Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Θωρακίζοντας το κρέας στην εποχή του κορονοϊού, του Αλέξανδρου Μπέμπη

Αλέξανδρος Μπέμπης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεγάλη η αγάπη μου για τη μαγειρική παιδιόθεν.

Αντί να παίζω με τα παιχνίδια μου καθόμουν στην κουζίνα και παρακολουθούσα τη μάνα μου και τη γιαγιά μου που μαγείρευαν.

Τι γλυκιές εποχές. Πόσο νόστιμες οι εικόνες.

Η γιαγιά μου, γέννημα θρέμμα Κοζανίτισα, είχε στις συνταγές της όλα τα μυστικά της παραδοσιακής κουζίνας της περιοχής.

Θυμάμαι που είχε καραφάκι-μεζούρα για το λάδι. ”Ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο”…έλεγε στη μάνα μου…”και πάντα προς το τέλος του φαγητού”.

Και πάντα μόνο αγνό παρθένο ελαιόλαδο. Χρησιμοποιούσε στη σύβραση μόνο κόκκινο ξερό κρεμμύδι και πάντα τσιγαρισμένο. Ποτέ ωμό.

Ο πατέρας της ήταν λαδάς. ”Παυλομελήτης” που εγκατέλειψε οικογένεια, δουλειά και περιουσία για να ταχθεί στον αγώνα για απελευθέρωση.

Μετά την προδοσία και την δολοφονία του Παύλου Μελά ήταν από τα λίγα παλικάρια που κατάφεραν να γλυτώσουν.

Πήρε την οικογένεια-η γιαγιά τετράχρονη παιδούλα τότε- και αλλάζοντας επίθετο ήρθε απένταρος στη Θεσσαλονίκη για να χαθούν τα ίχνη του.

Οι ανώνυμοι ήρωες των αγώνων του έθνους.

Στην κουζίνα απαξάπαντως από κοντά και ο παππούς. Έβαζε τις δικές του πινελιές στα φαγητά.

Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ήρθε πρόσφυγας, κυνηγημένος από την Πόλη φέρνοντας μαζί του όλη τη μαγεία της πολίτικης κουζίνας.

(Επικηρυγμένος από την αστυνομία ως ανυπότακτος του τουρκικού στρατού για να αποφύγει την επιστράτευση όσων καταγόταν από τα Δαρδανέλια και την Καλλίπολη όταν έγινε η καταστροφική για τους αγγλογάλλους απόβαση το 1915).

Βίοι παράλληλοι με τη γιαγιά ώσπου ταυτίστηκαν και στην κουζίνα…

Φτάνοντας στο σήμερα παρακολουθώ μετά μανίας όλες τις εκπομπές μαγειρικής στη τηλεόραση. Ακόμη και τα ριάλιτι αν και με εκνευρίζουν.

Με κουράζει όλη αυτή, η ανάλυση, της ανάλυσης, ω! ανάλυση, της κάθε λεπτομέρειας ω ! ανθυπολεπτομέρεια.

Προτιμώ τον γήινο Πετρετζίκη που μπαίνει στο σπίτι μου σαν το φιλαράκι μου που ήρθε πρόθυμα για να κάνει το νόστιμο νοστιμότερο.

Που μου έμαθε και πώς να θωρακίζω το κρέας.

Μέχρι που φτάσαμε στην εποχή του κορονοϊού που λόγω του εγκλεισμού και εντελώς τυχαία ανακάλυψα μια νέα μέθοδο θωράκισης.

Στην πολυκατοικία που μένουμε κάνουμε παρέα, η σύντροφός μου και εγώ, με ένα ζευγάρι και μια ακόμη κυρία.

Είμαστε σχεδόν συνομήλικοι, όλοι τους όμως είναι συνταξιούχοι πλην εμού.

Λίγους μήνες πριν με κάκιζαν που αρνούμαι να βγω στη σύνταξη και καθημερινά ”μου χτυπούσαν” τα οφέλη της ελευθερίας τους.

Ήρθε όμως το ”πάνω-κάτω” λόγω κορονοϊού και πήρα την εκδίκηση μου. Αυτοί υποχρεώθηκαν να μείνουν μέσα, ενώ εγώ κυμάτιζα μπροστά στα μάτια τους την ειδική άδεια από τη δουλειά που μου έδινε το δικαίωμα να κινούμαι έξω ελεύθερα όλη τη μέρα.

Άρχισαν να φοβούνται, να δυσανασχετούν, να αγχώνονται, να τους ανεβαίνει η πίεση, το ζάχαρο, η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια.

Να περνούν στην κατηγορία των ηλικιωμένων και ευπαθών ομάδων με τα υποκείμενα νοσήματα ενώ εγώ παρέμενα νέος.

Έτσι λοιπόν, καλοί οι χαριεντισμοί και τα φιλικά αλληλοπειράγματα, αλλά επιβαλλόταν να τους φροντίσω όπως πρέπει να κάνουν οι…μικρότεροι.

Το ρίξαμε για αυτό τον λόγο στη μπιρίμπα που όπως λένε οι ειδικοί βοηθάει και στην αποτροπή ή καθυστέρηση της άνοιας.

Μόλις επέστρεφα από τη δουλειά στρωνόμασταν στο τραπέζι. Τα Σ/Κ πρωί βράδυ. Τι να κάνω, ιερό καθήκον!

Εναλλασσόμασταν στην τετράδα. Ο πέμπτος έκανε από τον μπαρίστα μέχρι τον νοσηλευτή για να μη ξεχαστούν όσοι έπαιρναν φάρμακα.

Και παίζαμε τη δύσκολη. Αυτή με τις τρεις τράπουλες και πολλούς περιορισμούς. Τα λατρεμένα μου ”παππούδια” είχαν βρει την αγία τους χαρά.

Τέλος το άγχος, έπεσε η πίεση και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Επικές μάχες σαν βαλβίδα ανακούφισης! Πήγαιναν για ύπνο χαλαροί!

Ήρεμοι και ανέμελοι. Σαν πουλάκια τα πουλάκια μου!

Ώσπου ένα βράδυ επάνω στην κορύφωση της αγωνίας και των αψιμαχιών για τη νίκη…”τι μυρίζει, τι μυρίζει, τι μυρίζει ρε παιδιά;”

”Αμάν, το κρέας”…φωνάζει η σύντροφος…”το έκαψα”…παρατάει τα φύλλα της στο τραπέζι-είχε τέσσερα μπαλαντέρ στα έντεκα φύλλα-και τρέχει στη κουζίνα.

”Τι έγινε αγάπη μου, κάρβουνο;” την ρωτάω.

”Όχι, ευτυχώς το πρόλαβα. Άρπαξε λίγο”.

”Εντάξει, εσύ να είσαι καλά μωρό μου. Μπράβο! Το θωράκισες όπως ο Άκης!!!”.

Και ξεσπάσαμε όλοι σε τρανταχτά γέλια. Σαν αυτά που σε ξανανιώνουν. Που σε θωρακίζουν στα δύσκολα.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Εκπαιδευτική τηλεόραση!, του Γιώργου Αρκουλή
Το μετάνιωσα που δεν ρώτησα το όνομά της…, του Δημήτρη Κατσούλα
Το σκυλάκι το κανίς…, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.