλ, καθισμένοι στον καναπέ τον άβολο, του προηγούμενου αιώνα, που προφανέστατα γλύτωσε την μετακόμιση από το πατρικό στο καινούργιο σπίτι και έγινε η βίνταζ πινελιά του ιατρείου που μοσχομύριζε οινόπνευμα και έλαμπε από καθαριότητα. Στο τραπεζάκι δίπλα, (το ταίρι του καναπέ προικώον), αμέτρητα φυλλάδια, σχετικά περιοδικά και άσχετα διακοσμητικά.

Κι εκεί που καθόμαστε και αναμένουμε την σειρά μας , καθότι στην αναμονή, μιά σπαρακτική κραυγή σκίζει την αμήχανη ησυχία…σαν τον χασέ την σκίζει…χράτς. Αφού ανατρίχιασα. Μιά κραυγή… να σου κόβεται το αίμα!

Θα έχετε προσέξει βέβαια πως στα ιατρεία μιλάνε όλοι ψιθυριστά με αποτέλεσμα να κολλάς και συ ψιθυρίαση και να νομίζεις πως ακούς και την ανάσα σου να σφυρίζει από την μύτη σου κάθε που κάνεις παύση για να συνεχίσεις την ψιθυριστή συζήτηση, που η μισή αποτελείται από κάτι ψιθυριστά «τί, ε, πώς;» που διακόπτουν τα ξεφυλλίσματα  των διαλυμένων περιοδικών του προηγούμενου έτους. Ε, κι όταν κάποιος βάλει μιά φωνή σε τέτοια ησυχία, λες, ήρθε η συντέλεια του κόσμου, καλά περάσαμε, αφήνω το εξοχικό στην Κουρούτα στο κράτος και το ρόλεξ στην συμπεθέρα να της τρώνε τα λεφτά της στην αντιπροσωπεία για  σέβρις, λάδια- μπουζί- ζυγοστάθμιση κάθε τρείς και λίγο.

«Γιατί βρε Λυμπερόπουλε, γιατίιι;»  (Η κραυγή που σας έλεγα…μιά αυτή και μιά «η κραυγή των λύκων» Τίτλος προϊστορικού σήριαλ. Κάτι δικά μου θυμήθηκα πάλι, μην ενοχλείστε)

Πίσω από την διπλή γυάλινη φιμέ πόρτα που είχε χερούλι μόνο από μέσα και  απ΄έξω είχε μιά τρύπα να χάσκει σαν κάτι παλιά παράθυρα  ταξί (μου έτυχε στο Κάιρο κάποτε), που για να τα ανοίξεις να πάρεις αέρα έπρεπε να ζητήσεις τη μανιβέλα από τον οδηγό…και τόλμα αν σου βαστάει, όχι τόλμα, πίσω λοιπόν από αυτή την πόρτα που δεν μας επέτρεπε να βλέπουμε  παρά σκιές να πηγαινοέρχονται νευρικά, παιζόταν ένα μικρό δράμα.

Προφανώς η σειρά μας είχε ….παρθεί από κάποιον Λυμπερόπουλο και την γυναίκα του που μιά τον έκλαιγε και μιά τον έβριζε. Προφανώς το ιατρείο θα είχε και άλλη είσοδο…μυστική. Για τα έκτακτα περιστατικά, γιατί ο γιατρός μας ενημέρωσε πως επρόκειτο ακριβώς για ένα τέτοιο αναπάντεχο και πολύ τραγικό αν κρίναμε από τις φωνές τους. Δεν θα μας καθυστερούσε πολύ, μας είπε, αλλά ήταν ανάγκη. Ούτε λόγος φυσικά διότι προφανέστατα  εμείς είχαμε ραντεβού με τον γιατρό, ενώ ο καημένος ο Λυμπερόπουλος πρέπει να είχε ραντεβού με τον θάνατο.

Δεν είναι ότι είχαμε στήσει αυτί, αλλά αυτό ακριβώς κάναμε. Μιά μεγάλη περιέργεια άρχισε να μας γαργαλάει και ξαφνικά ο Λυμπερόπουλος απέκτησε στα μάτια μας υπόσταση και θέλαμε να μάθουμε τί ακριβώς του συνέβη, αλλά οι διάλογοι που ακολούθησαν έκαναν το μυστήριο ακόμα πιο γαργαλιστικό και την ιστορία ένα κανονικό φιλμ νουάρ. Ο Λυμπερόπουλος στα μάτια μας ήταν ένας Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ που είχε μπλεχτεί σε καυγά και είχε κάνει την καμπαρντίνα του σύσκατο και την αγαπημένη του έξαλλη.

«Γιατρέ κάνε κάτι, κάνε κάτι σε παρακαλώ…κοίτα τα χάλια του. Φοβάμαι.»

«Τί να κάνω τέτοια ώρα, τώρα που τον έφερες τί να του κάνω, Α, ρε Λυμπρόπουλε, τί πήγες κι έκανες και συ;» (Εδώ διαπιστώνουμε πως ο γιατρός και το ζεύγος Λυμπεροπούλου είναι γνωστοί, ίσως και φίλοι)

« Τί να έκανα και γω, στην δουλειά μου πήγαινα και μόλις άνοιξε η πόρτα του γκαράζ, πετάχτηκε αυτός στον δρόμο έξω και είδε τον άλλον και έγινε το σώσε. Κοίτα με, μέσα στα αίματα έγινα και γω για να τους χωρίσω. Δεν ήξερα τί να κάνω; Κοίτα τον, μα κοίτα τον πώς με κοιτάει. Τί κοιτάς τώρα Λυμπερόπουλε; Αντε μη σου πω καμιά βαριά κουβέντα, με λαχτάρησες πάλι.»

«Κάτσε πρώτα να δούμε πώς θα τον φτιάξω γιατί κοίτα εδώ τί έχει γίνει…τρύπες έχει…Πρέπει να τον ράψω…και μετά, δεν ξέρω μετά. Πρέπει να περάσουν μέρες για να συνέλθει. Και να τον προσέχεις πολύ. Άμα συνέλθεις Λυμπερόπουλε θα φάς ένα βρίσιμο…που θα ΄ναι όλο δικό σου…Βλάκα, έ βλάκα…Μόνο αυτό σου λέω.»

«΄Ηθελε, γιατρέ, να κάνει μαγκιές…Τον ξέρεις δα. Όπου φασαρία, να χωθεί και κοίτα τον τώρα μέσα στα αίματα…κάνει τον ψόφιο κοριό! Λυμπερόπουλε, μη με κοιτάς εμένα έτσι.»

«Κάτσε να τον δω. Πώ πω…πέντε τρύπες έχει. Κοίτα εδώ…τί να πρωτομαζέψω!» (Σε αυτό το σημείο της περιγραφής σχεδόν ακούσαμε τις 5 σφαίρες να σφυρίζουν και είδαμε με την φαντασία μας τον Λυμπερόπουλο να σωριάζεται αιμόφυρτος στο  τσιμέντο.)

«Και τί να έκανα, πού να τον πήγαινα; Εσένα σκέφτηκα . Σε παρακαλώ κάνε κάτι»

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, αν και έχω πελάτες, περιμένουν στην αναμονή οι άνθρωποι, αλλά δεν μπορώ να μην τον βοηθήσω. Τον ξέρω τόσα χρόνια. Α, ρε Λυμπερόπουλε, πόσο βλάκας είσαι;»

Και η συζήτηση συνεχιζόταν έτσι κυκλωτικά για όση ώρα ο κατακαημένος μάτσο- Λυμπερόπουλος δεχόταν τις πρώτες βοήθειες του γιατρού και της βοηθού του.

Μετά ησυχία. Μία ανατριχιαστική ησυχία.

Ξαφνικά η διπλή φιμέ πόρτα ανοίγει και πάνω στο χειρουργικό τραπέζι είδαμε έκπληκτοι ένα τρεμάμενο λευκό κανίς, καταματωμένο και καταδαγκωμένο από ένα μπουλντόγκ που του έκανε μαγκιές πίσω από την πόρτα του γκαράζ.  Μόλις άνοιξε η γκαραζόπορτα, όρμησε ο Λυμπερόπουλος πάνω στον Τζακ τον αντεροβγάλτη, που είχε βγει ποιος ξέρει από ποιο πορτάκι κήπου κάποιου αφηρημένου γείτονα και επακολούθησε το μάλε βράσε!

Α! Δεν ξέρω αν σας είπα πως είχαμε πάει και μεις την σκυλίτσα μας για τα εμβόλιά της ώσπου πέσαμε πάνω στο Greys Anatomy και το μάγκα σκυλάκι με το ευφάνταστο όνομα, που όλο και κάποια συγγένεια θα πρέπει να τον συνδέει με τον άλλον μάγκα, τον Καραμήτρο, αλλιώς δεν εξηγείται!

Καημένε Λυμπερόπουλε, τί σου ΄μελε να πάθεις !
Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Kostis A. Makris
Καλοί ή Κάλοι, του Κωστή Α Μακρή
…Ας κρατήσουν οι χοροί…, του Νίκου Βασιλειάδη
«Καλώς ορίσατε στο σπίτι σας», του Χρήστου Μαγγουτα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.